TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Σάββατο, 9 Δεκεμβρίου 2017

Ουάου!!!



Ουάου!!!

Λαογραφικά σημειώματα του Χρήστου Τούμπουρου
Πηγή φωτο:https://periergaa.blogspot.gr/2017/11/blog-post_472.html

Ομολογώ ότι αυτή τη λέξη-κραυγή, «ουάου!!!» που εκστόμισε ομιλώντας στη Βουλή κατά τη συζήτηση των Προγραμματικών Δηλώσεων της Κυβέρνησης, πολιτικός ανήρ με προβλημάτισε αρκούντως, καθόσον ένιωσα αδύναμος ή ανίκανος να προσδιορίσω τι μέρος του λόγου είναι. Λέξη ή άναρθρη κραυγή; Γνωρίζω καλά πως η γλώσσα είναι εκφραστικός τρόπος. Υπάρχουν όμως και άλλοι. Εκφραστικός τρόπος του ανθρώπου είναι και η άναρθρη φωνή, η εκφώνηση έρρυθμων ήχων κλπ. Εκφραστικός τρόπος δεν είναι όσα -γαυγιστί- εκφέρονται ή όσα χαριτομενοειδώς απαγγέλλονται. 
Κατόπιν όλων αυτών και για να μη με πιάσει ο σιουμπές αποφάσισα να εξετάσω το θέμα από λαογραφικής απόψεως. Απευθύνθηκα στον μπάρμπα Βασίλη, όστις διαμένει εις το παρακείμενο μαντρί, άξεστος Τζουμερκιώτης, γιδοτρόφος, οιωνοσκόπος, προξενητής και μέγας γλωσσολόγος, να γνωμοδοτήσει επί του προβλήματος. Ούτος εντρυφήσας επισταμένως και συλλογισθείς -δύο ολόκληρες μέρες- απεφάνθη ως ακολούθως:
«Μπρέεε, ούτσ’, αχπάν, κρούνκα και διαλοταραμένα, πριιιιι, σιατ, σιατ, σιατ, μπεεεε, πρατς, πρατς, πρατς, ε ορέ διαολοσκιλσμένα ούστ απ’ εκεί, ατς, άτς, άτς…». 

Παρασκευή, 8 Δεκεμβρίου 2017

Ο βλάχος φέρνει το τυρί



Ο ΒΛΑΧΟΣ ΦΕΡΝΕΙ ΤΟ ΤΥΡΙ 
Γράφει ο Παναγιώτης Δημάκης,
υπεύθυνος ιστορικού αρχείου Δήμου Αμφίκλειας-Ελάτειας

Το 1907 ήταν ακόμη, αυτή ή εποχή, των παλικαριών, πού η ποιμενική τους ενδυμασία, διατηρούσε μίαν αρχαϊκή αύρα, παρά την προχειρότητα, την καθημερινή τριβή τού βίου, τα φθαρμένα σκουτιά, οι βασιλικοί μανδύες διαφέρουν μόνο στα υλικά και στα επίρραπτα πολύτιμα λιθοκόλλητα, όχι στον τρόπο, πού τα έφεραν, όπως οι ποιμένες εδώ στην φωτο. Διακρίνονται το σελάχι, τα τσαρούχια, η γιδόκαπα και το εντυπωσιακό παράστημα, των ευσταλών αυτών ανδρών, με την αγαλματώδη καταγραφή των μυώνων, πού έφερναν τα προϊόντα τους, για ανταλλαγή, με τον αρχαϊκό τρόπο, αλλά εύκολα και ευκίνητα, μεταβάλλονταν σ’ αητούς κι αητόπουλα των βράχων και των βραχόπυργων, πραγματικοί βασιλείς των Ορέων.

Επιμέλεια-Ανάρτηση: Τάκης Ευθυμίου

Πέμπτη, 7 Δεκεμβρίου 2017

Επαγγέλματα πλανόδιων



Επαγγέλματα πλανόδιων στην παιδική του γειτονιά…
[Από τις ιστορίες του Νικόλα]

Ο Νικόλας θυμάται επαγγέλματα πλανόδιων της παιδικής του γειτονιάς…
Ο γιαουρτάς
Γιαουρτάδες και γαλατάδες υπήρχαν σε μαγαζάκια στις τότε γειτονιές. Γελάει και σήμερα μη ξεχνώντας Ρουμελιώτη γιαουρτά-γαλατά που μπαίνοντας στο γαλατάδικό του, το πρώτο που έβλεπες ήταν προειδοποιητική ταμπέλα στην εποχή της ανέχειας:
ΣΗΜΕΡΑ ΒΕΡΕΣΕ ΔΕΝ ΕΧΕΙ
ΑΥΡΙΟ ΈΧΕΙ
που βρισκόταν διαρκώς κρεμασμένη στη θέση της..
Υπήρχαν όμως και οι πλανόδιοι γιαουρτάδες..
- Γιαούρτι πρόβιο!...., ή κάποιοι,
- Σηλυβριανό γιαούρτι!..,
ήταν το κάλεσμα του αντίστοιχου καταγωγής ρουμελιώτικης, πρόσφυγα Θρακιώτη από τη Σηλυβρία του δεύτερου.
Περασμένο πάνω από τους ώμους του, πίσω από το σβέρκο του, οριζόντιο, ένα γερό κοντάρι που το κρατούσε στη θέση του με τα δυο χέρια. Από τις άκρες κρέμονταν, αριστερά- δεξιά με από τέσσερα- πέντε σχοινιά δυο ταψιά. Μέσα τους από μια τεράστια τσανάκα γιαούρτι.
Οι νοικοκυρές πήγαιναν ένα μεγάλο πιάτο που ζύγιζε ο γιαουρτάς. Μετά έβαζε γιαούρτι με μια πλατειά κουτάλα και ξαναζύγιζε να βρει το βάρος.
Ο τρόπος αυτός πώλησης του χύμα γιαουρτιού στη γειτονιά κράτησε μέχρι το1950 περίπου. Άλλαξε με τη πώληση από γυρολόγους γιαουρτάδες κεσέδων γιαούρτι βαλμένους σε τσίγκινα φορητά ντουλαπάκια. Αυτό τους έδινε την ευχέρεια να κρατούν στο ένα χέρι το ντουλαπάκι και στο άλλο τσίγκινο δοχείο για να πωλούν και γάλα. Τότε εμφανίστηκαν κι΄ οι ΕΒΓΕΣ που πουλούσαν γαλακτοκομικά, οπότε χάθηκε το επάγγελμα.

Τετάρτη, 6 Δεκεμβρίου 2017

Έπαινος Ποίησης στον Μπάμπη Τσέλο



Έπαινος στον Πανελλήνιο Ποιητικό Διαγωνισμό Σωματείου Λόγου
και Τέχνης ΑΛΚΥΟΝΙΔΕΣ 2017 στον Μπάμπη Τσέλο
                                               Εσύ για πάντα ίδιο στο τραπέζι
               Τα χέρια των δρεπανοφόρων
               έκοψαν τα χρυσά τα στάχυα
               αλεύρι έκαναν, άρτο ζυμίτη.
               Σου 'δωσαν θεϊκή μορφή οι δυνατές παλάμες.
               Εσύ τους έδωσες το γάλα τους στο στήθος
               τους χάρισες τη δύναμη της ζήσης.
               Με το δικό σου ξεροκόμματο ξωμάχοι
               τη μέρα κόβουνε στη μέση
               κι ύστερα στο καταμεσήμερο 
               τον ήλιο ανέκφραστα κατάματα κοιτάζουν.
               Ζεσταίνονται παιδιά με σένα στην αγκάλη
               κόσμος μες στις πλατείες φωνάζουν τ' όνομά σου.
               Όλη η ιστορία μας γραμμένη απ' την ύπαρξή σου. 
               Γλυκόπικρο της μάνας, πως μοσχοβολάς τη μνήμη
               πόσα μάτια δακρύσανε για σένα
               το πόσα αίματα χυθήκανε στους δρόμους
               πόσα χωράφια κοκκινίσαν, πόσα στάχυα.
               Στη δύναμή σου στηριχθήκαν Παρθενώνες.
               Ψωμί, μοναδική έγνοια τ' ανθρώπου
               είσαι το φυλαχτό στον κόρφο όλου του κόσμου
               γέννα κι ελπίδα της ζωής το ξέρω, εσύ είσαι.
               Όλα έχουν αλλάξει, εσύ για πάντα ίδιο στο τραπέζι
               ωσάν προσκομιδής αντίδωρο επιούσια σε ζητάμε.
               Μπάμπης Τσέλος (ψευδώνυμο: Βραχινός)

               Επιμέλεια-Ανάρτηση: Τάκης Ευθυμίου


Τρίτη, 5 Δεκεμβρίου 2017

Φώτης Κόντογλου



Ο ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ  (1965)

Ο Μικρασιάτης Φώτης Κόντογλου αναζήτησε πηγές έμπνευσης αποκλειστικά στο Βυζάντιο και στην ανατολική παράδοση, απορρίπτοντας κάθε επαφή με τη δυτική τέχνη. 

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: ΑΡΧΕΙΟ ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ, ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΑΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΑ
ΑΡΧΕΙΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ
ΠΗΓΗ: ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ
ΕΠΙΜΕΛΈΙΑ-ΑΝΑΡΤΗΣΗ: ΤΑΚΗΣ ΕΥΘΥΜΙΟΥ

Δευτέρα, 4 Δεκεμβρίου 2017

Ο παλουκωμένος της Υπάτης



Ο παλουκωμένος της Υπάτης
(του αείμνηστου Ζάχου Ξηροτύρη)

Στα χρόνια της δουλείας, τότε που η Οθωμανική κυριαρχία, ήταν κυρίαρχος ζωής και θανάτου, στην Υπάτη (στο Πατρατζίκι) που διεδραμάτισε σπουδαίο ρόλο στην εποχή της Τουρκοκρατίας, θανατώθηκε δια βασανισμού κάποιος χριστιανός αγωνιστής. Χριστιανοί βέβαια και πολεμιστές θανατώθηκαν πολλοί και αμέτρητοι, μα γι’ αυτόν γίνεται λόγος, για τον τρόπο που θανατώθηκε με παλούκωμα και πήρε το όνομα ο παλουκωμένος και ο τόπος του μαρτυρίου του, πήρε και κείνος την ονομασία του «στου παλουκωμένου».
Τόπος του μαρτυρίου του, είναι το υψωματάκι (φωτογραφία) εκείνο ανάμεσα στον Άγιο Ηρωδίωνα και στη Μοιρά, που γινόταν το φημισμένο παζάρι της Υπάτης.
Τον ανώνυμο αυτό χριστιανό, η παράδοση και η φαντασία τον φέρνει παλουκωμένο-σουφλισμένο σαν αρνί, όρθιο-στητό με κρεμασμένα τα χέρια προς τα κάτω, όπως παρέδωσε το πνεύμα. Όσοι τον είδαν με τη φαντασία τους, τον είδαν στητό παλληκαρήσια σαν να δέχτηκε καρτερικά το θάνατο. Η μορφή του μένει ατράνταχτη, παρά τα δεινοπαθήματά του, τα μάτια του γουρλωμένα και αγριεμένα λες και απειλεί και ετοιμάζεται να αντεπιτεθεί κατά των βασανιστών του. Από τους φρικτούς βασανισμούς του, στοίχειωσε και βγαίνει τα μεσάνυχτα έτσι παλουκωμένος όπως είναι, σαν κάτι να θέλει να πει στους διαβάτες ή να θέλει να διαμαρτυρηθεί στους βασανιστές του.  Πόσοι και πόσοι δεν τον είδαν ολοφάνερα, και όσοι περνούν από κει τα μεσάνυχτα ως το γλυκοχάραμα, θα τον δουν και θα το μολογάν την άλλη μέρα, «είδα χθες τον παλουκωμένο» και το λένε μ’ ένα τρόπο τόσο φυσικό σαν να είναι κάτι το συνηθισμένο, κάτι το καθημερινό. Βέβαια υπάρχουν και άλλοι που φοβούνται και αν τους φέρει ο δρόμος νύχτα από εκεί, αλλάζουν δρόμο και χάνουν την ευκαιρία να δουν τον στοιχειωμένο. Δεν μιλάει, δεν κινείται, δεν χειρονομεί ο στοιχειωμένος, μόνο που στέκει σαν παλουκωμένος με ορθάνοιχτα μάτια, ένας άντρακλας ως εκεί πάνω νιός χαριτωμένος, έτσι τον θέλει ο θρύλος και η φαντασία έτσι τον πιστεύουν και οι κάτοικοι της Υπάτης και των περιχώρων, όσοι έχουν διάβα από εκεί. Πόσες ώρες μένει εκεί στον τόπο του μαρτυρίου του ο παλουκωμένος και που πηγαίνει την ημέρα και χάνεται το στοιχειό, κανένας δεν το ξέρει.
Ο παλουκωμένος που στοιχειώθηκε, είναι καλός και άκακος και πολύ καλόκαρδος με τους χριστιανούς.  Μα άθελα του, έγινε πρόξενος πολλών επεισοδίων. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που με την φαντασία τους είδαν τον παλουκωμένο, τρόμαξαν και επιχείρησαν να πυροβολήσουν με το ζερβί χέρι, να τρομάξουν το στοιχειό και να το διώξουν.
Και άλλοι που είδαν τυχαία, αμέριμνο διαβάτη να στέκει νύχτα εκεί στο λοφίσκο του παλουκωμένου και τράπηκαν σε άτακτο φυγή, έχουν να το λεν και να το μολογούν ότι πράγματι τον είδαν.
Σήμερα άλλαξε ο δρόμος, δεν περνάει από τη θέση του παλουκωμένου και οι κάτοικοι της Υπάτης και των χωριών λιγόστεψαν και γι’ αυτό λιγόστεψαν και εκείνοι που τον έβλεπαν. Ως τόσο όμως και κανείς να μην τον ξαναδεί, η παράδοση θα τον διαιωνίζει και θα μας τον παρουσιάζει σαν έναν επιπλέον παλουκωμένο μάρτυρα της Τουρκικής θηριωδίας.

Επιμέλεια-Ανάρτηση: Τάκης Ευθυμίου