TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Τρίτη 31 Οκτωβρίου 2017

Η μεταλλοπλαστική τέχνη



Η ΜΕΤΑΛΛΟΠΛΑΣΤΙΚΗ ΤΕΧΝΗ
[Του Παναγιώτη Δημάκη Υπεύθυνου του Ιστορικού Αρχείου Δήμου Αμφίκλειας-Ελάτειας]
Η Μεταλλοπλαστική τέχνη στήν αρχαία Φωκίδα. Χάλκινο Ίππάριο Γεωμετρικών χρόνων, αφιέρωμα στό Ιερό τής Αθηνάς Κραναίας, παρά τήν Ελάτεια.( Εθν.Αρχ.Μουσείο Π.Α.Ι.Θ.Π.Α./ ΤΑΠ ). Οι ίπποι τα γεωμετρικά χρόνια, ελατρεύοντο, ώς αφιερώματα και ιερά αναθήματα στον Ιππομέδοντα Ποσειδώνα, πού ήρχε και τών υδάτων και σεισμών, όπως η επιγραφή επί λίθου, αριστερά τών εισερχομένω, στο κλιμακοστάσιο τής Αρχαιολογικής Συλλογής Ελατείας. Το Ιερό ιδρυμένο επί κορυφής, Β.Α. εφάπτεται με τα διασφάξ, κρημνώδη βραχοσχήματα, καταποντίσματα τού Λαζού, πού υπενθυμίζουν το σεισμικο ρήγμα τού Καλλιδρόμου Όρους, ενεργό και σήμερα. Οι αρχαίοι κάτοικοι εσέβοντο, ώς ιερά τα σημεία αυτά, θυρίδες ενός Κάτω κόσμου και τούς απέδιδαν τιμές.

Αυτές ήταν οι καστανιές μας



Αυτές ήταν οι καστανιές μας
 [Του Στέφανου Σταμέλλου]

Το χωριό μας ήταν καστανοχώρι, όπως και τα περισσότερα παρατυμφρήστια χωριά και από την πλευρά της Ευρυτανίας και από την πλευρά της Φθιώτιδας. Όλες οι οικογένειες, και οι πιο φτωχιές, είχαμε καστανιές. Όμως είχαμε την ατυχία να δούμε τις καστανιές να ξεραίνονται σχεδόν όλες από μια ασθένεια που δεν μπορέσαμε να την αντιμετωπίσουμε. Σήμερα υπάρχουν ελάχιστες υγιείς και η παραγωγή είναι πολύ μικρή.

Κατ’ αρχήν το κάστανο έχει πλούσια διατροφική αξία. Είναι ένας καρπός, θρεπτικός και νόστιμος. Διαβάζουμε ότι «διασώζει από την πείνα τους κατοίκους φτωχών και ορεινών χωριών σε όλες τις ηπείρους του πλανήτη» και «περιέχει κατά 50% νερό, σχεδόν σαν τον άνθρωπο, αλλά και υδατάνθρακες, πρωτεΐνες, ασβέστιο, σίδηρο, κάλιο, φώσφορο, ψευδάργυρο, βιταμίνες» Τι άλλο θα μπορούσε να έχει;

Στην «εξοχή» εμείς είχαμε ως αρχή την παροιμία: «το κάστανο θέλει κρασί και το καρύδι μέλι». Τα καρύδια δεν μπορούσαμε να τους εξασφαλίσουμε το μέλι και τα τρώγαμε σκέτα. Αλλά για τα κάστανα είχαμε το κρασί∙ και τα τιμούσαμε ανάλογα. Το κακό ήταν ότι την εποχή που ωριμάζουν, τα κρασιά δεν έχουν βράσει ακόμα. Οπότε τα κάστανα τα τρώγαμε πίνοντας και μούστο! Κι αυτό ήταν ένα δύσκολο μίγμα για το στομάχι…

Σάββατο 28 Οκτωβρίου 2017

Παρέλαση μαθητών



ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ – ΠΟΤΕ ΠΙΑ ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΦΑΣΙΣΜΟΣ
Παρέλαση στον Άγιο Γεώργιο Φθιώτιδας το 1994
 

Παρασκευή 27 Οκτωβρίου 2017

Γράμμα από το Μέτωπο για την Ελάτεια



Η 28Η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940
ΚΑΙ ΕΝΑ ΓΡΑΜΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΑΤΕΙΑ
Του Παναγιώτη Δημάκη υπεύθυνου Ιστορικού Αρχείου Αμφίκλειας-Ελάτειας


Αργυρίου Αντώνιος του Τριαντάφυλλου *
Έφεδρος Ανθυπολοχαγός.Γεννήθηκε στην Ελάτεια το 1914, του Β΄ Συντάγματος Βαρέως Πυροβολικού Φονεύθηκε στην Κλεισούρα στις 8 Ιανουαρίου 1941. (Αγώνες και Νεκροί 1940-45, σελίδα 251). Γράμμα από το μέτωπο. Αντιγραφή επιστολής του Αντώνη Αργυρίου, Ανθυπολοχαγού Οχυρών Συν/κου τομέως, με την υπογραφή του και ημερομηνία 1940 με την προφητική αναγραφή σε τέλεια γραφή με πένα και μελάνι «…μνείας ένεκεν…»

Η αναμόχλευση τής ιστορίας, είναι απαραίτητη για την ενημέρωση, τής συλλογικής μνήμης, πού ενισχύει την εθνική ενότητα και αμβλύνει τις πατροπαράδοτες αντιθέσεις, πού τόσο έβλαψαν διαχρονικά την πατρίδα.
Το 1940, ο τορπιλισμός της ΕΛΛΗΣ, αλλά και άλλα συντονισμένα γεγονότα, κατά της Ελλάδος, ήταν το προοίμιον ενός πολέμου που ερχόταν, με γοργά βήματα. Θυμάμαι την αγωνία των κατοίκων της Ελάτειας, που κάθε βράδυ, συγκεντρωμένοι στην Αγορά και στην Πλατεία, άκουγαν από τα δύο ραδιόφωνα, των καφενείων Πρεκετέ και Μαγγανά, ειδήσεις, που μύριζαν πολεμική σύγκρουση. Αξιωματικοί του Στρατού ήρθαν και μίλησαν, ενώ στα τζάμια των παραθύρων τοποθετήθηκαν ταινίες, για τούς ενδεχόμενους βομβαρδισμούς της σιδηροδρομικής γραμμής.
Ο κοινωνικός τοπικός μικρόκοσμος, εγκατέλειπε τα τρέχοντα, ενώ η κοινή γνώμη, είχε αποκτήσει χαλύβδινη, ενότητα και ενθουσιασμό, ώστε η κήρυξη του πολέμου αργότερα, φάνηκε σαν ένα πανηγυρικό γεγονός, με τους εφέδρους να ξεκινούν για το μέτωπο, μέσα σ’ ένα παραλήρημα ενθουσιασμού, με την ολόψυχη ευχή και στήριξη όλων.
Τις πρώτες εχθρικές διεισδύσεις, στον Ελληνικό χώρο, σύντομα διαδέχθηκαν,
οι νικηφόρες μάχες των Ελλήνων, στα άγρια Αλβανικά βουνά, που τις ανήγγελλαν χαρμόσυνα, οι καμπάνες του Αη Δημήτρη, ενώ τα παιδιά περίχαρα τρέχαμε στους δρόμους, με φωνές, έπεσε η Κορυτσά! έπεσε η Κλεισούρα!

"Αν ξαναγίνω νύφ', θα ξέρω να προσκυνήσω"



«Αν ξαναγίνω νύφ’, θα ξέρω να προσκυνήσω» 

Λαογραφικά σημειώματα του Χρήστου Τούμπουρου
«Τω καιρώ εκείνω» η νύφη, «μάνα» και «πατέρα» έλεγε τους γονείς του άντρα της. Ο γαμπρός, συνήθως δεν ακολουθούσε αυτόν τον κανόνα. Θα μιλούσε στον πεθερό, αν τον κοίταζε αυτός ή -το πολύ, πολύ- μπορεί να άκουγες κανένα «ρε συ», «ψιτ» κ.λπ.
Η προσφώνηση αυτή της νύφης αρχίζει από τότε -μετά το τελετουργικό του γάμου- όταν «εν πομπή και με κλαρινάδα» πήγαιναν όλοι στο σπίτι του πεθερού, για να «εγκαταστήσουν» το αντρόγυνο.
«Την ευχή σου πατέρα», ικέτευε κυριολεκτικά η νύφη. «Παιδί μου, όπως βρήκες και όχι, όπως ήξερες», ήταν η απάντησή του.
Η πεθερά τότε δεν μιλούσε. Κρατούσε δυνάμεις.
Και από την επομένη άρχιζε το τζέρτζελο. Η μάνα, όπως είναι γνωστό, το λεν’ και οι σπουδαγμέν’ δεν θα αποδεχτεί ποτέ, μα ποτέ ότι ξέφυγε ο γιος της, το παλικάρι της, το καρποστάλ του χωριού, από την προστασία και την επιτήρησή της˙ τέλος πάντων από την καθοδήγησή της.
Ποιος/α είναι η αιτία; Η νύφη. Και, αν η πεθερά ήταν η ίδια -εκ γενετής- «λύκος καψαλός», άστα να πάνε.
Γινόταν αυτό που καθαρότατα περιγράφει το δημοτικό τραγούδι.
Η κακή πεθερά
Εκεί ‘ς τον πέρα μαχαλά, ‘ς την παραδώθε ρούγα,/Ήταν μια σκύλα πεθερά, μια πετροκαταλούσα,/Κ’ επαρακάλειε κ’ έλεγε σαν στρίγλα και σαν λάμια,/ Για να γεννήσ’ η νύφη της όφιο με δυο κεφάλια/Και να γεννήσ’ η θύγω της ένα ωμορφοπαίδι./Έκαμ’ η νύφη της παιδί κ’ η θύγω της τον όφιον ̇/Πήρε της νύφης το παιδί και τ’ς έβαλε τον όφιον,/ Και το παιδί ν εφώναξε και το παιδί φωνάζει/-δε θέλω ‘γω το γάλα σου γιατ’ είν’ πικρό φαρμάκι/Μόν’ θέλω της μανούλας μου πούναι γλυκό σαν μέλι.
(Παναγιώτη Αραβαντινού, ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ, Συλλογή Δημωδών Ασμάτων, ΔΑΜΙΑΝΟΣ-ΔΩΔΩΝΗ, 1967, σελ. 273)

Τετάρτη 18 Οκτωβρίου 2017

Ρολόι Προυσιώτισσας-πίνακας ζωγραφικής



Το Ρολόι της Παναγίας Προυσιώτισσας
[Ζωγραφική Θανάσης Μπακογιώργος]
   
Πηγή: Facebook Ioannis Elatos Makkas
Επιμέλεια-Ανάρτηση: Τάκης Ευθυμίου

Κυριακή 15 Οκτωβρίου 2017

Το Πανωπροίκι



Το Πανωπροίκι
Λαογραφικά σημειώματα του Χρήστου Τούμπουρου


Ως προίκα ορίζεται η υπό της γυναικός ή άλλου χάριν αυτής παροχή προς τον άνδρα χρημάτων ή άλλων ωφελημάτων προκειμένου να απαλλαγεί αυτός από τα βάρη του γάμου. Και τι βάρη …. Ασήκωτα! Με λίγα λόγια η γυναίκα λογιζόταν ως εμπόρευμα και επί του εμπορεύματος αυτού ο άνδρας, ο αφέντης, οι πρώτος, ο κεχαγιάς, ο πουτσαράς…, αποκτούσε εμπράγματο δικαίωμα… 
Αργότερα η λέξη προίκα άρχισε να έχει σχέση και με την πολιτική. «Δεν θα κατέλθω πλέον ως υποψήφιος. Θα πολιτευθεί ο υιός μου.» Λόγια βουλευτού που αποδεικνύουν την αντίληψη περί προίκας που επικρατεί και στην πολιτική πραγματικότητα. «Ο βουλευτής έφυγε από το κόμμα παίρνοντας μαζί και την προίκα του, τους προσωπικούς του ψηφοφόρους», που με την Τζουμερκιώτικη λαλιά θα λέγαμε «παίρνοντας μαζί τα ζωντανά του.»
Ποιος δεν θυμάται εκείνα τα βιβλιάρια υπέρ των απόρων κορασίδων, που συνιστούσαν την προίκα κάθε φτωχής κοπελιάς, ποιος δεν θυμάται εκείνη την προίκα της Σοφίας, της πριγκίπισσάς μας, της θυγατέρας της Φρειδερίκης, που πραγματοποιήθηκε από το υστέρημα των πενόμενων Ελλήνων, όταν παντρεύτηκε τον Χουαν Καρλος; Πέραν του γεγονότος πως «για να στολιστούν οι δύο εκκλησίες χρησιμοποιήθηκαν 80.000 τριαντάφυλλα και γαρίφαλα…»
Το πρόβλημα όμως για κάθε γονιό ήταν το πανωπροίκι, το συμπλήρωμα δηλαδή της κανονικής προίκας. Κι αυτό γινόταν όταν συνέβαινε η γυνή να «είχε τη σαμπρέλα τρύπια», «να είχε καλαφατιστεί προ γάμου», γενικά άμα ο γαμπρός την έβρισκε «χαλασμένη.» Ε, τότε έμπαινε στη μέση και το πανωπροίκι. Ήταν κάτι ας πούμε ένα «μπάλωμα» για το χάλασμα, μια «φόλα» για την τρύπα στο τσαρούχι. Το πανωπροίκι λεγόταν και απανωπροίκι, εξώπροικα και παράφερνα. (Φερνή σημαίνει προίκα). Μεταφορικά η λέξη πανωπροίκι, μετά την κατάργηση της προίκας σημαίνει επιπλέον προμήθεια. Είναι τα περίφημα μπόνους, ελληνιστί πανωπροίκια. Όρος που χρησιμοποιείται πολλαπλώς στον πολιτικό λόγο. «Η σύμβαση περιέχει και τόσα πανωπροίκια!»
Ο θυμόσοφος λαός το είπε χαρακτηριστικά: «Η γριά παντρειά δεν ήλπιζε, πανωπροίκι γύρευε.» Όταν επρόκειτο για υπερβολικές απαιτήσεις. Το λέει και το δημοτικό τραγούδι: «Άιντε τρείς χρόνους γράφουν τα προικιά,/και τρείς τα πανωπροίκια, Κωνσταντάκη μου,/και τρείς τα πανωπροίκια, λεβεντάκη μου.» Ήταν μεγάλη η πομπή η γυναίκα να τη βρει ο άντρας «μαγαρισμένη», με επιστημονικούς όρους «διακορευμένη». (Μη με ρωτήσει κανείς τι γινόταν σε παρόμοια περίπτωση σαν της βασίλισσάς μας της Αμαλίας που «έπασχεν» από δυσπλασία της μήτρας και ήταν αδύνατη η τοιαύτη διακόρευσις, αλλά μόνο θα επιτυγχάνονταν με χειρουργικό νυστέρι! Τα έριχναν στην «αστησία» του Όθωνα και πάει λέγοντας.)

Σάββατο 14 Οκτωβρίου 2017

Βραβείο διαγωνισμού φιλοζωίας στον Μπάμπη Τσέλο



Β΄ Βραβείο 6ου Διεθνούς λογοτεχνικού διαγωνισμού  φιλοζωίας 2017
στον Μπάμπη Τσέλο


Στο κρύο μάρμαρο

                             Πέρασα ξανά απ' την παλιά μου γειτονιά.
   Κλειστή και πάλι η πόρτα του χαμένου φίλου.
   Στο διπλανό στενό περιπλανήθηκα
   και κοντοστάθηκα στους κάδους  
   για ένα φαγώσιμο σκουπίδι.
   Στη γωνία ώρες περίμενα.
   Σ' όλους  τους παλιούς μου γείτονες
   μιλούσα καθαρά, όπως μπορούσα
   με το βλέμμα μου, με  την  ουρά μου.
   Δεν μου 'δωσε κανένας σημασία.      
   Ούτε ένα βλέμμα, ένα χαμόγελο
   ένα τους νεύμα, ένα σινιάλο.
   Άγρια και σκυθρωπά τα πρόσωπά τους
   κι εγώ  παρείσακτος κρυμμένος στη γωνία
   μόνο με το δέρμα και τα κόκκαλά μου.
   Μα τη μυρίστηκα την ταραχή τους.
   Αυτή η αδιαφορία τους το πόσο με πληγώνει.
   Η ελπίδα μου έσβησε
   και πήρα πάλι την  απόφαση να φύγω.
   Να το ξέρουν, δεν τους κρατώ κακία.
   Περιπλανήθηκα στους δρόμους
   μέχρι που έφτασα ξανά στα κυπαρίσσια.
   Πλησίασα τον παιδικό μου φίλο.
   Σταμάτησα σ' εκείνο εκεί το κρύο μάρμαρο
   και ξάπλωσα επάνω του, να το ζεστάνω.
   Θα κάτσω όλη νύχτα, αν χρειαστεί
   κι αύριο πάλι. Όσο αντέξω.
   Θα τον καλέσω με γαβγίσματα.
   Ποιος ξέρει;
   Η αγάπη έχω ακούσει, ανασταίνει.

                                              Μπάμπης Τσέλος