TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Τρίτη 17 Ιουνίου 2014

Το πρώτο πανηγύρι

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ
Του Βασίλη Κ. Πολίτη, Νεχωρίτη
από το βιβλίο του: «Απ’ τα χρόνια του ονείρου»
 
Οι πρώτες έντονες θύμησες απ' τα πανηγύρια μας είναι ο Κοτολιάς με τα μαντζούνια του, κάτι κοκοράκια καραμέλες κόκκινες σ' ένα ξυλάκι, ένας μεζές ψητό ξύγκι -ο πιο νόστιμος που έχω φάει- και η σκούφια τ' Αυγικοσπ'ράκη. Τίποτα παράξενο απ' αυτές τις θύμησες και να γιατί.
Πρέπει να ήταν η χρονιά που έφυγαν οι Γερμανοί, τότε που όπως έγραφα πριν πέρασαν και κατέστρεψαν το χωριό και αυτό γιατί θυμάμαι το μαγαζί το "βακούφ'κο" ήταν -μάλλον- ξεσκέπαστο, ή τουλάχιστον κάτω χωρίς πάτωμα, ενώ οι πάγκοι και τα τραπέζια μέσα σ' αυτό εκεί που λιάνιζαν το κρέας ήταν από φρέσκα πέταβρα και κάτω ήταν ανακατωμένο χώμα με αποκαϊδια.

Αλλά πριν φθάσω εκεί θυμάμαι σαν τώρα δα τα δυσθεώρητα έλατα του Αη Λιά κι εκεί ίσως για πρώτη φορά να μου τυπώθηκε η χαρακτηριστική φωνή του τραγουδιού του πατέρα μου:

«'Ωχ μωρέ χορεύουν τα κλεφτόπουλα γλεντάνε τα καημένα.
'Ωχ μωρέ κι ένα μικρό κλεφτόπουλο δεν τρώει δεν τραγουδάει»

Δεν μ' ενθουσίαζε όμως τόσο το τραγούδι τότε κι ο χορός, όσο ...το πώς κοιτάζαμε με τ' άλλα παιδάκια τα καλούδια που είχε στην πραμάτεια του ο Κοτολιάς. "Κοτολιά" τον λέγαμε και τον ονοματίζαμε μέχρι σήμερα -Θεός σχωρέστον- αλλά τον γράφω Κοτολιά γιατί το παρατσούκλι του δόθηκε επειδή όλα τα πράγματά του, τα ψιλικά και τα υπόλοιπα που είχε, τα πουλούσε με αντάλλαγμα κότες! Πού να βρισκόταν τότε καμιά δεκάρα;  
Το "Κοτολιάς" λοιπόν το γράφω γι αυτούς που δεν θυμούνται, ότι δεν προερχόταν από το "κουτός" αλλά από τις "κότες". Απ' το Σμόκοβο ήταν ο άνθρωπος κι ούτε ξέρω ποιό ήταν το πραγματικό του όνομα.Τώρα, τι ήθελε αυτός στο χωριό απ’ το Σμόκοβο είναι άλλη ιστορία.

Βλέπετε οι Νεχωρίτες ήταν πάντα περήφανοι και τους γυρολόγους τους θεωρούσαν παρακατιανούς. Ίδιους με τους ζητιάνους σχεδόν. Εδώ, ούτε ο Αποστολολιάς που είχε ψιλικατζίδικο δεν έβγαζε πάγκο στο πανηγύρι.
Εμ' βέβαια τόσο κάτω θα ξέπεφτε; Ο Κοτολιάς θυμάμαι αργότερα, στον Αη Λιά έφερνε και κανένα βαρέλι με νερό και το πουλούσε σ' όποιον δίψαγε πολύ. Στον Αη Λιά δεν έχει νερό όπως ξέρουμε.
Εδώ λοιπόν ο Κοτολιάς είχε ξαπλωμένα πάνω σε μια μαντανία στραγάλια, σταφίδες, καραμέλες τυλιγμένες κι άλλες χωρίς χαρτί, µαντζούνια, στεκάκια, κορδέλες για φιούµπες, σπίρτα.
Τσιγάρα από κείνα που ήταν καµιά εκατοντάδα σε ένα κουτί δεν θυµάµαι να είχε. Άλλωστε εµένα άλλα µε ενδιέφεραν. Εκείνο που εγώ κοιτούσα και ήθελα ήταν ...τα µαντζούνια, άντε ας ήταν και τα στραγάλια κι οι σταφίδες. Τα ήθελα όλα και τα ήθελα γιατί δεν µπορούσα ...να πάρω τίποτα! Ποιός ξέρει αν θα είχε µια δεκάρα -τότε- να µου δώσει ο πατέρας να πάρω έστω µια καραµέλα.
Αλλά για να µην πάρω σηµαίνει ότι δεν θα 'χε πράγµατι.
Σκεφτείτε λοιπόν τη φτώχεια που µας έδερνε! Το µυαλό µου δεν ήταν τότε πουθενά αλλού παρά στα ...µαντζούνια και όχι στην τότε ...αµύθητη για µένα αξία τους.

Οπωσδήποτε η µάνα µου πάντα έµενε στο σπίτι τ' Αη Λιός για να µαγειρέψει, γιατί εκείνη η µέρα εκτός από «χρονιάρα» πάντοτε έφερνε στο σπίτι µας µουσαφιρέους. Θα 'χε φτιάξει τις πίττες, τη σαλάτα και το κρέας µε ρύζι. Αυτά δεν τα θυµάµαι καλά καλά βέβαια αλλά αυτό που πρωτοθυµάµαι αµέσως µετά ήταν το "βακούφκο" το µαγαζί όπως το περιέγραψα πριν και αµέσως µετά πάλι η "πραµάτεια" του Κοτολιά.
Ο Δροσογιώργος είχε λεφτά και πήρε ένα σωληνάρι καραµέλες, αυτές τις κούφιες που είχαν τη γεύση του ούζου. Μου έδωσε κι εµένα κάνα- δυο κι αυτό ήταν όλο. Από µαντζούνι τίποτα.Τι γεύση να είχαν άραγε κείνα τα "κοκοράκια";

Γεµάτη η πλατεία κόσµο. Και τι κόσµος! Πω πω τι ωραία ρούχα, τι καπέλα, τι παπούτσια! Και ο κόσµος όλος χαρούµενος. Ο χορός θα 'ταν τότε τρεις δίπλες!  Έτσι φαίνεται θα 'ταν γιατί η µάνα λέει ότι τότε έφτασε τρεις δίπλες.
Μπροστά; Το θυµάµαι καλά, θα 'ταν καµιά εικοσαριά φουστανελάδες, οι άντρες και µετά σι γυναίκες. Το ν’ηχό των "κλειστών" αποτυπωµένο στα τρίσβαθα του µου είναι αδύνατο να τον προσδιορίσω εδώ. Στο "γύρισµα" όµως δυο φωνές ξεχώριζαν, Αυτό το θυµάµαι καλά. Του Αυγικοσπ'ράκη και του πατέρα µου.  Μα πώς να µην το θυµάµαι; Ήµουν κει στον πάγκο της µεσαίας καρυάς µε άλλα παιδιά µαζί. Το πώς η σκούφια του ασπροµάλλη γέρου µε το άσπρο πανωβράκι βρέθηκε στραβά στο κεφάλι του πατέρα δεν το ξέρω, το διαισθάνοµαι όµως κι αυτό που ξέρω είναι ότι κει στη σειρά στο κλειστό βρέθηκα στην αγκαλιά του πατέρα που συνέχιζε το χορό και το τραγούδι και µου ‘βαλε τη σκούφια αυτή στο κεφάλι µου.
Και πάλι αδυνατώ εδώ να περιγράψω, αν όχι τη σκηνή ...τουλάχιστον  τον ψυχικό κόσµο του πατέρα, τ' Αυγικοσπ'ράκη και ακόµα περισσότερο τον δικό µου. Μάλλον πετούσα στον ουρανό!...

Τότε, εµείς τα παιδιά που ζούσαµε στο χωριό για έναν πολύ ευνόητο λόγο δεν µπορούσαµε να καθίσουµε µε τους µεγάλους στο τραπέζι στα µαγαζιά σαν έπεφτε ο ήλιος. Ποιος ήταν ο λόγος; Απλούστατα δεν υπήρχε οβολός στην τσέπη του πατέρα και ...ποιός θα πλήρωνε τους µεζέδες; Κ' ήταν κάτι µεζέδες! ...Μα τι νοστιµιά ήταν εκείνη Θεέ µου!!!
Ο πατέρας σαν µεγάλος και πολύ αγαπητός, ήταν πάντα σε κάποια παρέα γιατί τον θέλανε όλοι και µάλιστα όσοι έρχονταν απ' την Αθήνα και θεωρούνταν λεφτάδες - τι λεφτάδες δηλαδή;- τον είχαν πως και πως να τους τραγουδάει και ντουέτο µε τον Χ'στάκη να τους λένε καλαµπούρια. Εκεί, πότε µε το θάρρος πότε στα κλεφτά, έπαιρνε κάνα µεζέ και µας έκανε νόηµα απ' τον όχτο που καθόµασταν και περιµέναµε
βλέποντας τους άλλους, τους «µεγάλους να χορεύουν και να γλεντάνε. 
Αλλά τότε πως αργούσε Θεέ µου; ...Άραγε γιατί δεν µου 'κανε νόηµα; 
Γιατί δεν υπάρχει κανένας να µου δώσει και µένα ένα µεζέ;
Τι λιγούρα ήταν και κείνη! …Κι αυτή η µυρωδιά απ' τα ψητά πως ερχόταν ίσια στη µύτη; Σκέφτοµαι τώρα ...άραγε σε τι ψυχολογικό κόσµο θα βρισκόταν ο πατέρας τότε, όταν δεν είχε τη δύναµη να δώσει στα παιδιά του ένα µεζέ ψητή προβατίνα που τόσο λαχταρούσαν;  
Αργότερα, πολλά χρόνια µετά τον ρώτησα:
- Πατέρα ήξερες πόσο λαχταρούσα για ένα µεζέ τότε;
- Αχ Βασίλη µ'! ... ξέρ' ς γιατί έπ' να του κρασί;
Όποιος µπορεί ας καταλάβει...
Ας καταλάβει τον πόνο ενός γονιού που πάνω στο γλέντι, ας φαινόταν χαρούµενος στους άλλους, υπέφερε γιατί δεν µπορούσε να κάνει το παιδί του να χαρεί κι' αυτό.
Όχι για τίποτα σηµαντικό, αλλά να ...για ένα τόσο δα κομµατάκι ξύγκι πάνω σ' ένα παΐδι!

Επιμέλεια-Ανάρτηση: Τάκης Ευθυμίου


Δεν υπάρχουν σχόλια: