TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2011

Οι Μεταμορφώσεις

ΟΙ  ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ
μέσα από τους Μύθους και τη Λαϊκή Παράδοση
                             Πεζός λόγος: Ευθυμίου Χρ. Τάκης
 Ποιητικός λόγος: Σαντάρμης Αν. Γιάννης


Οι μεταμορφώσεις είναι ένα μεγάλο κομμάτι των μύθων, των θρύλων και των παραδόσεων του λαού μας. Αυτές εντάσσονται σε διάφορες κατηγορίες, ανάλογα πως ήταν αρχικά τα πρόσωπα και πως από κάποια ενέργειά τους, καλή ή κακή, μεταλλάχθηκαν, άλλοτε προς το καλύτερο και άλλοτε προς το χειρότερο. Υπάρχει ομάδα μεταμορφώσεων, που μετασχηματίσθηκαν τα όντα από ανθρώπους, σε πουλιά, σε ερπετά, σε ζωύφια και σε θάμνους. Άλλες μεταμορφώσεις που τα όντα από θηλαστικά ζώα έγιναν πουλιά και το αντίθετο κι άλλες πάλι, αυτές παρατηρούνται σε πουλιά, σε ερπετά, σε δένδρα, που παρέμειναν με την ίδια ουσιαστικά πρώτη μορφή, αλλά με κάποιο σ’ αυτά πρόσθετο χαρακτηριστικό γνώρισμα, ύστερ’ από ευλογία του Χριστού, της Παναγίας ή Αγίου ή από καλή ανθρώπινη ευχή ή από βαριά κατάρα.
Στην αρχαιότητα με τις μυθικές μεταμορφώσεις ασχολήθηκε διεξοδικά ο Λατίνος λογοτέχνης Οβίδιος. Στην ποιητική του ωριμότητα έγραψε τις «Μεταμορφώσεις», ένα είδος ποιητικής εγκυκλοπαίδειας που αναδεικνύει την αφηγηματική και εικονοπλαστική του μεγαλοφυία, με εκατοντάδες μυθολογικές ιστορίες, οι περισσότερες από τις οποίες καταλήγουν σε κάποιο μεταμορφωσιακό επεισόδιο.
Ο Γεώργιος Βιζυηνός (1849-1896) καλλιέργησε πολλές μεταμορφώσεις και οι συνθέσεις του είναι ζηλευτές. Και κάποιοι άλλοι παλαιότεροι ποιητές ασχολήθηκαν με τις μεταμορφώσεις, λίγοι εκείνοι οι συγγραφείς και ελάχιστες και αυτού του είδους οι δημιουργίες τους. Είναι δύσκολο το είδος αυτού του λόγου, απαιτεί, εκτός των άλλων, και κατοχή της παράδοσης και άριστη γνώση του ρυθμικού τονισμού των λέξεων.
Ένας λόγος που γράφθηκε το βιβλίο αυτό, εκτός των άλλων ενδιαφερουσών αιτιών, είναι ότι οι μεταμορφώσεις έχουν απίστευτο διδακτικό περιεχόμενο.
Εδώ συμπορεύονται στο γραπτό λόγο, ο πεζός και ο έρρυθμος με σκοπό  ν’ αποτελέσουν ένα ευχάριστο και ταυτόχρονα χρήσιμο ανάγνωσμα για μικρούς και μεγάλους. Το ένα θαυμάσιο και απέριττο κείμενο του Τάκη Ευθυμίου, το λαμπρύνει το άλλο κείμενο, το ποιητικό, του Γιάννη Σαντάρμη, του Ρουμελιώτη ποιητή. Τα ποιήματά του είναι συνθεμένα στα παραδοσιακά μέτρα, στον ίαμβο, στον ανάπαιστο, στο δάκτυλο και στον τροχαίο. Ο μετρικός τονισμός των στίχων είναι άψογος και η ομοιοκαταληξία πλούσια. Επιπλέον, αυτά τα ποιήματα, λόγω του ρυθμού τους, αποστηθίζονται και μένουν στη μνήμη.
Ακόμα λήφθηκε ιδιαίτερη φροντίδα ώστε η γλώσσα, τόσο στον πεζό, όσο και στον ποιητικό λόγο, να είναι απλή, κατανοητή και ο τρόπος παρουσίασης γλαφυρός και ευχάριστος.
Πολλά έχουν να διδαχθούν οι μεγάλοι αναγνώστες από το περιεχόμενο αυτού του πονήματος, που σχετίζεται με το φυτικό και ζωικό βασίλειο της πατρίδας μας, στα δε παιδιά και στους νέους τα θέματα θα γίνουν τερπνά και επαγωγά στην τρυφερή ηλικία τους.
...........................................................................................................................
ΕΛΑΤΟ
Η Ελάτη, όπως μας λέει η ελληνική μυθολογία, ήταν μια πεντάμορφη λυγόκορμη κοπέλα, που είχε δυο αδέρφια, τον Ώτο και τον Εφιάλτη. Τ’ αδέρφια αυτά μεγάλωναν μια οργιά το χρόνο. Όμως, από το πολύ ψήλωμα, πέθαναν. Η αδερφή τους η Ελάτη ήταν απαρηγόρητη. Έκλαιγε μέρα και νύχτα. Ο θρήνος της ήταν τόσο σπαραχτικός, που τη λυπήθηκαν οι θεοί και τη μεταμόρφωσαν σε ψηλόκορμο δένδρο, το οποίο οι άνθρωποι ονόμασαν, για χάρη της, έλατο.

ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΓΙ ΤΗΣ ΕΛΑΤΗΣ
 Να, της αυγής το φως το πρώτο,                                 Το πατρικό τους το ’χει σόι,
 να τη, κι η ρόδινη βαφή.                                                  την κάθε μέρα που διαβεί,
 - Γειά σου, Εφιάλτη, γεια σου, Ώτο.                           ο Ώτος ρίχνει μέγα μπόι,
 - Γεια σου, Ελάτη, αδερφή.                                             έννοια του τούτη ακριβή,
 Έτσι μιλά με τους δικούς της                                          μα γίνεται μεγάλος άλτης
 τους δυο η Ελάτη αδερφούς της.                                    στ’ ανάστημα κι ο Εφιάλτης.

 Την άλλη μέρα ίδια τους λέει.                                         Από το ύψος το μεγάλο
 -Γεια, δίκλωνοι αδερφοί μου, γεια,                               κι από κορμιού ανισορροπιά,
 είσαστε σήμερα πιο ωραίοι,                                            το ένα πίσω από το άλλο
 ψηλώσατε από χτες μια οργιά.                                       πεθαίνουνε τ’ αδέρφια πια
 -Δεν τελειώνει, ορίστη νόμος,                                         και η Ελάτη όλο τα κλαίει
 για μας του ύψους μας ο δρόμος.                                   και μαύρα μοιρολόγια λέει.

                                                      Θρήνο το θρήνο όμως εκείνη,
                                                      κλάψα την κλάψα την κρυφή,
                                                      έλατο στο βουνό εγίνη,
                                                      που ’χει τετράψηλη κορφή,
                                                      τώρα ’ναι ο θρος απ’ τα κλαριά της
                                                      το μοιρολόγι της Ελάτης.

................................................................................................................................
 ΟΞΙΑ
      Μια  παράδοση  λέει πως κάποτε η οξιά ήταν γυναίκα και ταξίδευε μαζί με τον ξάδερφό της, το έλατο. Διάβηκαν χωριά και πολιτείες. Πήγαν στην Ήπειρο και  στο βουνό Σμόλικα. Από κει πέρασαν στην Πίνδο και ύστερα στ’ Άγραφα. Εκεί, όμως, η οξιά κουράσθηκε πολύ.
-Δεν το κουνάω από δω, γιατί απόστασα, λέει στον ξαδερφό της.
-Κάνε κουράγιο, της απαντάει ο έλατος, θα πάμε στον Παρνασσό, θα πλησιάσουμε στην Αθήνα, για να δεις τι ωραία που είναι.
Χαμένα πήγαν,  όμως, τα λόγια του. Η οξιά  δεν το κούνησε ρούπι από κει. Ο έλατος την εγκατέλειψε κι έφερε ένα γύρω όλη την Ελλάδα.
         Γι’ αυτό έλατα υπάρχουν παντού, αλλά οξιές σε επιλεγμένα και περήφανα μέρη.

ΕΛΑΤΟΣ ΚΙ ΟΞΙΑ
 -Πάμε, ξάδερφ’ έλατε, στα ψηλά βουνά,
                                                              κάμε λίγο κόπο,
                                         πάμε για να μείνουμε για παντοτινά,
     όπου βρούμε τόπο.

                                         Και τραβάν για Ήπειρο έλατος κι οξιά,
                                                           πάνε χέρι-χέρι,
     τα Τζουμέρκα απόζερβα, Σμόλικας δεξιά,
      δε βρίσκουν λημέρι.

            Μες στον Πίνδο  φαίνονται, στ’ Άγραφα μετά.
    -Είμαι αποσταμένη,
                  ξάδερφέ μου, ας μείνουμε στ’ αγριοβούνια αυτά,
              π’ όψη έχουν γραμμένη.

         -Έχω, οξιά ξαδέρφη μου, κι άλλο εγώ χρυσό
      δάσος που με μέλει,
     έλα, σήκω, που ’κατσες, πάμε Παρνασσό,
      Πάρνηθα, Πεντέλη.
                                          
                                         Κι έφυγεν ο έλατος, μόνος ροβολά
    σ’ όλη την Ελλάδα,
                                         μα η οξιά απόμεινε και ριζοβολά
             στ’ Άγραφα εκεί αράδα.
..............................................................................................................................

ΚΥΠΑΡΙΣΣΙ
Πολλοί μύθοι κυκλοφορούν για το πώς έλαβε το πένθιμο αυτό θρησκευτικό του ρόλο το κυπαρίσσι. Ο Οβίδιος, στις «Μεταμορφώσεις» του,  αφηγείται πως κάποτε στο νησάκι Τζια ζούσε ένας νέος, ο Κυπάρισσος. Συχνά κυνηγούσε στα δάση. Μια μέρα συνάντησε ένα όμορφο ελάφι με το οποίο έγινε φίλος. Ήταν  τόσο χαριτωμένο, που ο Κυπάρισσος τ’ αγάπησε  με όλη  την ψυχή του και καμάρωνε το σβέλτο τρέξιμό του. Σε κάποιο κυνήγι του, εκεί που σημάδευε ένα ζαρκάδι, πετά-χθηκε, ξαφνικά, μπροστά του το αγαπημένο του ελάφι και το βέλος   καρφώθηκε  βαθιά  στην  καρδιά  του.  Ο   Κυπάρισσος τότε ξέσπασε σε ατέλειωτο θρήνο. Έπε-σε σε βαθιά θλίψη και μέρα με τη μέρα έλιωνε. Τότε, παρακάλεσε τον Απόλλωνα να του πάρει τη ζωή, για να ζήσει στην αιωνιότητα, όπου θα αντάμωνε το λατρεμένο του ελάφι. Ο Απόλλωνας, εισακούγοντας την παράκληση τού Κυπάρισσου, τον μεταμόρφωσε σε δένδρο. Έτσι, ρίζωσε εκεί στο δάσος δένδρο θλιμμένο, που θρηνεί και κλαίει με τον άνεμο. Οι άνθρωποι σεβάσθηκαν τη θλίψη του και αφιέρωσαν το κυπαρίσσι στο θεό του κάτω κόσμου, τον Πλούτωνα. Από τότε, στην πόρτα κάθε σπιτιού, που πενθούσε, κρεμούσαν ένα κυπαρισσοκλώναρο και πλάι στους τάφους των αγαπημένων τους φύτευαν, όπως και σήμερα, το θλιμμένο αυτό δένδρο.
         Κατά την τουρκοκρατία, σύμφωνα με την παράδοση, φυτεύθηκε και το ξακουστό κυπαρίσσι του Μυστρά. Τότε, ένας πασάς πήγε εκδρομή στην εξοχή του Μυστρά, απ’ όπου και αγνάντευε τον κάμπο της Σπάρτης. Εκεί, έψησε ένα αρνί και διασκέδαζε. Ο υπηρέτης, που ήταν Έλληνας, κοιτάζοντας συλλογισμένος τη Σπάρτη, αναστέναξε.
-Τι έχεις, βρε Ρωμιέ, κι αναστενάζεις; Τον ρώτησε ο πασάς.
-Τι να ’χω, πασά μου, του απαντά. Συλλογιέμαι πως τα όμορφα τούτα μέρη ήταν δικά μας και μας τα αρπάξατε. Όμως, έχω ελπίδα στο Θεό πως κάποτε θα τα ξαναπάρουμε.
Ο πασάς αγρίεψε, άρπαξε την ξύλινη σούβλα, που έψησε το αρνί, και την κάρφωσε στο χώμα. Οργισμένος ύστερα, φώναξε.
-Τι τσαμπουνάς, ωρέ, γκιαούρη; Να, το βλέπεις αυτό το παλούκι; Αν βγάλει χλωρά κλαριά, τότε θα γίνει δικός σας αυτός ο τόπος.
         Την άλλη μέρα η σούβλα ρίζωσε στη γη, βλάσθησε και φούντωσε κι έγινε περήφανο κυπαρίσσι!
Επειδή ο πασάς έχωσε τη σούβλα στη γη απ’ τη μύτη, δηλαδή απ’ την κορυφή της, το κυπαρίσσι έγινε θηλυκό με τα κλωνάρια του γερμένα προς τα κάτω.
Η ΑΝΘΙΣΜΕΝΗ ΣΟΥΦΛΑ
Δροσιές, ανθοί                                                                                        Δάκρυ αναβρεί
και πρασινάδες,                                                                                      στα βλέφαρά του
η πλάση ανθεί                                                                                           και στάει να βρει
κι έχει γλυκάδες.                                                                                     τη θράκα κάτου.
                                                                                                               
Μακριά το μπρί,                                                                                      -Σου κλαίει η ματιά,
μακριά και πέρα                                                                                       Γκιαούρη, τι έχεις
τώρα Λαμπρή,                                                                                          και τη φωτιά
πρόσχαρη μέρα.                                                                                       με δάκρυα βρέχεις;

Γλυκά μιλά                                                                                                -Γιορτάζω εδώ
σκλάβος με κύρη,                                                                                     φέτο τη σχόλη,
κρασί κυλά                                                                                                 του χρόνου ας δω
απ’ το ποτήρι.                                                                                           Λαμπρή στην Πόλη!

Απ’ το πρωί                                                                                                -Γραικοί τυφλοί,
της άγιας μέρας,                                                                                      θα ’στε κει πάλι,
αύρα θροεί,                                                                                                 αν το σουφλί
λεπτός αγέρας.                                                                                         κλαδούρια βγάλει.

Σούφλα χωρεί                                                                                           Το ξύλο αυτό,
στης γης τη γούρνα                                                                               το ξύλο ετούτο,
κι αυτού ξερή                                                                                            που ’ναι καυτό,
καίει χοντροπούρνα.                                                                             για δώσε μού το.

Πνοή γλυκιά,                                                                                            -Να μην καγείς,
πνοή και χέρι,                                                                                          κοίτα, παπά μου.
στην ανθρακιά                                                                                         -Δες το, στη γης
δίνει τ’ αγέρι.                                                                                           το μπήχνω χάμου.

Γραικός τ’ αρνί                                                                                         Και του Μυστρά
ψήνει στην πύρα,                                                                                   το κυπαρίσσι,
ως τη στερνή                                                                                             στη γη γλυστρά,
της σούφλας γύρα.                                                                                 αν θα βλαστήσει.
                                                               
                                                               Φύση ξανθή,
                                                                λαλούνε οι κούκοι,
                                                               το ξύλο ανθεί
                                                        και το παλούκι!
...............................................................................................  
ΖΑΡΚΑΔΙ
        Το ζαρκάδι διακρίνεται από τα ελάφια και τ’ άλλα αγρίμια, επειδή δεν έχει ουρά και στα οπίσθιά του φέρνει ένα άσπρο μπάλωμα. Γι’ αυτή του την ιδιαιτερότητα υπάρχει και η παράδοση της Λιοτήρως, που λέει ότι κάποτε υπήρχε μια άκληρη γυναίκα, που παρακάλεσε τον ήλιο να της χαρίσει μια κόρη. Πράγματι, ο ήλιος τη συμπόνεσε και της έκανε το χατίρι. Απόχτησε  μια  πανέμορφη  κόρη,  που  την ονόμασε,  προς  τιμή  του ήλιου,  Λιοτήρω.  Όταν  μεγάλωσε,  η  μάνα της δεν ήθελε να την αποχωρισθεί. Γι’ αυτό την κλείδωνε στο σπίτι και έκλεινε καλά τα πορτοπαράθυρα  και τις χαραμάδες,  να μην τρυπώσει μέσα καμιά ηλιαχτίδα.  Μια  μέρα  όμως ξέχασε  την κλειδαρότρυπα ανοιχτή, απ’ όπου μπήκε ο ήλιος και την πήρε κοντά του. Η Λιοτήρω όμως δεν άντεχε τον αποχωρισμό της μάνας και μαράζωνε κάθε μέρα. Έτσι ο ήλιος είδε και απόειδε και αναγκάσθηκε να τη στείλει πίσω στη μάνα της. Φώναξε τα φυτοφάγα ζώα, το ελάφι και το ζαρκάδι, να τη συνοδέψουν. Στο δρόμο κουβαλούσαν, πάνω στα κέρατά τους, τη Λιοτήρω. Κάπου, στα μέσα του δάσους, συνάντησαν τη φοβερή αρκούδα, που πεινασμένη καθώς ήταν, όρμησε να κατασπαράξει το ζαρκάδι. Το μόνο που, κατάφερε όμως ήταν να του αρπάξει την ουρά. Φθάνοντας στο σπίτι της Λιοτήρως, η μάνα της, βλέποντας το ματωμένο ζαρκάδι, τοποθέτησε λίγο βαμβάκι στο πληγωμένο μέρος, για να το γιάνει. Από τότε, λένε τα ζαρκάδια έχουν κομμένη την ουρά τους και το πίσω μέρος  τους άσπρο, σαν βαμβάκι.
        Απ’ την ιδιαιτερότητα αυτή του ζαρκαδιού, βγήκε και η λαϊκή ευχή. «Ν’ ασπρίσεις, να γεράσεις σαν του ζαρκαδιού την ουρά».

Η ΛΙΟΤΗΡΩ
-Δώσ’ μου, ήλιε, δώσ’ μου,                                                 Κλαίει η μάνα η δόλια 
δώσ’ μου ένα παιδάκι,                                                           κι όλο βαλαντώνει,
’συ που σβεις του κόσμου                                                   στην καρδιά της βόλια,
κάθε ένα σαράκι,                                                                      στην ψυχή της χιόνι.
είμαι χρόνια δέκα                                                                    -Τη Λιοτήρω δώσ’ μου,
άκληρη γυναίκα.                                                                      βασιλιά του κόσμου.

-Πάρε κόρη, μύρο                                                                    Από ηλιού χρυσάφι,
να ’χεις στην ποδιά σου.                                                     φεύγουν μηνυτάδες, 
-Θα την πω Λιοτήρω,                                                             φτάνει εδώ το ελάφι 
όπως τ’ όνομά σου.                                                                απ’ τις πρασινάδες, 
Μεγαλών’ η κόρη                                                                     να, και το ζαρκάδι, 
σε κορμί, σε θώρι.                                                                    που ’ρθε απ’ το λιβάδι.


Στου βουνού το φρύδι                                                           Τα ελαφάκια γύρω  
βγαίνει ο ήλιος τώρα,                                                             και,  για να μη πέσει,
με διαμαντοκλείδι                                                                    πάνωθε η Λιοτήρω 
κλεί η πόρτα στην ώρα,                                                         κάθεται στη μέση, 
σκιάζεται η μητέρα                                                                   στα πολύκλαδά τους
για τη θυγατέρα.                                                                       είναι κέρατά τους. 

-Απ’ το παραθύρι                                                                      Μέσ’ από τα δάση,  
μπήκε  μια ηλιαχτίδα,                                                             μια αρκούδα πηδάει, 
μέσα εδώ έχει γείρει,                                                               πάει τη νια να πιάσει,  
πλάγι σου την είδα,                                                                 στα ελάφια πάει,  
μην τυχόν σε πάρει,                                                                φεύγει το ζαρκάδι,    
φως μου και φεγγάρι!                                                             δίχως πίσω να ’δει.

Τρέμ’ η πόρτα, τρέμει                                                             Του ’φαε την ουρά του,
κι ανοιχτή όλο δέρνει,                                                            μα το δρόμο κάνουν,
ήλιος, σαν ανέμι,                                                                      στης Λιοτήρως κάτου
μπαίνει και την παίρνει,                                                         τ’ αυλογύρι φτάνουν,
παίρνει τη Λιοτήρω                                                                 πέζεψ’ η Λιοτήρω
στο χρυσό του γύρο.                                                              στης αυλής το γύρο.  
                                                          Έξω η μάνα βγαίνει,
                                                           όχι με φαρμάκι,
                                                          βάζει στην κομμένη
                                                          την ουρά βαμπάκι
                                                          κι απ’ την ώρα εκείνη
                                                          άσπρη η ουρά έχει γίνει.
        Μια άλλη λαϊκή σοφία έπλασε το μύθο της. Λέει πως ήταν το ζαρκάδι όμορφη βασίλισσα κάποιου βασιλιά με πλούσια χώρα. Οι γείτονες βασιλιάδες επιβου-λεύθηκαν το βασίλειό του, του επιτέθηκαν και τον σκότωσαν. Η βασίλισσα, που σε λίγο θα γεννούσε, κατέφυγε με λίγους στρατιώτες στα βουνά. Σκοτώθηκαν όμως κι οι υπερασπιστές της κι αυτή κατάκοπη κι από το βάρος του παιδιού, που κουβαλούσε μέσα της, κρύφθηκε στα πυκνά δένδρα και βλέποντας να πλησιάζουν οι εχθροί με τα σκυλιά τους, δάκρυα λύπης και πόνου κυλούσαν αδιάκοπα από τα μαύρα μάτια της. Και, επάνω στην απόγνωσή της, παρακάλεσε το Θεό να την κάνει ζώο γρηγοροπόδαρο, να τρέχει πιο πολύ απ’ τα σκυλιά, αλλά και να πηδάει θάμνους κι άλλα εμπόδια, που δύσκολα να μπορεί να την πετύχει τόξο. Κι ο Θεός τη μετέτρεψε σε ζαρκάδι και χάθηκε γρήγορα απ’ τα μάτια των αναζητητών της. Ύστερ’ από λίγο, γέννησε το μικρό βασιλόπουλό της, το πλατόνι, που φοράει για στέμμα βασιλικό τα πλατύφυλλα κέρατα του κεφαλιού του. Κι έτσι το ζαρκάδι κράτησε τη συνήθεια την πρωτινή, να γεννάει σαν άνθρωπος, ν’ αγαπάει σαν μάνα και να χύνει δάκρυα στον πόνο που της ανακύπτει.

Η ΚΥΝΗΓΗΜΕΝΗ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
Η ζαρκάδα μάνα καμαρώνει                          Από τα κατάμαυρά μου μάτια
το παιδί της, τ’ ακριβό της θρέμμα.           δάκρυα καυτερά σταλάζουν χάμου,
-Το βασιλικό μου το πλατόνι                       σε λιγάκι θα ’μουνα κομμάτια
όμορφο με κέρατα έχει στέμμα.                   με τ’ αθώο παιδί στα σωθικά μου.

Το μικρό πλατόνι βλέπει ετούτο                 Α! γρηγοροπόδαρο ζαρκάδι
κυνηγός και πάει να το σκοτώσει.              να με κάνεις, είπα τότε, θεέ μου
-Μη, ω κυνηγέ μου, άφησέ μού το,             να μπορώ να τρέχω στο λιβάδι
θα με φάει η λύπη του η τόση.                       πιο πολύ απ’ το φύσημα τ’ ανέμου.

Κλαίω το σκοτωμένο βασιλιά μου,             Θέλησεν ο Πλάστης για να φύγω,
ρήγισσα ήμουν, κάποτε, στον κόσμο,      άκουσε την άδολη λαλιά μου,
φεύγω με παιδί μες στην κοιλιά μου,        το πριγκηποπαίδι μου σε λίγο
όχι σ’ ανθοβόλι και σε δυόσμο.              γέννησα κι ετούτο είναι μπροστά μου.

Σε βουνά με πήγαν και σε δάση,                    Το πλατόνι το βασιλικό μου
κυνηγώντας με, άλλοι βασιλιάδες,              όμορφο με κέρατα έχει στέμμα,
το στρατό μου είχαν πια χαλάσει,                μη μου το σκοτώσεις το μικρό μου
πλάκωσαν σ’ εμένα οι φονιάδες.                   και θα πάει το δάκρυ μου σαν ρέμα.

........................................................................................................................
 ΝΥΦΙΤΣΑ

Η νυφίτσα χρωστάει τη μυθική της ύπαρξη σε μια νεαρή θεραπαινίδα, που τη λέγανε Γαλινθιάδα. Τον καιρό που η κυρά της, η Αλκμήνη, περίμενε να φέρει στον κόσμο τον Ηρακλή, οι Μοίρες και η Ειλείθυια πήραν εντολή απ’ τη ζηλόφθονη Ήρα να εμποδίσουν τη γέννα.  Στάθηκαν, λοιπόν, μπροστά στο σπίτι της Αλκμήνης και σταυρώνοντας πόδια και χέρια «έδεσαν» μαγικά την κοιλιά της ετοιμόγεννης. Η Γαλινθιάδα, συγκινημένη απ’ τους πόνους της κυράς  της, χρησιμοποίησε την εξής πονηριά. Ανακοίνωσε στην Ήρα πως η κακοδαιμονία της ήταν πλέον άχρηστη, μιας και το μικρό είχε πια γεννηθεί. Έτσι, η Ήρα διέταξε να λυθεί η γητειά. Μόλις, όμως, κατάλαβε την πονηριά της θεραπαινίδας, την τιμώρησε, μεταμορφώνοντάς την σε νυφίτσα. Και μιας που χρησιμοποίησε το στόμα της για να προφέρει τις ψευτιές της, την καταδίκασε να γεννά απ’ το στόμα. Γι’ αυτό, ένας μύθος υποστη-ρίζει πως συλλαμβάνει και γεννά απ’ το στόμα της.
        Αργότερα ο Ηρακλής, ξεπληρώνοντας την οφειλή του στη Γαλινθιάδα, κατά-σκεύασε ένα ιερό, όπου οι Θηβαίοι τιμούσαν το ζώο αυτό.
Λένε  πως   κάποτε  η   νυφίτσα ήταν  πανέμορφη  νυφούλα. Δεν άφηνε ώρα να πάει χαμένη, χωρίς να δουλέψει. Με τη ρόκα και τ’ αδράχτι στο χέρι έγνεθε και ύφαινε τα προικιά της στον αργαλειό, μερόνυχτα. Ο καλύτερος νέος, γι’ αυτές τις χάρες της, την αρραβωνιάσθηκε. Η ίδια τακτοποιούσε με βιασύνη τα προικιά της, γιατί την Κυριακή θα γινόταν νυφούλα.
Όταν έφθασε η  στιγμή να παντρευθεί, η ζηλόφθονη η αδερφή της,  την παρα-μονή του γάμου της,  τής έκλεψε  όλα   τα προικιά της και δεν της άφησε «ράμμα στο βελόνι». Από τότε, η νυφούλα μεταμορφώθηκε σε ζώο, τη νυφίτσα και ανα-ζητεί με πάθος παντού τα προικιά της. Η πίκρα, που δοκίμασε όταν ήταν γυναίκα, τη σπρώχνει να προσπαθεί διαρκώς να καταστρέψει τις προίκες των κοριτσιών και να σπείρει τη διχόνοια στους νεόνυμφους. Τη νύχτα, λοιπόν, τρυπώνει στα σπίτια των αρραβωνιασμένων κοριτσιών, κόβει τα υφάδια των αργαλειών και σχίζει τα υφαντά και τα φορέματα. Μέσα σε μια νύχτα κουρελιάζει όλη την προίκα ενός κοριτσιού, εκτός αν βρει εκεί κοντά καμιά ρόκα, οπότε την αρπάζει κι αρχίζει βιαστικά να γνέθει το μαλλί, για να συμπληρώσει τη δική της προίκα. Η μανία της αυτή εξηγείται επειδή το χειμώνα θέλει να έχει ζεστή φωλιά και κουβαλά εκεί υφάδια, μαλλιά και πανιά, που κόβει με τα δόντια της.
Γι’ αυτό τα κορίτσια,  προκειμένου να προφυλάξουν τα προικιά τους από τη μανία της νυφίτσας, τοποθετούν κοντά τους μια ρόκα με μαλλί.

ΤΟ ΑΧΤΙ ΤΗΣ ΝΥΦΙΤΣΑΣ
-Ποιος τα χτένια κατατρώει,                                   -Ποιο μαράζ’ είναι που τρώει
τ’ αργαλειού τα υφάδια;                                            τάχα τη νυφίτσα
-Η νυφίτσα στο κατώι                                                και χαλά το προικολόι
έρχεται τα βράδια,                                                        από τα κορίτσα,
η νυφίτσα είν’ εκείνη,                                                 γιατί η νυφίτσα εκείνη
που νυφούλα δεν εγίνη.                                           ποια νυφούλα δεν εγίνη;

-Ποιος το ρουχισμό χαλάει,                                   -Ήτανε να πάει για νύφη,
ποια κυρά ποντίκω;                                                    μα την αδερφή της
-Η νυφίτσα τριγυρνάει                                             λογισμοί βοσκούσαν κρύφιοι,
γοίκο σ’ άλλο γοίκο,                                                   φθόνος καταλύτης,
η νυφίτσα είν’ εκείνη,                                                 γι’ αυτό η νυφίτσα εκείνη
που νυφούλα δεν εγίνη.                                           πια νυφούλα δεν εγίνη.

-Ποιος τη ρόκα νυχτογνέθει,                                   -Τι της έκανε και τώρα
ποιος στρίβει τ’ αδράχτι;                                           έτσι βαλαντώνει;
-Στη νυφίτσα η ρόκα βρέθη,                                     -Πήρε τα προικιά στην ώρα,
αυτή το ’χει τ’ άχτι,                                                        ράμμα και βελόνι,
η νυφίτσα είν’ εκείνη,                                                   γι’ αυτό η νυφίτσα εκείνη
που νυφούλα δεν εγίνη.                                             πια νυφούλα δεν εγίνη.

                                                Κι όπου αδράχτι βρει και ρόκα
                                                 κι αργαλειό και χτένι,
                                        φτιάχνει ρούχα πολυφλόκα,
                                        γνέθει κι όλο υφαίνει
                                        κι όλο η νυφίτσα εκείνη
                                        καρτερεί νύφη να γίνει.
...................................................................................................................
ΤΥΦΛΟΠΟΝΤΙΚΟ
Η αρχαιότερη παράδοση αναφέρει πως κάποτε το τυφλοπόντικο ήταν νεράιδα, που όμως επαναστάτησε εναντίον του Θεού και εκείνος την καταδίκασε να μην ξαναδεί ποτέ το φως της ημέρας και να γυρνά αιώνια στα έγκατα της γης.
Μια νεότερη παράδοση λέει πως ένας παπάς, όταν πέθανε κάποιος, ενήργησε να κλέψει το χωράφι του, γι’ αυτό έσκαψε σ’ αυτό λάκκο και τοποθέτησε μέσα το γιο του, σκεπάζοντάς τον αθέατα κι ελαφρά, αφού προηγουμένως συνεννοήθηκε μαζί του, όταν τον ρωτήσουν, να πει πως το χωράφι είναι του παπά. Είπε, λοιπόν,  ο παπάς ψέματα στα ορφανά παιδιά, βρίσκοντάς τα ανώριμα κι αμάχημα, πως το χωράφι το έδωσε ο πατέρας τους σ’ αυτόν, τακτοποιώντας ένα χρέος του, τους πρότεινε, μάλιστα, ν’ ακούσουν με τα ίδια τ’ αυτιά τους τον πατέρα τους, που θα πει τίνος είναι το χωράφι. Πηγαίνοντας σ’ αυτό, ρώτησε ο παπάς τον μακαρίτη τάχα σε ποιον ανήκει το κτήμα και το κρυμμένο παπαδοπαίδι απάντησε πως είναι του παπά. Απομακρύνθηκαν τα ορφανά παιδιά, μα ο παπάς παρέμεινε, πήγε και σήκω-σε την πλάκα, αλλά το παιδί έλειπε.
-Χωράφι ζήτησες, πατέρα, χωράφι πήρες! ακούσθηκε μια φωνή από τη γη μέσα κι εκεί βλέπει ένα σωρό από νιοσκαμμένο χώμα. Κι άρχισε και γύριζε εδώ κι εκεί κι όλο φώναζε το παιδί του κι όλο άκουγε την ίδια φωνή, που του έλεγε τα ίδια λόγια και σε κάθε τρύπα μπροστά έβλεπε έναν καινούριο σωρό χώματος.
        Το παιδί μεταλλάχθηκε σε χαμόραγγα, σε τυφλοπόντικο δηλαδή, για τιμωρία του κλέφτη και λαίμαργου πατέρα του, γι’ αυτό σκάβει τρύπες στη γη και βγάζει χώμα κι άλλο χώμα, αιώνια τώρα…

Η ΤΙΜΩΡΙΑ
                              Παπάς αρπάχτης και παπάς του κόσμου γυροφέρνης.
                            -Παπά μου, το χωράφι αυτό δικό μας, μην το παίρνεις,
κλαίνε και λένε ταπεινά
                                                                                του γείτονα τα ορφανά.

                            -Νιώθω, παιδιά μ’, τον πόνο σας και το παράπονό σας,
                              μα το χωράφι το ’δωσε σ’ εμένανε ο γονιός σας,
  για ένα μπόρτζι, μα και το
                                                                               όνομ’ αυτού να μελετώ.

                              Ταχιά πουρνό, ορφανούδια μου, ελάτε στο χωράφι,
                              ό,τι έγραψεν ο τάτας σας, κανείς δεν το ξεγράφει,
   δικό σας το χωράφι, αν πει,
       τραβιέμαι, δίχως πια ντροπή.

                              Λάκκο κρυφά σκάβει ο παπάς στου χωραφιού τη λάκκα
                            και το μοναχοπαίδι του σκεπάζει με την πλάκα
και του πατέρα τη βουλή
          σ’ ορμήνια ο γιος κρατεί καλή.
                            -Ρωτήσ’τε τον πατέρας σας κι ας πάμε στο καλό μας.
                            -Πατέρα, το χωράφι εδώ, του δέσποτα ή δικό μας;
             -Του δέσποτα, παιδιά μου, αυτό,
                                                                              ήταν της μοίρας σας γραφτό.

                                -Συχώρεσέ μας, γέροντα, τα ορφανά του λένε,
                                εκείθ’ εκείνα τράβηξαν τα δύστυχα και κλαίνε,
                                                                               εδώθε ο παπάς περνά,
  μα πίσω πάλι όμως γυρνά.

                                -Έβγα απ’ τη γούρνα, σπλάχνο μου κι αγαπητό παιδί μου,
                                δική σου τώρα η ξένη γη, δική σου και δική μου.
        Σκύβει ο παπάς, μα τι να ιδεί,
                                                                              λείπει από μέσα το παιδί.

                                Φωνή απ’ το χώμα και φωνή κι οι πέτρες λένε οι στείρες.
                                -Εσύ χωράφι γύρευες, εσύ χωράφι πήρες.
      Κι όπου φωνή κι όπου λαλιά,
                                                                              τρέχει ο παπάς και πιλαλά.

                                Πηγαίνει εδώ, πηγαίνει εκεί, πηγαίνει παραπέρα,
                                βρίσκει σωρούς ένα σωρό στου χωραφιού την ξέρα,
      πολλοί απ’ το χώμα οι σωροί,
                                                                              αλλά το γιο του δε θωρεί.

                                Τώρα σπαλάγγι ο μονογιός, στη γη λαγούμια φτιάχνει
                                κι όλο ο παπάς ο καψερός για το παιδί του ψάχνει,
    τρύπα όπου βλέπει ανοιχτή,
                                                                             του Πλάστη τιμωρία αυτή.
........................................................................................................................
 ΑΓΡΙΟΠΑΠΙΑ

        Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, οι αγριόπαπιες ήταν νεράιδες με χρυσο-πράσινα μαλλιά, με ρούχα υφασμένα με λεπτό νήμα, σαν τον αχνό του νερού και κατοικούσαν στα ποτάμια. Τα βράδια  έβγαιναν και χόρευαν στους όχθους και τραγουδούσαν με τη γλυκιά φωνή τους, μαγεύοντας όσους τις άκουγαν. Πολλοί νέοι είχαν ξεπλανευθεί και χάνονταν μαζί τους. Όμως ένα παλικάρι αλαφροΐ-σκιωτο, κάποια βραδιά, άρπαξε της πρώτης νεράιδας το μαντίλι, που κρατούσε και χόρευε κι εκείνη και τότε, για να μη γίνει η ίδια γυναίκα ανθρώπου, παρακάλεσε το Θεό και τη μεταμόρφωσε σε πάπια με τα πράσινα χρυσά φτερά της, που της θυμίζουν το νεραϊδένιο φόρεμά της.

Η ΑΓΡΙΟΠΑΠΙΑ
Αγριόπαπια-νεράιδα,                                               Μα μια νύχτα με φεγγάρι,
σαν κι εσένα δεν ξανάειδα,                                   του χωριού ένα παλικάρι
ρούχο πλουμιστό φορείς,                                      πάει στην ακροποταμιά
τη νυχτιά βγαίνεις νωρίς.                                      και νεράιδα κλέβει μια.

Με τις άλλες τις νεράιδες,                                    -Δώσ’ μου, νιε μου, το μαντίλι.
παίζεις πίπιζες και γκάιδες,                                  -Δώσ’ μου εσύ φιλί στα χείλη,
με τραγούδια στο νερό                                            να ’σαι ταίρι μου χρυσό!
στήνετε γλυκό χορό.                                                -Γω τον κόσμο τον μισώ.

Και μαυλίζονται οι λεβέντες                                    Στο Θεό είπεν εκείνη
με σκοπούς και με κουβέντες,                                 και αγριόπαπια εγίνη
με τις ώριες σας λαλιές,                                             κι έχει όμορφα φτερά
σκλάβοι πάνε στις σπηλιές.                                     και γυρίζει στα νερά.
.........................................................................................................................
ΑΗΔΟΝΙ

Σύμφωνα με τη μυθολογία, στα πολύ παλιά χρόνια, ζούσε μια πανέμορφη κόρη, η Αηδόνα. Σαν μεγάλωσε, παντρεύθηκε το Ζήθο, το δίδυμο αδερφό του Αμφίονα, ο οποίος νυμφεύθηκε τη βασιλοπούλα Νιόβη και μαζί της απέκτησε πολλά παιδιά. Η Αηδόνα με το Ζήθο απόχτησαν ένα μοναχοπαίδι, τον Οίτυλο. Αυτή ήταν η αιτία που η αηδόνα ζήλευε την πολύτεκνη κουνιάδα της. Κάποια μέρα, τυφλωμένη από τη ζήλια της, πήγε να σκοτώσει τον Αμαλέα, το μεγαλύτερο παιδί της Νιόβης, που κοιμόταν στο ίδιο δωμάτιο με τον Οίτυλο. Πάνω στην παραζάλη της όμως, έκανε λάθος και σκότωσε το δικό της μοναχοπαίδι. Όταν κατάλαβε το τραγικό σφάλμα  της, ξεσήκωσε τον κόσμο από τον σπαραγμό της. Τότε, ο Δίας τη λυπήθηκε και τη μεταμόρφωσε σε πουλί, το αηδόνι.
        Άλλος αρχαίος μύθος διηγείται ότι οι Μαινάδες κατασπάραξαν τον Ορφέα και σκόρπισαν τα μακάβρια  κομμάτια του στη θάλασσα. Τα κύματα του Αιγαίου παρέσυραν το κεφάλι και τη λύρα του ξακουστού μουσικού και τα ξέβρασαν στο νησί της Σαπφούς, στη Λέρο. Η άμμος στοργικά σκέπασε το θεϊκό κεφάλι του Ορφέα, η λύρα του όμως απόμεινε όρθια, πλάι στο κύμα. Ο μπάτης φυσούσε τις χορδές της κι αυτή τραγουδούσε γλυκά και λυπητερά. Το σκοπό αυτό άκουσαν τ’ αηδόνια και από τότε κελαηδάνε με πάθος και γλύκα.
        Κατά μια νεότερη παράδοση, το αηδόνι ήταν ένα όμορφο τσοπανόπουλο. Βοσκούσε καθημερινά το κοπάδι του, λαλώντας τόσο γλυκά τη φλογέρα του που ένα άλλο κακό τσοπανόπουλο φθόνησε την τέχνη του και όρμησε να το σκοτώσει με το μαχαίρι του. Εκείνη τη στιγμή ο Θεός μεταμόρφωσε τα τσοπανόπουλα σε πουλιά. Το καλό τσοπανόπουλο το έκανε πανέμορφο αηδόνι και το κακό κότσυφα με κατάμαυρα φτερά. Από τότε, το αηδόνι ζει στις βαθύσκιωτες ρεματιές. Νομίζει πως είναι  ακόμα τσοπανόπουλο και λαλεί γλυκά, σαν τη φλογέρα του. Ο κότσυφας τριγυρνάει εκεί κοντά, βασανισμένος από τις τύψεις του για το κακό που έκανε. Το άκακο αηδόνι τον συγχώρεσε  και τον συντροφεύει, σμίγοντας μαζί  το τραγούδι τους, όπως κάποτε λαλούσαν μαζί τις φλογέρες τους.

ΑΗΔΟΝΙ ΚΑΙ ΚΟΤΣΥΦΑΣ
 Σα στη ράχη ο ήλιος σκα,                                              Το ’να αηδόν’ είναι πουλί
 τσοπανόπουλο βοσκά                                                     με μεράκι όλο λαλεί
           το κοπάδι                                                                                 τρισμεγάλο
 και στην άπλα τη χλωρή                                                 κι από κείνη τη φορά
 τη φλογέρα του βαρεί,                                                     με κατάμαυρα φτερά
           ως το βράδυ.                                                                           ’γίνη τ’ άλλο.
               
 Και βλαχούδι άλλο κακό                                                  Κι όπου τ’ αηδονάκι ζει,
 κλώθει το θανατικό                                                             το κοτσύφι εκεί μαζί
           στην ψυχή του,                                                                    φτερουγάει
 στο καλό χιμά παιδί,                                                          το ’να στην πυκνή βατιά,
 μ’ άλλαξε εκεινού η ειδή,                                                   τ’ άλλο μες στη ρεματιά
          κι η δική του.                                                                           κελαηδάει.

                                                          Με τραγούδια, με λαλιές
                                                           λες θυμούνται τις παλιές
                                                                     τις ημέρες,
                                                          όπου παίζανε μες στα
                                                          βοσκοτόπια τ’ ανθιστά
                                                                     τις φλογέρες.

        Το αηδόνι ήταν άνθρωπος, λέει η παράδοση του λαού μας, κι είχε πρόβατα και γίδια κι είχε ακόμα δυο πιστά σκυλιά, την Τσίλα και το Τσιβέλι. Αυτός έπαιζε τη φλογέρα και τα τσοπανόσκυλα φύλαγαν τα κοπάδια, αλλά κάποτε, απ’ το τραγούδι και το μεθύσι, έπεσε και κοιμήθηκε βαριά, λέγοντας να ξυπνήσει όταν φέξει τ’ Αη-Γιωργιού! Τότε ξύπνησε και θυμήθηκε τα ζωντανά του, που τα πρόσεχαν τα σκυλιά του κι είχαν, τόσον καιρό, πολλαπλασιασθεί. Ο βοσκός πούλησε τα ζώα του κρυφά και τότε του παραπονέθηκαν τα σκυλιά πως το ’κανε αυτό, χωρίς να τα συμβου-λευθεί. Μετάνιωσε ο τσοπάνης για την αυθαίρετη πράξη του και παρακαλώντας το Θεό, μεταμορφώθηκε σε πουλί, αηδόνι συγκεκριμένα, κι από τότε φυλάει τα ζώα του, κράζοντας τα σκυλιά με το λάλημά του, Τσίλα, Τσίλα, Τσιβέλι, σου, σου, σου, σου…

ΤΟ ΑΗΔΟΝΙ ΤΣΟΠΑΝΗΣ

Τσίλα μου, εσύ στα πρόβατα, Τσιβέλι, εσύ στα γίδια
βοσκάτε τα μες στις λογγιές και μέσα στα γρασίδια
                                           κι επάνω εγώ στο ξάγναντο θα παίζω τη φλογέρα,
                                      ν’ αχολογάει ως πέρα.

                        -Λάλα το, αφέντη, λάλα το, τώρα που μπήκε ο Μάης,
                        έννοια  μην έχεις στις κοπές, ποτέ σου δεν εκάης,
                                και κάπου – κάπου κράξε μας, να σ’ αγρικάν τ’ αυτιά μας
                                                                                      πως είσ’ εδώ κοντά μας.

                                Φυσά ο νιος το καλάμι του κι αντιλαλούνε οι τόποι
                                κι απ’ το πολύ το παίξιμο κι από το γλεντοκόπι,
                                νυστάξανε τα μάτια του και γέρνει εκεί στη στάνη,
                                                                                   βαρύ τον ύπνο κάνει.

                                -Θεέ μου, ύπνο δώσε μου και τ’ Αη-Γιωργιού να φέξει!
                                Κοιμάται μια, κοιμάται δυο, κοιμάται μέρες έξι,
                                κοιμάται μήνους και καιρούς και κάποτε ξυπνάει.
                                                                                   -Πάει πια το βιος μου, πάει.

                                -Τσίλα μου, πού ’ν’ τα πρόβατα, τσιβέλι, πού τα γίδια;
                                -Τα πρόβατα βοσκάν μπαστή, τα γίδια βελανίδια.
                                -Αυγάτηναν τα γιδερά, αυγάτηναν τα πράτα,
                                                                                   τα σιάδια είναι γεμάτα!

                                Κι ο νιος κρυφά κι απόκρυφα πουλάει τα ζωντανά του.
                                -Πού παν γίδια και πρόβατα, ρωτάνε τα σκυλιά του,
                                πως μπόρεσες, αφέντη μας, μόνος να τα πουλήσεις,
                                                                                      χωρίς να μας ρωτήσεις;

                                Τραβιέται αυτός παράμερα και κάθεται και κλαίει.
                                -Θεέ μου, κάνε με πουλί, παρακαλεί και λέει.
                                Αηδόνι πια, θωρεί, ως πετά λιβάδι σε λιβάδι,
                                                                                    το κάθε του κοπάδι.

                                -Τσίλα μου και τσιβέλι μου, σου, σου, πιστά σκυλιά μου,
                                κι εγώ με το τραγούδι μου και με το λάλημά μου
                                προσέχω τα κοπάδια μου και τα βοσκώ κάθε ώρα,
                                                                                    καθώς κάνω και τώρα.
..........................................................................................................................
ΚΥΡΙΑΡΙΝΑ
Η κυριαρίνα θεωρείται βασίλισσα του λόγγου, επειδή ανάμεσα στους χωρικούς είναι γνωστή η παρακάτω τραγική παράδοση. Ήταν κάποτε στα παλιά τα χρόνια τρεις αδερφάδες. Μήλιω, Ρόιδω και Κυριαρίνα τις έλεγαν. Η καθεμιά ομορφότερη από την άλλη. Η Κυριαρίνα όμως ξεχώριζε, γιατί ήταν ηλιογέννητη και χρυσο-φεγγαράτη. Κάθε πρωί, ομορφοστολιζόταν και γυρνώντας κατά την ανατολή ρωτούσε.
-Ήλιε μου και κύρη μου, απ’ τη Μήλιω κι απ’ τη Ρόιδω ποια είναι η ομορφό-τερη; Κι ο ήλιος απαντούσε.
-Είναι η Μήλιω, είναι η Ρόιδω, μα σαν τη χρυσοφεγγαράτη άλλη καμιά δεν είναι.
Οι αδερφές της, ακούγοντας την απάντηση του ήλιου, ζήλεψαν την Κυριαρίνα και ζητούσαν ευκαιρία να την ξεφορτωθούν. Φυσικά, η ευκαιρία δεν άργησε να βρεθεί. Μια μέρα πήγαν και οι τρεις τους στο δάσος να μαζέψουν ξύλα για τη φωτιά. Εκεί, βρήκαν ευκαιρία κι έσπρωξαν τη χρυσοφεγγαράτη σ’ έναν γκρεμό, όπου πίστεψαν ότι σκοτώθηκε. Απ’ το άλλο το πρωί, βιαστικές - βιαστικές άρχισαν να ρωτάνε τον ήλιο για του ποια είναι η ομορφότερη. Έπαιρναν όμως την ίδια πάντα απάντηση.
-Σαν τη χρυσοφεγγαράτη, άλλη καμιά δεν είναι!
Φυσικά και παραξενεύθηκαν, αφού πίστεψαν πως κομματιάσθηκε στον γκρεμό. Η αλήθεια όμως ήταν διαφορετική. Στο μέρος που γκρεμίσθηκε η χρυσοφεγγαράτη, βγήκε για κυνήγι κάποιο βασιλόπουλο. Εκεί, την αντάμωσε και την έκανε ταίρι του αγαπημένο. Έτσι, έγινε βασίλισσα η κυρία Ρίνα, όπως τη φωνάζανε. Η Μήλιω και η Ρόιδω έμαθαν για την  τύχη τής χρυσοφεγγαράτης, ντύθηκαν ζητιάνες και κίνησαν για το παλάτι. Μπήκαν μέσα, κάποια στιγμή που απουσίαζε το βασιλόπουλο και σκότωσαν, χωρίς λύπηση, την αδερφή τους, από ζήλια και φθόνο. Κανένας ποτέ δεν έμαθε για τους φονιάδες. Στον τάφο της χρυσοφεγγαράτης φύτρωσε μια κυδωνιά, που έκανε μονάχα ένα κυδώνι. Μόλις ο περιβολάρης επεχείρησε να το κόψει, ξεπετάχθηκε από μέσα ένα πανέμορφο αρχο-ντικό πουλί, η κυριαρίνα, η οποία άρχισε να κελαηδεί, κατά τη δημοτική μούσα.
                                                           Περιβολά, περιβολά,
                                                          σύρε να πεις του βασιλιά,
 να λεί, να δένει το παιδί, να το ποτίζει γάλα,
                                          μ’ αν δεν του  πεις, περιβολά, να ξεραθεί τ’ αμπέλι
                                              και το κλαρί, που στέκομαι, να μαραθεί, να πέσει.

Ο περιβολάρης το θεώρησε γι’ αστείο και δεν έδωσε σημασία. Την επόμενη όμως, που ξεράθηκε τ’ αμπέλι του, το μετάνιωσε πικρά. Από τότε κι ύστερα η κυριαρίνα τριγυρίζει στ’ αμπέλια και παρακαλεί τους αμπελουργούς να πουν στον άνδρα της να φροντίζει τ’ ορφανό παιδί της. Γι’ αυτό το λάλημα της κυριαρίνας είναι πολύ πονεμένο και προμηνάει τον ερχομό του μελαγχολικού χειμώνα.
Σήμερα το μόνο που απόμεινε στην κυριαρίνα, από αυτή τη θλιβερή ιστορία, είναι τα βασιλικά σιρίτια, που στολίζουν το μέτωπό της. Όταν εμφανίζεται η κυριαρίνα στην ελληνική ύπαιθρο, η φύση δημιουργεί μια μελαγχολική ατμό-σφαιρα, για να της συμπαρασταθεί στο δράμα της. Είναι τα χινοπωριάτικα πρωτο-βρόχια, η καταχνιά και το κρύο, που προετοιμάζουν τον ερχομό του παγερού χειμώνα.

Η ΗΛΙΟΓΕΝΝΗΤΗ
Η κυριαρίνα είμ’ εγώ η χρυσοπλουμισμένη,
  το πρωί ρωτώ τον ήλιο.
                                                                                  -Μην η Ρόιδω, μην η Μήλιω,
    καμιά απ’ τις αδερφάδες μου πάνω από μένα βγαίνει;

                                               -Οι αδερφές σου ολήμερα, μια ντύσε, μια ξεντύσε,
                                                                   λάμπουνε χαριτωμένα,
                                                                   για να παραβγούν μ’ εσένα,
                                                 μα εσύ ‘σαι η πιο όμορφη, βασίλισσα εσύ ’σαι!

          Τη Ρόιδω τρώει η όχεντρα, τη Μήλιω βόσκει ο αστρίτης,
                                                                     στο βουνό πάνε για ξύλα,
                                                                     την γκρεμίζουν σε γκρεμίλα.
    -Πάει η Κυριαρίνα, λένε αυτές, κι η ομορφιά μαζί της.

                                                Βασιλοπαίδι κυνηγά μες στο δασύ ρουμάνι
                                                                     και θωρεί την Κυριαρίνα
  σαν ηλιού ν’ αστράφτει αχτίνα,
την παίρνει στο παλάτι του και ταίρι του την κάνει.

                                                 -Ποια είναι  πιο περίκαλλη από τις δυο μας τάχα,
                                                                    λένε οι αδερφές στον ήλιο,
                                                                    γω η Ρόιδω για η Μήλιω;
                                                  -Η Κυριαρίνα η πι’ όμορφη απ’ όλες σας μονάχα!

         Ντύνονται διακονιάρισσες και μπαίνουν στο παλάτι,
                                                                    μαχαιρόλαμα σηκώνουν
                                                                    και την αδερφή σκοτώνουν,
                                                   σκοτώνουν τη λιοπρόσωπη, τη βεργολυγεράτη.
Την πάει στον τάφο ο βασιλιάς, την πάει στο μνήμα ο ρήγας,
                                                                   κυδωνιά εκεί ξεφυτρώνει
                                                                   μ’ ένα στο κλαδί κυδώνι
                                      κι ο περβολάρης το ’κοψε, του περβολιού ο κολίγας.

                     Και το κυδώνι άνοιξε κι απ’ την καρδιά του βγαίνει
                                         το πουλί η κυριαρίνα,
                                         με τα ξόπλια της εκείνα,
                     και στο δραγάτη δέεται πικρή και δακρυσμένη.
   
                     -Να πας να πεις στο βασιλιά, να πας να πεις στο ρήγα
                                          το παιδί μου, που το θέλει,
                                          ν’ ανατρέφει το με μέλι,
                     να ’χω μέσα στον τάφο μου τα δάκρυά μου λίγα.

                    Κι όλο στ’ αμπέλια τριγυρνά, με της βροχής της πρώτης
                                         τη ρονιά, σ’ αντάρας κρέπι
                                         και αμπελουργό σα βλέπει
                     του λέει να πάει στο βασιλιά να πει για τ’ ορφανό της.

                     Κι έρχεται η μαύρη καταχνιά κι η σκοτεινή αντάρα,
                                         με της μάνας το πιστρόφι,
                                         και της γίνεται συντρόφι
                     σε κλήμα, σε μυρτιά, σ’ ελιά και σ’ ελατίσια κλάρα.
.........................................................................................................................
ΜΕΛΙΣΣΑ
Κάποια μάνα, λέει η παράδοση, όταν αρρώστησε βαριά, διαμήνυσε στο γιο της το σκαντζόχοιρο, που ήταν άνθρωπος, να πάει να τη συνδράμει, αλλ’ αυτός την πληροφόρησε ότι δεν μπορούσε, επειδή έφραζε κάποιο χωράφι του κι η μάνα, αγανακτισμένη, τον καταράσθηκε, λέγοντάς του να φυτρώσουν στην πλάτη του τα παλούκια και τ’ αγκάθια της φράχτης. Ύστερα, ειδοποίησε την πρώτη κόρη της, τη χελώνα, μα κι αυτή είπε πως δεν ευκαιρούσε, επειδή έπλυνε τα ρούχα του σπιτιού της κι η μάνα της, πικραμένη, την καταράσθηκε, ευχόμενη ο Θεός να την κάνει χελώνα και να γυρίσει η σκάφη του πλυσίματος στη ράχη της. Παράγγειλε κατόπιν στη δεύτερη θυγατέρα της, στην αράχνη, μα κι εκείνη πληροφόρησε τη μάνα της πως έχει στημένο αργαλειό και υφαίνει. Κι η μάνα την αναθεμάτισε, λέγοντας να υφαίνει  σε όλη τη ζωή της  και ποτέ να μην μπορεί  να στεριώσει σ’ ένα μέρος πανί.
Έστειλε, τέλος, μηνυτή στο τέταρτο παιδί της, στη μέλισσα, που τη βρήκε να ζυμώνει κι αυτή παράτησε αμέσως τη δουλειά της κι έτρεξε με λαχτάρα και με τα ζυμάρια στα χέρια της στη μάνα της, να τη βοηθήσει κι όταν η μάνα την είδε με τα προζύμια επάνω της, της ευχήθηκε τα προζύμια να γίνονται μέλι στα χέρια της και στο στόμα της!

ΕΥΧΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΑ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ
Πέφτ’ η μάνα στο κλινάρι,                            -Να υφαίνεις, να ξεϋφαίνεις
           άρρωστη πονά,                                                    μες στον αργαλειό,
στέλνει αμέσως μηνυτάρη                            νέο πανί πάντα να σταίνεις
           και στο γιο μηνά.                                                 και ποτέ παλιό.

-Ω, σκαντζόχοιρε παιδί μου,                       Στη στερνή της παραγγέλνει
           έλα να με ιδείς.                                                       τότε κορασιά,
-Φτιάχνω, μάνα, τη φραγή μου,                 μήτε μήνυμ’ αυτή στέλνει,
           ως τ’ αποβραδίς!                                                    μήτε κι αρνησιά.

-Ούτε για σπλαχνιά εφτιάχτης,                Ζύμωνε την ώρα εκείνη,
          ούτε για γιορτή,                                                     άλλο δεν κοιτά,
τα αγκάθια όλα της φράχτης                     τα ζυμάρια χάμω αφήνει,
          να ’χεις για φορτί.                                                 σαν πουλί πετά.

Λέει  στην πρώτη θυγατέρα,                      -Σαν τη μέλισσα είσαι, αλήθεια,
          δεν μπορεί κι αυτή,                                               κόρη μου χρυσή,
βρίσκεται στο ρέμα πέρα,                            με τ’ αλεύρια εμπρός στα στήθια
          πλένει όλο σκυφτή!                                              ήρθες μόνο εσύ!

-Μαύρη μου, χελώνα, η μάχη,                    -Πες μου, μάνα, τι να κάνω,
          μαύρη μου κι η ευκή,                                            έφτασα γι’ αυτό.
το σκαφίδι σου στη ράχη                              -Τώρα πια δε θα πεθάνω,
          να φοράς καυκί.                                                     μα θα γιατρευτώ.

Και στην άλλη, στην αράχνη,                     Ό, τι πιάνεις με το στόμα,
          τρέχει άλλος να πει,                                             μέλι να κυλά,
μα κι αυτή υφαντό, λέει, φτιάχνει              μα και το κερί σου ακόμα
          δίχως διακοπή!                                                       να μοσχοβολά!
.......................................................................................................................
ΜΠΟΥΦΟΣ
Ο μπούφος έχει βαθιά φωνή και ακούγεται τις ανοιξιάτικες και φεγγα-ρόφωτες νύχτες να κραυγάζει. Μπου! μπου! Για την περίεργη λαλιά του μια παράδοση εξηγεί πως κάποτε ο Μπούφος ήταν ένας πάμπλουτος και ξακουστός βασιλιάς. Γι’ αυτό τον ζήλεψαν και του κήρυξαν τον πόλεμο οι άλλοι βασιλιάδες. Ο Μπούφος πολέμησε γενναία, αλλά, στο τέλος, νικήθηκε κι έχασε το βασίλειό του. Από τη στενοχώρια του, που ένας τόσο ξακουστός βασιλιάς ξέπεσε και κατάντησε ένας παρακατιανός και άσημος, παρακάλεσε το Θεό να τον λυπηθεί και να τον μεταμορφώσει σε πουλί της νύχτας, για να μην τον βλέπουν και τον περιγελούν. Πράγματι, ο πολυεύσπλαχνος Θεός εκπλήρωσε την παράκλησή του και τον έκανε νυχτόβιο αρπαχτικό πουλί, που δε σταματάει ούτε στιγμή να φωνάζει. Μπου! μπου! Η φωνή αυτή είναι η αντήχηση των κανονιών, που χρησιμοποίησαν οι εχθροί του στον πόλεμο, που του κήρυξαν και τον έριξαν από το βασιλικό θρόνο. Η φωνή του αυτή ακούγεται σαν μακρινό μοιρολόι, που θρηνεί τα περασμένα μεγαλεία του.
               
Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ Ο ΜΠΟΥΦΟΣ
Κλείνω μέσα στην καρδιά μου                             Με γελούνε οι βασιλιάδες
του πολέμου την οργή,                                           για την ήττα μου αυτή
μαρτυρά το λάλημά μου                                          κι εγώ μένω απ’ τις πικράδες
σκοπευτού καταγωγή.                                             με την όψη μου σκυφτή.

Είχα πόλεμο με ρήγα,                                               Τώρα σαν πουλί γυρνάω
που ’μοιαζε με το βοριά,                                          ενός κόσμου όλο θαμπού,
το σπαθί μου συχνολύγα,                                      τα κανόνια μου χτυπάω,
σ’ όποια χτύπαγα μεριά.                                          σα φωνάζω: μπου και μπου.

Ήτανε πολλοί οι εχθροί μου                                  Τούτο μου το μοιρολόι,
κι εγώ ήμουν μοναχός,                                             μου ενθυμεί κάθε βραδύ
αλλά πάει η δύναμή μου                                          το βασιλικό μου σόι,
και κατάντησα φτωχός.                                           μεγαλεία που έχω δει.
.........................................................................................................................
ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Για τη σχέση του και το φόβο του με τα ζώα, μια λαϊκή παράδοση λέει πως ο τσαλαπετεινός ήταν άνθρωπος και μάλιστα βασιλιάς, με πολλά πλούτη, φθονώντας τον όμως οι γύρω βασιλιάδες επιτέθηκαν εναντίον του, υπέκυψαν οι στρατιώτες του και λεηλάτησαν τη χώρα του. Κυνηγημένο το βασιλόπουλο, κατέφυγε στα βουνά και στα δάση, να σωθεί. Μια μέρα, αποκοιμήθηκε σ’ ένα λιβάδι, όπου βοσκούσαν πρόβατα και βόδια. Τον ξύπνησαν τα ποδοβολητά των αλόγων. Το τριγύρισαν τα ζώα και το κοίταζαν το άμοιρο βασιλόπουλο, το έβλεπαν όμως αγριεμένα και τα ξένα βασιλόπουλα. Αυτό έπεσε μπρούμυτα, άπλωσε τον ολόχρυσο χιτώνα του, φόρεσε το στέμμα στο κεφάλι, σκεπάσθηκε ύστερα με ανθισμένα κλαδιά από βάτα και βούρλα κι έμεινε ασάλευτο. Μόνο του και κυριευμένο από φόβο, παρακάλεσε το Θεό και το έκανε όπως είναι σήμερα, ένα πεντάμορφο πουλί με ωραίο χρωματιστό λοφίο στο κεφάλι και πολυπλουμισμένο ρούχο στο σώμα. Από τότε έχει τη συνήθεια να ζει κοντά στα συγκεκριμένα ζώα.

Ο ΧΡΥΣΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΩΝ ΑΓΡΩΝ
                                  Ρήγας είναι, χρυσά φορά, ρηγάτο έχει στη γη,
                                                           μεγάλο βασιλίκι,
                                     μα οι βασιλιάδες τον φθονούν κι απ’ την πολλήν  οργή
                                                               του ρίχνονται, σαν λύκοι.

                                    Πέφτουν τα παλικάρια του, ως το στερνό, νεκρά,
                                                               ρημάζουν το ρηγάτο,
                                    φεύγει το βασιλόπουλο μ’ αισθήματα πικρά
                                                               και τρέχει επάνω-κάτω.

                                    Γυρίζει κάμπους και βουνά, τα πόδια έχει βαριά
                                                               και γέρνει σε λιβάδι,
                                    ξυπνάει από τον ύπνο του, βόδια κι άτια θωρά
                                                               τριγύρω του κοπάδι.

                                    Βλέπει ξένα ρηγόπουλα, άλλα κρατούν σπαθιά,
                                                               θριάμβου άλλα ταμπούρλα,
                                    με τα χρυσά σκεπάζεται και κρύβεται βαθιά
                                                               στους θάμνους και στα βούρλα.

                                    Ρήγας ήταν, φόραε χρυσά, πλουμίδια περισσά,
                                                               τώρα, πουλί που εγίνη,
                                    γυρνά στα βόδια, στους αγρούς, πάλι με τα χρυσά,
                                                               με τη στολή του εκείνη.


Δεν υπάρχουν σχόλια: