TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΡΥΛΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΡΥΛΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 24 Μαΐου 2019

Ο βασιλιάς Ακρίτας


Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΑΚΡΙΤΑΣ
[Του Γιάννη Αν. Σαντάρμη]

Πηγή φωτο: https://www.google.com/search?q=κων/νοσ

- Σε μέγα καραούλι,
ποιος είσ’ εσύ που στέκεσαι στου Ρωμανού την Πύλη,
δικέφαλο αϊτοπούλι
φοράς, εσένα των Γραικών ρήγα λαλούν τα χείλη;

-Εγώ ’μαι, Μουχαμέτη,
εγώ ’μαι ο σαραντάπηχος ο Διγενής Ακρίτας,
εδώ ’ναι χίλια έτη
η Πόλη, που ορέγεσαι κι από καιρούς εκοίτας.

-Παράδωσέ την, ρήγα,
και σύρε στο Μοριά να βρεις ρηγάτο αραξοβόλι,
νικώ, όπου κι αν πήγα,
μ’ αν δεν τη δώσεις, παίρνω την με το σπαθί την Πόλη.

-Δεν είναι μου στο χέρι,
ούτε στο χέρι κανενός, την Πόλη να σου δώσω,
το Γένος μου το ξέρει,
δε δίνω την κληρονομιά, το Γένος μου το τόσο.

-Εσύ είσαι κουρσάρης,
μα εγώ για την πατρίδα μου και για την πίστη σβήνω,
έλα για να την πάρεις,
κάστρο, πάνω απ’ τα κάστρα της, θα βρεις τον Κωνσταντίνο!

Αφήνει το κοντάρι,
βγάζει το στέμμα ο βασιλιάς, ψηλά τα μάτια υψώνει,
ζητά τη θεία τη χάρη
και στην ουράνια Υπέρμαχο ελπίδα έχει μόνη.

-Μαζί μου, Κύριε, ορθώσου,
είναι ο λαός μου δούλος Σου, Εσέ έχει μεταλάβει,
οι Έλληνες λαός σου,
για εσέ πεθαίνουν, Παναγιά, παρά να γίνουν σκλάβοι.
                                                 
Γλωσσάρι
αραξοβόλι, το = κατάλληλος ακρολιμένας, όπου αράζουν τα καράβια,    αγκυροβόλι, τόπος ηρεμίας.
Διγενής Ακρίτας = θρυλικός ήρωας, γεννημένος από πατέρα Άραβα εκχριστιανισμένο και μητέρα Ρωμιά (Διγενής = από δύο γένη), που φρουρεί τα σύνορα – άκρα της βυζαντινής αυτοκρατορίας, εναντίον των απελατών (ληστών) και των κατακτητών, φρουρός συνόρων.
κουρσάρης, ο = αυτός που κάνει πειρατικές καταδρομές, λεηλάτης, λαφυραγωγός.
Μουχαμέτης = ο Μωάμεθ ο Β’, ο Πορθητής. Στις 22 Μαΐου 1453, παράγγειλε ο Μωάμεθ, για τελευταία φορά, στον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, τον ΙΑ’, να πάρει το λαό του και να πάει να εγκατασταθεί, ως βασιλιάς, στην Πελοπόννησο. Ο δε βασιλιάς, στις 23 Μαΐου, του απάντησε, μεταξύ των άλλων, με τα περήφανα για τον ηρωισμό τους λόγια, που είναι άξια θαυμασμού, κατά τον ιστορικό Μιχαήλ Δούκα. «Το δε την Πόλιν σοι δούναι, ούτ’ εμόν εστί, ούτ’ άλλου των κατοικούντων εν ταύτη΄ κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φεισόμεθα της ζωής ημών».
Ρωμανού Πύλη = πύλη στα τείχη της Κωνσταντινούπολης, προς το στεριανό μέρος της πόλης, η πιο σθεναρή, που προσονομάσθηκε από την εκκλησία, που ήταν εκεί κοντά στο όνομα του Αγίου Ρωμανού.
σαραντάπηχος, ο = αυτός που έχει ύψος 40 πήχες, ο μακρύς 40 πήχες.

Επιμέλεια-Ανάρτηση: Τάκης Ευθυμίου





Παρασκευή 11 Ιουλίου 2014

Το στοιχειωμένο φίδι

Το στοιχειωμένο φίδι και οι λίρες
[του Ηλία Προβόπουλου, δημοσιογράφου]
Δεν είναι ο πρώτος άνθρωπος, ο μπάρμπα Λάμπρος Κοντογούνης από τη Βαρβαριάδα των Αγράφων, που το όνομά του έχει συνδεθεί τόσο στενά με ένα τόπο, ώστε οι περισσότεροι, όταν αναφέρονται σε αυτό τον μικρό παραποτάμιο συνοικισμό του Μαράθου, να εννοούν πρώτα το γέροντα και το χάνι του και μετά όλα τα άλλα. Δεν είναι ο πρώτος λοιπόν, αλλά είναι ο τελευταίος από τους παλιούς ανθρώπους που έγινε σύμβολο των Αγράφων και η φήμη του ξεπέρασε τα σύνορα του μικρού κόσμου των επτά χωριών που ανάσαιναν στις απότομες πλαγιές των βουνών, κάτω από τις ψηλές κορυφές και πάνω από νερά του νευρικού Αγραφιώτη.
      Στο μπάρμπα Λάμπρο άρεσε το κυνήγι καθώς και το ψάρεμα, αλλά δεν ευκαιρούσε και πολύ να ασχοληθεί με αυτά τα πράγματα. Πήγαινε όμως καμιά φορά για λαγό στα κοντινά χωράφια και πάντα γύριζε με γεμάτο το σακίδιό του. Εκείνα τα χρόνια πάλι, στις μεγάλες αριές που είναι στα δάση πάνω από τη Βαρβαριάδα έπεφταν χιλιάδες οι φάσες και δεν έχανε ευκαιρία και με αυτές. Τα τελευταία χρόνια που γέμισε ο τόπος αγριογούρουνα και συγκροτήθηκαν παρέες από τα κοντινά χωριά, όλοι τον θέλουν να είναι μαζί τους, περισσότερο για τις ιστορίες που λέει αλλά και για να ευχαριστιέται κι αυτός. Έτσι πηγαίνει καμιά φορά, ως παρατηρητής κυρίως με την παρέα του Κρέντη και παίρνει πάντα κι αυτός μερίδιο από το θήραμα που χτυπάνε. Στην ταινία δε  «Το πήδημα του Κατσαντώνη»     παρουσιάζεται ως αρχηγός της ομάδας που χτύπησε ένα ημιάγριο, γιατί δεν μπορούσαν να βρουν κανονικό αγριογούρουνο, μέσα στον Αγραφιώτη.
       Τον μόνο καιρό που κρατούσε συστηματικά όπλο στα χέρια του, ήταν όταν σαν μέλος των ΤΕΑ, στα μέσα της δεκαετίας του ‘60 φύλαγε σκοπιά στην γέφυρα του Αγραφιώτη να μην τυχόν και τη χαλάσουν. Για να περνάει η ώρα του, τότε βάραγε με το Εγγλέζικο Ένφιλντ, πέστροφες στον μεγάλο βιρό που ήταν κάτω από τη γέφυρα. Μπορεί όμως να είχαν κι αυτός και οι άλλοι μεγάλη επιτυχία στις πέστροφες αλλά ποτέ δεν κατάφεραν, αν και το είχαν πυροβολήσει ένα σωρό φορές, να βαρέσουν ένα μεγάλο φίδι που φώλιαζε μέσα στον τοίχο της γέφυρας. Δεν το έπιασε καμιά σφαίρα και αυτό κυκλοφορούσε εκεί μέχρι την ημέρα που κάποιοι άγνωστοι πήγαν και έσκαψαν χωρίς να τους πάρει κανένας είδηση και έβγαλαν ένα κιβώτιο με λίρες που ήταν κρυμμένο εκεί. Από εκείνη την ημέρα λέει, εξαφανίστηκε και το φίδι και όλοι τότε πίστεψαν πως αυτό ήταν το στοιχειό που φύλαγε το θησαυρό και γι’ αυτό δεν το έπιαναν οι σφαίρες!


Επιμέλεια-Ανάρτηση; Τάκης Ευθυμίου

Πέμπτη 22 Μαΐου 2014

Το Δοκίμι

Τ Ο   Δ Ο Κ Ι Μ Ι
[του Γιάννη Αν. Σαντάρμη]


                           Ψηλά στη Γούρα στέκομαι κι ολόγυρα αγναντεύω,
                           το Δομοκό βλέπω από δω, το Νταοκλί από κείθε
                            κι από την άλλη τη μεριά θωρώ και την Καΐτσα,
                           πουχει τα βοϊδολίβαδα, πουχει τα βοσκοτόπια,
                           πουχει κι αυτό ταπλόχωρο και το φαρδύ το Σμάκι.
                           Εδώναι γη για τρέξιμο, λακκούλα για λιθάρι,
                           είναι και τόπος διάπλατος που παίζουν το δοκίμι.
                           Σήμερα πουναι τΑη-Γιωργιού, πουναι χρυσό γιορτάσι,
                           τρέχουν εδώ Καϊτσιώτισσες, φτάνουν εδώ Καϊτσιώτες,
                           έρχονται από το Νταοκλί βλάχοι Σαρακατσάνοι,
                           πλακώνει κι απτο Δομοκό σαν το μελίσσι ο κόσμος.
                           Όλοι σταγνάντιο κάθονται κι όλοι για τήρα βγαίνουν,
                           οι γέροι παν σιμά-σιμά, για να κοντοκοιτάζουν,
                           οι νιες πίσω αραδιάζονται, ξοπίσω κι οι λεβέντες
                           και τα μικρά παιδάπουλα, ναναι ψηλά, να βλέπουν,
                           όπείναι δέντρο σκάλωσαν, όπου κοντρί ανεβήκαν
                           κι όπου τσούμα περίτρανη το στήσαν καραούλι.
                           Γύρα-τριγύραναι ο ντουνιάς και μέσα εκεί στη μέση
                           τα παλικάρια μάχονται και παίζουν το δοκίμι,
                           πόσο πάει ένα φόρτωμα, τόσο κι αυτά ζυγιάζει,
                           οκάδες ξήντα η μια μεριά, οκάδες ξήντα η άλλη.
                           Ένας το πιάνει από τη μια, τααγγίζει άλλος απόκει,
                            άλλος το σει, το ματασεί, μα εκείνο δε σαλεύει
                            κι άλλος μια στάλα το κουνά και το ματακαθίζει.
                            Στον κύκλο πρόβαλλε ο Καλτσάς, να παίξει το δοκίμι,
                            όλος ο κόσμος τον τηρά κι η μάνα του τού λέει.
                            -Σήκωστην πέτρα, Μήτρο μου, να σε θαμάξει ο κόσμος.
                            Αρπάζει το δοκίμι ο νιος, στα γόνατα το φέρνει
                            κι εκεί που πάει στα στήθια του να τανεβάσει ο μαύρος,
                            του κόβονται τανάκαρα, λύνονται τα ήπατα του
                            και πέφτει αυτό απτα χέρια του, κυλάει στα πόδια μπρος του.