TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2016

Οι Ταράτσες του Ασπρόκαμπου

ΟΙ ΤΑΡΑΤΣΕΣ ΤΟΥ ΑΣΠΡΟΚΑΜΠΟΥ
[Του Ηλία Προβόπουλου, δημοσιογράφου]
Εκπληκτική η θέα των κορυφών του Τυμφρηστού από
τα μεγάλα λιβάδια του Ασπρόκαμπου

Απέναντι από το χωριό μου, τη Μεγάλη Κάψη Τυμφρηστού, απλώνεται μια μεγάλη περιοχή της οποίας το γεωφυσικό ανάγλυφο πρωτοδιάβασα στη ζωή μου και σε αυτό τον χάρτη της μικρής πατρίδας, έμαθα να ξεχωρίζω τα χωράφια και τις καλλιέργειες, τα δέντρα στις πλαγιές, τα μονοπάτια, τις στράτες και τα σύνορα του κόσμου. Σε αυτό τον χάρτη έμαθα να ξεχωρίζω κι ένα παρατημένο, λόγω κατολισθήσεων χωριό, τη Ζιώψη, κοιτίδα των περισσότερων οικογενειών στον Άγιο Γεώργιο Τυμφρηστού και του πατέρα μου.
Αιωνόβιες, υψωμένες βελανιδιές στον ξέφωτο 
μπροστά από το εξωκλήσι του Αϊ - Λιά

Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2016

Το συρόμενο πτώμα του Έκτορα

ΤΟ ΣΥΡΟΜΕΝΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΕΚΤΟΡΑ
ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΜΑ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΑ
Λεπτομέρεια από σαρκοφάγο με παραστάσεις αφιερωμένες στον Τρωικό πόλεμο...
«Το συρόμενο πτώμα του Έκτορος» Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Βηρυτού.
Πηγή: ΦΡΥΚΤΩΡΙΕΣ
Επιμέλεια-Ανάρτηση; Τάκης Ευθυμίου

Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2016

Ποιητική διάκριση

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΙΜΗΤΙΚΗ ΔΙΑΚΡΙΣΗ

Ο επιστήθιος φίλος, πολυτάλαντος δάσκαλος Μπάμπης Τσέλος (Βραχινός) από το Σταυρό Λαμίας απέσπασε το Β΄ Βραβείο Ποίησης για το Διονύσιο Σολωμό από τον όμιλο για την unesco Κεφαλονιάς Ιθάκης Ζακύνθου. 
Την ανακοίνωσε γνωστοποίησε στον ποιητή η πρόεδρος του ομίλου Αναστασία Παπαδάτου Αποστολοπούλου.   

Θερμά συγχαρητήρια ! 
Παντού και πάντα ψηλότερα στις διακρίσεις σου φίλε Μπάμπη !

                                                              
                                                                
                                                               Στο Διονύσιο Σολωμό
                                       Σκαλί σκαλί κι ατέλειωτα εσμίλεψες τη γλώσσα,
                                       πύκνωσες πάνω στο χαρτί, το αίμα σου σε στίχο.
                                       Σχεδίασες απ' το μηδέν, χωρίς νάχεις μελάνη,
                                       με τη γραφίδα έσκαψες τα χρώματα του λόγου,
                                       έψαξες την απόχρωση, τον τόνο, το ρυθμό του.
                                       Σε γέννησε το ανώνυμο τραγούδι του λαού μας,
                                       όταν το κάθε τέκνο του με του σπαθιού την κόψη,
                                       τη λευτεριά του πότιζε, την κέρδιζε με αίμα.
                                       Με το φτερό ελευθέρωσες τους πολιορκημένους,
                                       με δάκρυ επροσκύνησες το ένδοξο Αλωνάκι.
                                       Πρώτος τα στήθη εχτύπησες στου Μπάυρον το κιβούρι
                                       και το χαμό εθρήνησες, στου Μπότσαρη το μνήμα.
                                       Ελπίδα, που την κοίταξε κατάματα εκείνη,
                                       που ερχότανε γονατιστή στην πόρτα σου, στο Τζάντε.
                                       Μπρος στην Ελλάδα στέκομαι κι ακούω τη φωνή σου.
                                       Φωνάζει για τη Λευτεριά, ζητά Δικαιοσύνη.
                                       Ευγενικέ μου ποιητή, καρδιά “σπαρμένη μάγια”,
                                       “καλέ κι αγαπημένε” μας, τα σπλάχνα μας τραντάζεις.
                                       Ω! Κρητική μου λεβεντιά και πύργε από τη Μάνη.
                                       Ω! Άνθος του Λεβάντε μας και φιόρε της Κρεμόνα.
                                       Ω! Φως καταμεσήμερου και ξάστερη νυχτιά μου.
                                       “Σπυρί “της μάνας, που καλεί το μικρολούλουδό της.
                                       Ω! Λυρική κολώνα μου. Ω! Δάσκαλε του στίχου.
                                       Διαμάντι του Ελληνισμού και δόξα της Ελλάδας.
                                   
                                                            Μπάμπης Τσέλος, Βραχινός
                                                      Επιλογή-Ανάρτηση: Τάκης Ευθυμίου



Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2016

Δίκαστρο και Περίβλεπτο

...Αποστολή στο Δίκαστρο και το Περίβλεπτο της Δυτικής Φθιώτιδας
     Νίκος Δ. Παπαδιονυσίου
Ο Άγιος Γεώργιος στο Δίκαστρο. Μαζί, ο αγαπητός ευγενέστατος
υπέργηρος «κλειδοκράτορας» Θωμάς Καλότυχος…

Με το τέλος της επίσκεψής μας στ΄ Αργύρια το πρωινό της 1ης Αυγούστου, με την συντροφιά και ενεργή βοήθεια του φίλου Νίκου Παπαηρακλή, «δρόμο πήραμε, δρόμο αφήσαμε» περνώντας μέσα από αγαπητά, όμορφα χωριά της Δυτικής Φθιώτιδας. Αφού περάσαμε και δίπλα από τον Δικαστριώτη, βασικό παραπόταμο του Παλαιοκαστρίτη Σπερχειού, που μαζί με τον Καψιώτη Σπερχειό τροφοδοτούν τον Σπερχειό, φθάσαμε στις 12:00 στο Δίκαστρο, την ιστορική Ζαμίαν ή Ζημίαν των Δωριέων,  Ζεμιανή ή Ζημιανή αργότερα. Το χωριό που από τις δυο κορυφές- κάστρα του εξορμούσαν οι Δόλοπες, με τον αρχαιολογικό του χώρο των καταλοίπων δυο ελληνιστικών κάστρων.
Αποστολή μου κι΄ εδώ, όπως και στη συνέχεια για το Περίβλεπτο, η φωτογράφηση του καρυδένιου τέμπλου του Άη Γιώργη, τεχνουργημένου από τον παππού μου, τον Αγραφιώτη- Μεγαλοκαψιώτη Στέλιο Υφαντή, πατέρα της μητέρας μου Δέσπως, ενός από τα 34 που κατασκεύασε.
Ο Άγιος Γεώργιος άρχισε να κατασκευάζεται το 1925 στη θέση παλιάς εκκλησιάς του 1495, ρυθμού βασιλικής.
Μας υποδέχτηκε σε ώρα απασχόλησής του με τα κοινά του χωριού ο εξυπηρετικός πρόεδρος Ανδρέας Γράβαλος που κάλεσε και έθεσε σε εξυπηρέτησή μας τον κ. Θωμά Καλότυχο, «κλειδοκράτορα» της εκκλησιάς, έναν υπέργηρο και ευγενέστατο χωριανό…

Βάτα και βατόμουρα

ΒΑΤΑ ΚΑΙ ΒΑΤΟΜΟΥΡΑ
Γράφει ο Παναγιώτης Δημάκης,
υπεύθυνος ιστορικού αρχείου Αμφικλείας-Ελατείας
" Βάτια κι αγκάθια πάτησα Βασίλω μ' " ...Το Δημοτικό τραγούδι παραστατικότατα, περιγράφει τον αγκαθωτό, απωθητικό, έρποντα αυτόν θάμνο, της Ελληνικής υπαίθρου, πού γεμίζει χαντάκια, ρεματιές, χαλάσματα και τ' αγκαλιάζει σφιχτά, με τα αγκυλωτά του μπράτσα, αποκλείοντας και προστατεύοντας, τον δημιουργούμενο χώρο, ένα μικρόκοσμο, όπου η ζωή παντοδύναμη, ασφαλής, αναπαράγεται, φωλιάζει, αναπαύεται. Πλήθος από ζώα, ασβοί, σκαντζόχοιροι, παντοία θηράματα και πουλιά, καταφεύγουν εκεί, Για να τραφούν από τούς μικροσκοπικούς, ξινόγλυκους καρπούς, πού αργούν να ωριμάσουν. Ως παιδιά, περιτριγυρίζοντας, τις ρεματιές όπου βάτα, βατσίνιες και αρκουδόβατοι, θρασομανούσαν, δεν παραλείπαμε να τα δοκιμάσουμε, παρά τα αγκάθια και το μέγεθος των. Φαίνεται πώς και οι αρχαίοι τιμούσαν τους καρπούς τού φυτού αυτού πού ονόμαζαν τότε "μούρον βατώδες".
Το συγκεκριμένο φυτό έχει ονομασθεί Rubus canensces, ενώ υπάρχουν πολλές ποικιλίες του. Επιζεί στις πιο δύσκολες συνθήκες, πολυετές, πανάρχαιο, αναφέρεται ως βάτος (καιομένη), στην Παλαιά Διαθήκη, στην Έξοδο, μάλιστα στη Μονή Αγίας Αικατερίνης, στο Σινά, επιδεικνύεται στους προσκυνητές, στέλεχος του φυτού αυτού, από τα χρόνια εκείνα, να θάλλει ακόμη, κρεμασμένο από το εσωτερικό τείχος, ένα ορατό θαύμα. Τελευταία, μερικοί αγνοούν, τον κόπο και τα αγκάθια, συλλέγουν τους καρπούς και τούς κάνουν μαρμελάδα, απόλυτα οικολογική., καθόλου άσχημη, ως ομολογείται.
*Το παρόν σημείωμα αφορά αναμνήσεις και όχι πραγματεία, περί Rubus can.

                Επιμέλεια-Ανάρτηση: Τάκης Ευθυμίου


Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2016

Βρύση: Ποίηση & δημοτικό τραγούδι

Η βρύση στην ποίηση & το δημοτικό τραγούδι
(του αείμνηστου Ζάχου Ξηροτύρη)
 
Οι προγονοί μας έδιναν μεγάλη σημα­σία και αξία στο νερό. Ο σοφός Θαλής φιλοσόφησε με βάση «το θείον ύδωρ». Ο Εμπεδοκλής μάλιστα και ένας άλλο σοφός, ο Ίππων, δογμάτιζαν ότι η ψυχή του ανθρώπου πήρε τη γέννεσή της από το νερό, ο δε ποιητής Ασκραίος «άρι­στον μεν ύδωρ ο δε χρυσός αιθόμενον ύδωρ». Η χρησιμότητα της βρύσης δεν ήταν για πόση και πλύση μόνο, αλλά και ως τόπος συναντήσεων, αφού και ο Απόστολος Παύ­λος δίδαξε στη βρύση της Πειρήνης στην Κόρινθο. Και οι Κορίνθιοι πνευματικοί άνθρωποι στην Κρήνη της Πειρήνης φιλο­σοφούσαν, στη βρύση αυτή που πήρε το όνομα της από τα δάκρυα της Πειρήνης για τον πρόωρο θάνατο του γιου της.
Την παράδοση αυτή της φιλοσοφίας και διδασκαλίας την έχει απαθανατίσει ο ποιη­τής Ευρυπίδης με τους στίχους του, «διδάσκειν σοφόν αμφί Πειρήνης ύδωρ».
Μα οι βρύσες δεν ήταν για τους σοφούς μόνο, αλλά και για το λαό, το νερό είναι πηγή ζωής και προσωποποίηση της αφθο­νίας και του αστείρευτου πλούτου. Γι' αυτό και όλοι οι δρόμοι του χωριού είναι έτσι χαραγμένοι που οδηγούν στη βρύση, το ίδιο στον κάμπο, το ίδιο και στο βουνό, το δρομάκι θα σε οδηγήσει σε κάποια βρύση, στο θεμέλιο κάθε δραστη­ριότητας που παίζει πρωταρχικό ρόλο στη ζωή.
Για το χωριό η βρύση εκτός των άλλων είναι και τόπος συναντήσεως ιδία για τους νέους
«κι αν πας Μαλάμω μ' για νερό και γω στη βρύση καρτερώ...
Και όταν η μοίρα το φέρει και ξενητευτεί ο νιος, άχαρος μένει ο τόπος για τις νιες
«παν τα κορίτσια για νερό, βρίσκουν τον τόπο αδειανό».
Μόνο στην ξενιτειά δεν υπάρχουν τέτοιες βρύσες, μας το λέει ο ποιητής
δεν θα ιδείς εκεί περίλυπε διαβάτη να τραγουδάει το κρυσταλένιο μας νερό...