TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2011

Άγιος Γεώργιος & Δημοτικά Τραγούδια

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΤΑ ΔΗΜΟΤΙΚΑ
ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
του Τάκη Ευθυμίου
                                                             
Ο Ελληνικός λαός  έχει  δημιουργήσει ξεχωριστά δημοτικά τραγούδια για τη χριστιανική θρησκεία, που υπάγονται στον κύκλο «των λατρευτικών τραγουδιών». Τέτοια δημοτικά τραγούδια είναι αφιερωμένα στα Άγια Πάθη, τη Μεγάλη Παρασκευή ή σ' άλλες περιστάσεις του βίου του Χριστού και της Παναγίας. Για τους αγίους, όμως, υπάρχουν ελάχιστες περιπτώσεις λατρευτικών τραγουδιών και μια απ' αυτές, η σπουδαιότερη, είναι αυτή εδώ για το κατόρθωμα του Αγίου Γεωργίου. Το τραγούδι του Αγίου είναι γνωστό σε όλα σχεδόν τα ελληνικά μέρη και οι πρώτοι στίχοι του αρχίζουν ως εξής: 

«Αφέντη μ’ Αϊ-Γιώργη μου και γριβοκαβαλάρη,
αρματωμένε με σπαθί και μ’ αργυρό κοντάρι
θεριό είχαμε στον τόπο μας σ’ ένα βαθύ πηγάδι,
ανθρώπους το ταΐζαμε πάσα πρωί και βράδυ
και μια βραδιά δεν του ‘δωσαν άνθρωπο για να φάει
σταλιά νερό δεν άφησε τον κόσμο για να πάρει».

Πολλές δημώδεις φράσεις και παροιμίες, καθώς και έθιμα, δημοτικά τραγούδια και θρύλοι της ελληνικής λαογραφίας είναι συνδεδεμένα με το όνομα του όμορφου και χρυσοκαβαλάρη Αγίου Γεωργίου. Ακολουθεί ένα τέτοιο δημοτικό τραγούδι:

«Ακούστε το τι γίνηκε σε τόπο ξακουσμένο
εκεί ήτανε και φώλιαζε θεριό καταραμένο.
Κι αν δεν του δίναν άνθρωπο να φάει πουρνό και βράδυ
κανένανε δεν άφηνε νερό να πάει να πάρει.
Γι’ αυτό ερίχνανε λαχνό και οποιανού ήθελε πέσει
θα ‘στελνε το παιδάκι του, του δράκοντα πισκέσι.
Έπεσε και του βασιλιά για τη βασιλοπούλα
για να την φάει ο δράκοντας την όμορφη κορούλα.
Κι ο Βασιλιάς με κλάματα εφώναζε: "Σταθείτε,
όλο το βιο μου πάρτε το και το παιδίμ’ αφήστε".
Κι ο κόσμος αποκρίθηκε όλος με στόμα ένα
"Ή δος μας το κορίτσι σου ή παίρνουμε εσένα"·
Ο Αϊ-Γιώργης τα ‘κουσε εις την Καππαδοκίαν
στο γρήγορό του τ’ άλογο ανέβηκε με βίαν.
Βαρεί βιτσιά τ’ αλόγου του στη βρύση κατεβαίνει
κι εύρε την κόρη που ‘στεκε σα μήλο μαραμένη.
Για φεύγα παλικάρι μου, φεύγα μη φάγει κι σένα
αυτό το άγριο θεριό που θα με φάει εμένα.
Ησύχασε κορίτσι μου και μην παραφοβάσαι
και του Κυρίου τ’ όνομα πάντα να το θυμάσαι.
Ξεπέζεψε και κάθισε ολίγο να ακουμπήσει
όσο που να ‘βγει το θεριό απ’ τη μεγάλη βρύση.
Ευθύς πηδάει στ’ άλογο με το κοντάρι τρέχει
και από το στόμα του θεριού βρύση το αίμα τρέχει.
Για πες μου παλικάρι μου πες μου τ’ όνομά σου
χάρισμα για να στείλω να πάγω να ετοιμάσω.
Γεώργιον με κράζουνε απ’ την Καππαδακία,
κι αν θα μου στείλεις χάρισμα, χτίσε μου μια εκκλησία
και μεσ’ στη μέση ζωγραφιά, να έχει ένα καβαλάρη
να κονταρεύει το θεριό μ’ ένα βαρύ κοντάρι».

Ο Άγιος Γεώργιος θεωρείται ως προστάτης του πεζικού του ηρωικού αυτού σώματος, το οποίο ανέκαθεν υπήρξε το πιο πολυάριθμο όπλο σε αναλογία με τα λοιπά σώματα. Από της 9ης Απριλίου 1864, με πρόταση του τότε Υπουργού των Στρατιωτικών Π. Κορωναίου, κανονίστηκε όπως οι πολεμικές σημαίες των συνταγμάτων του Ελληνικού Στρατού φέρουν την εικόνα του Αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου Στρατηλάτου:

«Άγιε μου Γιώργη στρατηγέ και γριβοκαβαλάρη
αρματωμένε με σπαθί και με χρυσό κοντάρι,
σαν άγιος μοιάζεις στη θωριά, σαν ήλιος στη λαμπρότη,
παρακαλώ σε αφέντη μου και τίμιε μου στρατιώτη».
             
Το τραγούδι του ΑΪ-Γιώργη από το Καταλαγάρι και τα Πεζά Πεδιάδος στη δεκαετία τού 1940:
Αϊ μου Γιώργη, αφέντη μου και ψαροκαβαλλάρη,
αρματωμένε με σπαθί και με χρυσό κοντάρι,
άγγελος είσαι στη θωριά κι άγιος στη θεότη,
παρακαλώ βοήθα με, άγιε στρατιώτη,
να λυτρωθώ απ’ το θεριό και Δράκοντα μεγάλο,
’π’ α δε ντού ’πηαίναν άθρωπο κάθε πρωί και άλλο,
σταλιά νερό δεν ήφηνε να κατεβεί στη Χώρα,
σα δε ντού ’πηαίναν άθρωπο πάντα την ίδιαν ώρα!
Τα μπουλλεθιά ερίχνανε κι ότινος θέλ’ ας πέσει,
ήπεμπε το παιδάκι ντου τού Δράκοντα πεσκέσι.
Τα μπουλλεθιά επέσανε κι εις τη βασιλοπούλλα,
απού την είχ’ η μάνα τζη μοναχορηγοπούλλα.
Κι ο βασιλιάς ως τ’ άκουσε, τούτο το λόγον είπε:
- «Το βιός μου όλο πάρετε και το παιδί μου αφήτε».
Εκεί σπαθιά συρθήκανε, μαχαίρι’ ακονισμένα:
- «Γη δώσ’ μας το παιδάκι σου, γη παίρνομε κι εσένα».
- «Στολίστε το παιδάκι μου και κάμετέ το νύφη
κι αμέτε το στο Δράκοντα, πεσκέσι να δειπνήσει».
Πιάνουν και τη στολίζουνε ’πο το ταχύ ως το βράδυ
με δαχτυλίδια ολόχρυσα κι όλο μαργαριτάρι·
και παίρνουν την οι βάγιες τση να πα’ να σεργιανίσει
και πάνε και τη δένουνε στου Δράκοντα τη βρύση,
στα μάρμαρα του πηγαϊδιού ρίξαν την αλυσίδα
κι εκειά την κατεβάσανε, άμοιρη κορασίδα!
Κι ο Αϊ-Γιώργης το ’μαθε και τρέχει να τη σώσει
κι από το άγριο θεριό να τήνε ’λετευρώσει,
καβαλικεύγει τ’ άλογο και το αντιποδίζει,
στο μάγουλο του πηγαϊδιού πηγαίνει και καθίζει.
- «Μην το φοβάσαι το θεριό κι εγώ δα το ’ποθάνω,
άφησε ν’ αποκοιμηθώ στα γόνατά σου απάνω,
σίμωσε, κορασίδα μου, κοντά να με ψειρίσεις
κι όντεν ακούσεις το θεριό να μ’ αλαφροξυπνήσεις».
Στα γόνατά τζη ακούμπησε, για να τονε ψειρίσει
κ’ ετρέχανε τα μάθια τζη σα θολωμένη βρύση·
σε λίγην ώραν ήκουσε μιαν ταραχή μεγάλη
κι ήτον ο Δράκος κι ήβγαινε μέσ’ από το πηγάϊ.
- «Ξύπνησ’ αφέντη, ξύπνησε και μη βαροκοιμάσαι
να το σκοτώσεις το θεριό, που λες πως δε φοβάσαι·
σήκω, σήκω αφέντη μου και το νερό αφρίζει
κι ο Δράκοντας τ’ αντόδια ντου για μένα τ’ ακονίζει!»
Ο Αϊ-Γιώργης ’ξύπνησε σα μπαραλοϊσμένος
και τ’ άρματά ντου ήρπαξε, ως ήτο μαθημένος·
γυρίζει στ’ ανατολικά και κάνει το σταυρό ντου
και το κοντάρι ’σήκωσε και μπήγει στο λαιμό ντου,
μια κονταριά τού έδωκε, την τρώει μες το στόμα
κι αμέσως τον εξάπλωσε χάμαι στση γής το χώμα.
Με μια μπαμπακερή κλωστή πιστάγκωνα το δένει
τση κορασίδας το ’δωκε, μέσα στη Χώρα μπαίνει.
- «Να, βασιλιά, το τέκνο σου, ορίστε το παιδί σου
κι απού τα φύλλα τση καρδιάς δώσε του την ευκή σου».
- «Να ζήσεις, καβαλάρη μου, πώς λένε τ’ όνομά σου,
ένα μεγάλο χάρισμα να κάμω τσ’ αφεδιάς σου;»
- «Γιώργης στρατιώτης λέγομαι, απ’ την Καππαδοκία,
σα θες να κάμεις τάξιμο, χτίσε μιαν εκκλησία
και βάλε και ζωγράφισε Χριστό και Παναγία,
στη δεξιά Ντου τη μπλευρά βάλ’ ένα γκαβαλλάρη,
αρματωμένο με σπαθί και με χρυσό κοντάρι».


















Δεν υπάρχουν σχόλια: