TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2018

Ένα χερόβολο στάχυα


ΕΝΑ ΧΕΡΟΒΟΛΟ ΣΤΑΧΥΑ
Λαογραφήματα του Γιώργου Ζούγρου, δασκάλου
 «Όσο σε βοηθάει η νύχτα κι η αυγή
δεν σε βοηθάει η μάνα κι η αδερφή»
Αυτή η λαϊκή σοφία επικρατούσε σ’ όλο το χωριό και έκρυβε μεγάλη αλήθεια. Γι’ αυτό ξυπνούσαν θαμπά-θαμπά και τους έβρισκε το ξημέρωμα στο χωράφι.
 Τα στάχυα βαρέθηκαν το παιχνίδι με το αεράκι και περίμεναν το χέρι του θεριστή. Ο θέρος όμως δεν ήταν παιχνίδι, ήταν ένας αγώνας για το ψωμί, μέσα στο λιοπύρι. Ήταν και οι κολτσίδες, τα σακοτρύπια και τ’ αγκάθια οι κεφαλάδες που φύτρωναν ανάμεσα στα στάχυα.
Οι άντρες κατέβαιναν στο βαρκό, να βρέξουν το δεματικό, εκεί που οι νεροφίδες κυνηγούσαν τα μπακακάκια ανάμεσα στα βούρλα. Οι μικρομάνες κουβαλούσαν και τα κούτσικα στο θέρο. Γύριζαν ένα σαμάρι ανάποδα για μπισίκι και τ’ άφηναν εκεί στον ίσκιο της γκορτσιάς. Κι όταν αυτά έκλαιγαν τα βυζόπιαναν λιγάκι και ξαναρίχνονταν στον έργο.
Το δρεπάνι έκοβε ασταμάτητα τα στάχυα, που γίνονταν χερόβολα και δεμάτια. Ο ιδρώτας κυλούσε στο μέτωπο, όσο ανέβαινε το καντήλι του ήλιου στον ουρανό. Αποκαμωμένοι ξώμαχοι οι θεριστές τράβαγαν για το σκορδόξυδο στον ίσκιο της γκορτσιάς, να δροσιστούν τα σωθικά τους.

Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2018

Γιοφύρι Τατάρνας


ΑΓΡΑΦΑ ΕΥΡΥΤΑΝΙΑΣ-ΓΙΟΦΥΡΙ ΤΑΤΑΡΝΑΣ
[Του Γιάννη Μάκκα]
Το παλιό λιθόχτιστο γιοφύρι της Τατάρνας με την πηγή Μαρδάχα! Η φωτογραφία  είναι του 1960, πριν τη δημιουργία του φράγματος, του γιατρού Ιωάννη Κρικέλλη, μιας μεγάλης γνωστής   ευρυτανικής προσωπικότητας.

Πηγή: f/b Ioannis Elatos Makkas
Επιμέλεια-Ανάρτηση: Τάκης Ευθυμίου

Κυριακή, 17 Ιουνίου 2018

"Με την Ηπειρώτικη λαλιά"


«Με την Ηπειρώτικη λαλιά»
[Χρήστος Αριστοτέλη Τούμπουρος]
«Με την Ηπειρώτικη λαλιά» είναι το νεοεκδοθέν βιβλίο τού αγαπητού φιλολόγου-συγγραφέα-ερευνητή Χρήστου Αριστ. Τούμπουρου, καταγόμενου από τα Άγναντα Τζουμέρκων Ηπείρου. Με ιδιαίτερη τιμή το παρέλαβα από τον ίδιο το συγγραφέα με θερμή μάλιστα αφιέρωση και τον ευχαριστώ πολύ. Η χαρά μου, θαρρώ, δικαιολογημένη επειδή και στις δικές μου φλέβες ρέει κάποιο ηπειρώτικο DNA, δεδομένου ότι η προγονική μου γενιά αναγκάστηκε κυνηγημένη επί Τουρκοκρατίας να μετακινηθεί από την Ήπειρο και να ριζώσει στα παρατυμφρήστια χωριά.
Η αξιοσύνη τού συγγραφέα και οι συγγραφικές του και θεατρικές του περγαμηνές, με ηπειρώτικο κυρίως περιεχόμενο, είναι γνωστά και αποδεκτά σε όλους τους Ηπειρώτες και όχι μόνο. Μάλιστα, έχω την τιμή να φιλοξενώ τακτικά στο ιστολόγιό μου «Φθιωτικός Τυμφρηστός» τα γλαφυρά λαογραφικά του σημειώματα που προξενούν θετικότατη εντύπωση στους επισκέπτες αναγνώστες.
Το βιβλίο είναι ένα ξεχωριστό πόνημα με ανεξίτηλο λαογραφικό ηπειρώτικο άρωμα που δεν ξεθωριάζει ποτέ, που σε συνεπαίρνει και άθελά σου σε μεθά. Είναι ένας γλυκός ανασασμός για τη γενέτειρα Ήπειρο. «Πόθοι κι αγάπες, όνειρα κι ελπίδες στο ηπειρώτικο λιακωτό από λούλουδα βαλμένες», όπως ευστοχώτατα τονίζει ο ίδιος ο συγγραφέας.
Το πόνημά του περιλαμβάνει τρία μέρη. Οι «Ελεύθεροι προβληματισμοί» είναι το πρώτο μέρος και αφορά ιστορικά γεγονότα καθώς και σύγχρονα θέματα, όπου το σπιρτόζο αιρετικό πνεύμα του γνήσιου Ηπειρώτη Χρήστου Τούμπουρου προβληματίζει και συνάμα νουθετεί εντελώς φυσικά και αβίαστα.

Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2018

Νεροκουβάλημα


ΝΕΡΟΚΟΥΒΑΛΗΜΑ ΜΕ ΤΗ ΦΤΣΕΛΑ ΑΠΟ ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΗ 
ΣΤΟΝ ΚΛΕΙΤΣΟ ΕΥΡΥΤΑΝΙΑΣ ΣΕ ΠΑΛΙΟΤΕΡΗ ΕΠΟΧΗ
Από το νεοεκδοθέν βιβλίο 600 σελ. του Ηλία Δημ. Παπουτσόπουλου, πρ. Δημάρχου Φουρνάς «Κλειτσός Ευρυτανίας το χωριό μας»

Επιμέλεια-Ανάρτηση: Τάκης Ευθυμίου

Τα ξένα και τ' αλαργινά



ΤΑ ΞΕΝΑ ΚΑΙ Τ’ ΑΛΑΡΓΙΝΑ
Λαογραφήματα του Γιώργου Ζούγρου, δασκάλου

«Ανάθεμά σε ξενιτιά,
με τα φαρμάκια πού ’χεις …»
Η νύχτα τυλίγει μ’ ένα μαύρο πυκνό σκοτάδι τα σπίτια με τις μυτερές σκεπές. Πώς να κλείσεις όμως μάτι, που έρχονται οι αναμνήσεις ακάλεστες και σε πνίγουν σα θηλιά;
Ήταν χινόπωρο, όταν η ανάγκη με οδήγησε να πάρω τη μεγάλη στράτα της ξενιτιάς, αφήνοντας πίσω μια μάνα κι ένα ορεινό χωριό. Πλανέφτρα είναι η ξενιτιά, σα κόρη όμορφη με τα στολίδια της, που σου γνέφει κι ύστερα χάνεται μακριά. Σου τάζει λίρες και φλουριά, σε ξεγελάει με τα πλούτη της.
Θυμήθηκα κι απόψε την κληματαριά μας, που σκαρφάλωνε στο μπαλκονάκι μαζί με τ’ αγιόκλημα, το παραθύρι που έβλεπε στο σοκάκι της γειτονοπούλας.
Όλα περνάνε απόψε απ’ το μυαλό μου. Οι γυναίκες που κουβαλάνε ζαλωμένες τα ξύλα στον ανήφορο, οι γιαγιάδες που βρέχουν την κόρα στο νερό. Ένας λαός βασανισμένος και στερημένος. Τη γίδα μας την κανούτα, που έκανε κάθε χρόνο δυο κατσικάκια. Τ’ αλέτρι παρατημένο στην άκρη της αυλής. Το φούρνο που έψηνε η γιαγιά μπλανό και ζυμαρόπιτα. Το χαγιάτι με τις αραδιασμένες μυρουδιές της ρίγανης και του φασκόμηλου.

Τετάρτη, 6 Ιουνίου 2018

Ταχυδρομεία και Τηλεγραφεία


ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ ΚΑΙ ΤΗΛΕΓΡΑΦΕΙΑ ΚΕΙΜΗΛΙΑ ΚΑΙ ΕΝΘΥΜΗΣΕΙΣ
Του Παναγιώτης Δημάκη, υπεύθυνου ιστορικού αρχείου
Δήμου Αμφικλείας-Ελατείας
Εγκύκλιος Ταχυδρομείων. Με αυστηρό ύφος η Διοίκησις, εντέλλεται τήν έξέλεγξιν τών συσσωρευομένων επιστολών, διότι αποστέλλονται, ανωνύμως, συγχρόνως, και ασέμνου περιεχομένου και παραστάσεων, χάριν παιδιάς και τινά, εικονογραφημένα δελτάρια βιομηχανίας, μέγας δε συγκεντρώνεται όγκος, κατασχόμενα, όχι μόνον είς τα Γραφεία, τών μεγάλων, αλλά και τών μικρών πόλεων.... Κρίμα είναι, πού δεν γνωρίζουμε, τα επίμαχα αυτά δελτάρια βιομηχανίας, πού η εποχή τής άκρας αθωότητος, θεωρούσε άσεμνα και σκανδαλίζοντα, με τα σημερινά μέτρα, θα ήσαν το αντίθετο.
Η διαδοχική αποδόμηση, τών υφισταμένων, από τήν ίδρυση τών Νομών, Επαρχιών και Δήμων, διοικητικών δομών, του Νέου Ελληνικού Κράτους, με τις μεταφορές έδρας, όπως τών αστυνομικών σταθμών, τραπεζών, ταμείων, ταχυδρομικών γραφείων και πλήθους άλλων υποστηρικτικών δομών, είναι λάθος κεντρική επιλογή, αφού διασπά, τον ήδη χαλαρά υφιστάμενον, σήμερα κοινωνικό πυρήνα, τών τοπικών μικροκοινωνιών, πού έχουν προσαρμοστεί, να λειτουργούν και προσαρμόστηκαν να δραστηριοποιούνται, να εργάζονται, με τήν συμπαράταξη τών βοηθητικών δομών, επί σειράς γενεών και με τις όποιες ελλείψεις, παρέμειναν όρθιες, σε συμφορές, πολέμους και αφορίες. Η όποια ανάπτυξη, από τήν μηδενική σχεδόν βάση, πού είχε περιέλθει το Ελληνικό Έθνος, κατά τήν μακρά περίοδο τής Οθωμανικής κατοχής και δουλείας, βασίστηκε στις αυτές, τις υβριδικές δομές, με τούς Καποδιστριακούς και Οθωνικούς νόμους, πού επί μακρόν, στήριζαν και συνόδευαν, τον αφανή στρατό τών αγροτών και τών ποιμένων, στήν δημιουργία τών οικονομικών προϋποθέσεων, ανόδου τού βιοτικού και κοινωνικού επιπέδου. Αυτά τα λιγοστά στελέχη, με συνήθως μικρή μόρφωση, αλλά περισσότερο χρόνο, είναι η μαγιά, τής μετάλλαξης και προσαναολισμού ενδιαφέροντος, σε πρώτο χρόνο, στην δημιουργία πολιτιστικών δρώμενων, συλλόγους, σχολεία, κοινωνικές εκδηλώσεις, συμβατές με τήν παράδοση. Σήμερα παρακολουθούμε τήν μετακίνηση, κατωτέρων δικαστηρίων, ταμείων, αλλά και άλλων υπηρεσιών, δημοσίου ενδιαφέροντος, πού βήμα-βήμα μεταφέρονται, σε διαρκώς μεγαλύτερες πόλεις, με κεντρομόλο ροή με αποτέλεσμα οι σήμερα εορτάζοντες, αύριο να διαμαρτύρονται. Το θέμα όμως είναι τα Ταχυδρομεία σήμερα, για να σημειώσουμε για τήν ιστορία, το κλείσιμο τού Ταχυδρομείου Ελατείας*, και να ανακαλέσουμε στήν μνήμη μας, τούς υπηρετήσαντες ευδοκίμως σ αυτά, αλλά και σε κοινωνικά έργα συμπατριώτες μας, Άγγελο Μπερώτα, Γ. Κολοκύθα-Γεωργιάδη, Π. Τσοπανάκο και τον Νίκο Σ. Αργυρίου, επίσης και άλλους στήν διαδρομή τού χρόνου. (Κατά πληροφορίες το Aρχείο έχει πολτοποιηθεί). Έτσι επελέγη μία σειρά, προβολής αντικειμένων, Φιλοτελικού, Αρχειακού και Ιστορικού γενικού ενδιαφέροντος.  

Κυριακή, 3 Ιουνίου 2018

Τα χάνια και ο αγωγιάτης


Τα χάνια & ο αγωγιάτης
(του Ζάχου Ξηροτύρη)

Ποιος από τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας ξέρει ή θα πι­στέψει τί ήταν τα χάνια; Ακούν καμιά φορά χάνια και χάνει ο νους τους, θέλουν διερμηνέα να τους εξηγήσει τί ήταν αυτά τα χάνια.
Ήταν απομονωμένα. κατοικητήρια, κάτι μακρόστενα κτίρια που ξεφύτρωναν στα σταυροδρόμια και στις πιο ειδυλλιακές τοποθεσίες με μαγικές της φύσης ομορφιές, έργα μαστόρων τεχνιτών, που η δόμη­ση τους γινόταν με μεράκι. Ήταν τα λεγόμενα Πανδοχεία, που δια­νυκτέρευαν περαστικοί κι αλαργινοί και ολόκληρα καραβάνια, σαν αυτά του Ρόβο. Ειδυλλιακές οι τοποθεσίες των χανιών στην ύπαιθρο, τόσο που όλοι ζήλευαν τη ζωή του χατζή. «Ήθελα, να ‘μουνα χατζής να κάθομαι στη στράτα, και να νταραβερίζομαι τον κόσμο π' αραδιά­ζει».
Και δεν ήταν χάνια μόνο στην ερημιά, γιατί ερημιά ήταν όλος ο τόπος, αφού δρόμοι και συγκοινωνία δεν υπήρχε τότε, αλλά και στις πόλεις και τις κωμοπόλεις, γιατί εκεί θα πήγαιναν οι χωρικοί όλοι με τα ζώα τους, για τις υποθέσεις τους, να ψωνίσουν ή να πουλήσουν προϊόντα κι έπρεπε να στεγασθούν και τα ζώα τους να ξεκουραστούν και να τροφισθούν, για να πάρουν το δρόμο της επιστροφής την ίδια ή την άλλη μέρα  βαρυφορτωμένοι.
Σήμερα, αυτά τα χάνια ρήμαξαν κι έμεινε η λέξη χάνια μόνο, που άλλοτε καραβάνια από αλογομούλαρα διακινούνταν και εξυπηρε­τούσαν τον άνθρωπο. Μ ένα λόγο, τα χάνια ήταν τα λιμάνια της ξηράς. Δεν ήξεραν οι παλιοί τι θα πει ρόδα, όλη η συγκοινωνία και διακόμιση γινόταν με ζώα. Σήμερα έχασαν τα χάνια και την αξία τους και τη μορφή τους, άλλα ερειπώθηκαν και άλλα έγιναν ξενοδο­χεία  ή εξοχικά κέντρα  ή πολυκατοικίες.

Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2018

Οι δυο λαμπάδες


Οι δυο λαμπάδες
(του Τάκη Λάππα)


Έχουν και τα άψυχα τη μοίρα τους. Μια μοίρα που πολλές φορές δεν διαφέρει απ’ των ανθρώπων. Ξεκινάνε κι αυτά με κάποιο προορισμό, μα το τέλος τους είναι αλλιώτικο. Τη μοίρα αυτή είχαν και δυο λαμπάδες της Ανάστα­σης.
Ο βασιλιάς Όθωνας κι η βασίλισσα Αμαλία στα 1826 γιόρτασαν το Πάσχα στην Αθήνα. Ποιος τους το ‘λεγε πως αυτό το Πάσχα θα ήταν και το τελευταίο τους στην 'Ελλάδα…
Η Αμαλία από τότε που πρωτογιόρτασε το Πάσχα στην Ελλάδα είχε καθιερώσει τούτη τη συνήθεια. Κάθε χρόνο ύστερα από τη λειτουργία της Ανάστασης έπαιρνε τη λαμπάδα που κρατούσε ο Όθωνας και με τη δική της μαζί, τη φύλαγε ως τον άλλο χρόνο που θα τις άλλαζε με τις καινούργιες. Τις παλιές τις έστελνε να τις κάψουν στην εκκλησία. Ήταν τάχα ιδιοτροπία της βασίλισσας, ή κά­ποια Ελληνίδα, Κυρία της Τιμής, να της το είχε πει για γούρι; Άγνωστο. Έγινε πια έθιμο για τη βασίλισσα και το κρατούσε πιστά. Έτσι και στα 1862 ύστερα απτό την Α­νάσταση που έκανε στην Αγία Ειρήνη τότε Μητρόπολη της Αθήνας — σαν γύρισε στο παλάτι, φύλαξε τις δυο λαμπάδες. Του βασιλιά και τη δική της.
Σ’ έξη μήνες οι βασιλιάδες αναγκάστηκαν να εγκατα­λείψουν για πάντα τη χώρα. Κι από τότε δεν ξαναγιόρτασαν άλλο Πάσχα στην Ελλάδα.

Γάμος στους Δελφούς


ΓΑΜΟΣ ΣΤΟΥΣ ΔΕΛΦΟΥΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ‘50
[Παλιά Ελλάδα]
Επιμέλεια - Ανάρτηση: Τάκης Ευθυμίου

Τετάρτη, 30 Μαΐου 2018

Ο "Μήτσος..."


Ο «Μήτσος…»
Λαογραφικά σημειώματα του Χρήστου Τούμπουρου
Ο γάιδαρος είναι ο αναίσθητος, ο τεμπέλης, ο αδιάφορος, ο κοπριταράς, το βόδι, ο Βουκεφάλας και το γκτσουπ. Και επειδή πάντα ταύτα τα άκουγα σε μόνιμη βάση, που με στόλιζαν με αυτά τα κοσμητικά επίθετα απαξάπαντες στο χωριό, ρώτησα κάποτε τον παππού. «Παππού τι είναι το γκτσουπ και γιατί το ταυτίζουν με τον γάιδαρο;». Είναι αλήθεια πως για κάμποση ώρα καταβυθίστηκε σε βαθιά συλλογή -όχι περισυλλογή- και άρχισε να δίνει την ερμηνεία του. «Γάιδαρος είναι ο ασιουμπέιαστος, ο πέρα βρέχ’, ο κάπα ντρουβά και ντφέκ’, ο γομαρνός… Κατάλαβες;» Κατάλαβα, δεν κατάλαβα, τι να έκανα. Κούνησα το κεφάλι και έφυγα.
Δεν μου λύθηκε η απορία. Πώς άλλωστε να μου λυθεί αφού εγώ έβλεπα συνεχώς τα γαϊδουράκια, όλα όσα ήταν στο χωριό, πάντοτε φορτωμένα και αγόγγυστα να μεταφέρουν αλεύρια, τσιμέντα, καρπούς και ανθρώπους. Με υπομονή, γκαρίζοντας κάπου κάπου είναι αλήθεια, μα δύσκολα, πολύ δύσκολα έβγαζαν το ψωμάκι τους. Ίσως και εγώ επειδή «ήμουν το παιδί των θελημάτων», ένας από τους αληθινούς, μα επίσημους αγωγιάτες του χωριού, που φανερά δεν γόγγυζα ποτέ, κι από πίσω τους έπαιρνε και τους σήκωνε όλους, γι’ αυτό με φώναζαν γαϊδούρι! 

Δευτέρα, 28 Μαΐου 2018

Στην Αμμόχωστο


Α΄  ΒΡΑΒΕΙΟ    8ου Παγκόσμιου Λογοτεχνικού διαγωνισμού ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΥ ΟΜΙΛΟΥ ΚΥΠΡΙΩΝ “ΕΠΟΚ”
ΣΤΟ ΛΑΜΙΩΤΗ  ΛΟΓΟΤΕΧΝΗ ΜΠΑΜΠΗ ΤΣΕΛΟ

Στην Αμμόχωστο

                              Λιμάνι της ανατολής, γένος της Σαλαμίνας
Αμμόχωστο πατρίδα μου, καημένο μου Βαρώσι.
Είσαι του Τεύκρου το παιδί, της Θεοδώρας μάνα
και του Βαρνάβα κήρυγμα οι έρμες εκκλησιές σου.
Δεσπόζεις στην Ανατολή μες στη χρυσή σου άμμο
καθώς η αύρα  απαλά χαϊδεύει την ακτή σου
το σίτο, τις πορτοκαλιές, τ' αμπέλια, τις ελιές σου.
Έμποροι σε λιμπίστηκαν, Σύροι και Γενουάτες
Ναπολιτάνοι, Βενετοί, Οθωμανοί και Άγγλοι.
Όλους τους επολέμησες  στον “Πύργο του Οθέλλου”.
Κι όταν για λίγο μπόρεσες, να σηκωθείς ολόρθη
σ έκαναν “πόλη φάντασμα” κλειστή κι ερειπωμένη.
Γέμισε ο τόπος σκελετούς και τσιμεντένιους τάφους
π' αντέχουν μέσα  στον καιρό, τα εγκλήματα να δείξουν.
Μάνα μου  σε κατέκτησαν κι άφησαν στο κορμί σου
τρανές πληγές π' αφόρμισαν και γιατρειά προσμένουν.
Χορταριασμένοι οι δρόμοι σου και πολιορκημένοι
στο δειλινό κι απόβραδο απόκοσμη η θωριά σου
της κουκουβάγιας οι κραυγές μες στα χαλάσματά σου.
Ανατριχιάζω ολόκληρος. Τα κυπαρίσσια λείπουν.  
Μα κει που έβλεπα τα μωβ στου ορίζοντα τα βάθη
ξάφνου αγριοπερίστερο και ένα χελιδόνι ΄
διέσχισαν τον ουρανό σα φωτεινή αχτίδα.
Όνειρο ήταν κι έφυγε, καπνός ήταν και πάει.
Ξανά στη βίγλα μου να δω, μην τύχει και γυρίσουν.

                                 Μπάμπης  Τσέλος

                              Επιμέλεια-Ανάρτηση: Τάκης Ευθυμίου