TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2012

Το στόλισμα της νύφης

Το στόλισμα της νύφης
Αφιερώνεται στις νύφες του Αυγούστου
(του Γιάννη Σαντάρμη)
Ομορφοστολισμένη νύφη παλιότερης εποχής

       Σήμερα η νύφη έχει χαρά, σήμερα κάνει γάμο,
       σήμερα μες στο σπίτι της και μες στ’ αρχοντικό της
       ήρθαν οι φιλενάδες της κι οι νιες γειτονοπούλες
       και της φοράν το νυφικό, νυφούλα τη στολίζουν.
       -Πλουμίστε την τη λυγερή, στολίστε την τη νύφη,
       φκιάστε της φρύδια τοξωτά, κάντε το πρόσωπό της
       να λάμπει όπως ο αυγερινός, να φέγγει όπως η πούλια
       και σαν το ξάστερο νερό ν’ αστράφτει η αρματωσιά της.
       Στη μέση η νύφη κάθεται, στη μέση η νύφη στέκει,
       στέκει σε θρόνι πλουμιστό, σε χρυσοσκάμνι απάνω,
       με τη σαρκοφανέλα της στο κατασάρκι μέσα,
       που στα χειρότα έχει πλουμιά, στολίδια στα μανίκια,
       κι όξω με το βελέσι της, τ’ αφράτο μισοφόρι,
       π’ όσα λουλούδια η γη κρατεί, τόσα κι αυτό έχει ξόμπλια,
       ξόμπλια και μπιρμπιλώματα, πλουμίδια και κεντίδια,
       κι ολόγυρα στις άκρες του κι αυτού στην τραχηλιά του
       πάει το γαϊτάνι τρεις σειρές, το γαϊτανάκι δέκα
       κι αυτό το παραγάιτανο παγαίνει δεκαπέντε.
       Άλλες δεξιά, άλλες ζερβά κι άλλες κόρες τριγύρα
       της βάνουν το καμίσι της, της ρίχνουν το κοντό της,
       στρώνουν απάνω απ’ το κοντό την τραχηλιά την άσπρη
       με τις κορδέλες στο λαιμό τις κυκλογυρισμένες
       και το μαλλινοφούστανο  φοράνε στο κορμί της,
       στο λυγερό της το κορμί που μοιάζει κυπαρίσσι,
       κι είναι η μαλλίνα κόκκινη στον αργαλειό υφασμένη,
       με πρινοκόκκι ολόβαφη, με πορφυρό ριζάρι,
       κι έχει μανάδες δώδεκα, λαγγιόλια τετρακόσια,
       έχει και στον ποδόγυρο, στη φέλπα γύρα-γύρα
       άμετρα τ’ ακροφίγουρα, περίσσια τα κεντίδια.

       Ένα ζευγάρι της φοράν πρωτόβαλτα τσουράπια,
       που ‘ναι άσπρα σαν τ’ αφρόγαλο και σαν το χλωροτύρι,
       πλεγμένα από τα χέρια της τις νύχτες πλάι στο τζάκι.
       Περίγυρα στη μέση της, που ‘ναι σα δαχτυλίδι,
       ζώνουν τ’ ασημοζούναρο, τη ζώστρα θηλυκώνουν
       από δεξιά κι από ζερβά με δυο θηλυκωτάρια,
       που ‘χουν θωριά περίκαλλη, που ‘χουν όψη πανώρια.
       Δένουν μπρος στη μαλλίνα της πλατιά ποδιά μ’ αλύσια,
       που ‘χει για στόλι της δασύ και πυκναραδιασμένο
       κλήμα με τα κλαριά χλωρά, με πράσινα τα φύλλα
       και με τα ξανθοστάφυλα σαν πολυκάντηλα ίδια.
       Μια πρωτοβλάμισσα ύστερα, πιστή μια φιλενάδα.
       τη νύφη φέρνει ολόγυρα, τη νύφη τριγυρίζει,
       τη βλέπει εδώ, τη βλέπει εκεί, πατόκορφα τη βλέπει
        και με ταλίμι περισσό και με πιτηδειοσύνη
        σα μαύρα ουρανοδόξαρα τα δυο της φκιάνει φρύδια
        και σαν καμάρες γιοφυριού, που λες κι ακροφιλιούνται,
        της βάφει και τα μάγουλα, τις θραψερές αμπούκες
        με κοκκινάδι και θαρρείς πως είναι παπαρούνας
        πέταλο από τη μια μεριά και πέταλο απ’ την άλλη.
        Κι απάνω στο κεφάλι της το καλοχτενισμένο
        δένουν κεφαλομάντηλο, πεντάμορφο τσεμπέρι,
        που γύρα μ’ αλογότριχα κουκάκια έχει ραμμένα
        και της σκεπάζει τα μαλλιά, της κρύβει τις κοσίδες,
        που σ’ ένα κουλουριάζονται ζευγαρωτό κουϊρούκι,
        σα να ‘ναι λες δεντρογαλιές, παχιές οχιές σα να ’ναι,
        κι από τις άκρες κρέμονται δεξιά ζερβά οι ουρές τους.
        Κρεμάν στερνά στο στήθος της, κρεμάν στις παραμπάλες
        τα γκόλφια και τα χαϊμαλιά και τ’ άγια φυλαχτάρια,
        κρεμάν κι αράδες τα φλουριά κι αρμάθες και τ’ ασήμια
        και την οχιά την παρδαλή γιορντάνι στο λαιμό της.
        Μες στην κορφή στο μέτωπο, σα λαμπερόφωτο άστρο,
        στέκετ’ η αργυροκόλλητη μαγκούρα, αχτιδοφέγγει
        στο πλάι το καρφοβέλονο, κορώνα αυτό στις μπούκλες,
        στο στήθος της λαμποκοπά ζερβά η κουνταπέτα,
        στραφτοκοπά η κομποθηλιά με τις πολλές καδένες
        και με τις καμπυλόγυρτες στους κόρφους αλυσίδες,
        σειούντ’ απ' εδώ, σειούντ’ απ’ εκεί τα δυο λιλιά στ’ αυτιά της
        κι όπως βροντάν και τα χρυσά στα χέρια πιλιτζίκια,
        ποιος ξέρει τι να μολογάν στις σιωπηλές τις ζάβες,
        που μέσα αυτές στα δάχτυλα λαμπράδες όλο αλλάζουν.
        Κι εκεί που οι νιες στολίζουνε τη νύφη και τελεύουν,
        απ’ όξω φτάνει ο αντράδερφος κι αυτός να την ποδέσει.
        -Κόπιασε μέσα, αντράδερφε, τη νύφη να ποδέσεις,
        να την ποτίσεις με κρασί, φλουριά να την κεράσεις.
        Μέσα περνάει ο αντράδερφος, μπροστά στη νύφη σκύβει,
        της βγάνει τα κορδέλια της, τσαρούχια την ποδένει,
        τσαρούχια ώρια της φορεί, μπιρμπιλωτά τσαρούχια
        κι ολόρθη εμπρός τους στέκεται, σαν απ’ αστάχυ αγάνα,
        η τρίχα τους ένα φουρκί, η φούντα μια απαλάμη.
        Τήνε ποτίζει με κρασί, γρόσια τήνε κερνάει
        κι ευχές της λέει για τα προικιά, ευχές και για το γάμο,
        της τραγουδάν κι οι ξαδερφές, της λέν’ κι οι φιλενάδες.
        -Εσύ ‘σαι η νύφη η όμορφη κι η νύφη η παινεμένη,
        που μολογιέσαι στα βουνά, που ακούγεσαι στους κάμπους,
        που ‘χεις σκουτιά περίπλοκα, που ‘χεις προικιά υφασμένα,
        που ‘χεις κι αυτά τα νυφικά πνιγμένα μες στ’ ασήμι,
        στ’ ασήμι και στο μάλαμα και στο μαργαριτάρι.
        Νύφη μας, ώρα σου καλή, καλά στέφανα να ‘χεις,
        να ζήσεις με το ταίρι σου, ν’ ασπρίσεις, να γεράσεις,
        να ιδείς παιδιά στο σπίτι σου, κόρες στη φαμελιά σου
        κι αγγόνια και δισέγγονα να πιάσεις, να χαϊδέψεις.

ΓΛΩΣΣΑΡΙ
αγάνα, η = η κάθε βελόνα του μουστακιού του σταχυού στο σιτάρι, η αγκίδα του ψαριού.
αλύσι (ποδιάς), το = η κάθε μια σειρά από τις λεπτές επίχρυσες ή ασημένιες αλυσίδες που, πιασμένες απ’ την πόρπη της ζώνης κι από μια της κόπιτσα στα δεξιά, καμπυλώνουν χαριτωμένα ως κάτω και στολίζουν τη γυναικεία ποδιά.
αμπούκα, η = μάγουλο.
αντράδερφος, ο = αδερφός του συζύγου, κουνιάδος.
αρμάθα (στήθους), η = αλυσίδα στην οποία είναι περασμένα άσπρα, φλουριά, κωνσταντινάτα, άλλα χρυσά ή ασημένια νομίσματα και χρωματιστές χάντρες, που με πολλές άλλες όμοιες αλυσίδες πιάνονται με γαντζάκια από το φουστάνι και στολίζουν όλο το μήκος και πλάτος του στήθους της γυναίκας, αρμαθιά, ορμαθός.
αρματωσιά, η = πλήρης ενδυμασία της νύφης ή του γαμπρού, το σύ­νολο των κοσμημάτων της γυναίκας, εξοπλισμός.
ασημοζούναρο, το = γυναικεία δερμάτινη πλατιά λωρίδα της μέσης με σχηματισμούς και κεντίδια από μεταλλικά αντικείμενα και με δύο ασημένια ή επίχρυσα θηλυκωτάρια (πόρπες) εμπρός στο κούμπωμα.
βελέσι, το = μεσοφόρι γυναικείο.
γαϊτάνι, το = μεταξωτό κορδόνι για διακόσμηση ενδυμάτων.
γιορντάνι, το = κόσμημα γυναικείο του λαιμού ή του στήθους με πολ­λά ασημένια ή χρυσά αντικείμενα ή νομίσματα αρμαθιασμένα σε σχοινί ή λεπτή αλυσίδα, περιδέραιο, περιλαίμιο.
γκόλφι, το = φυλαχτό, εγκόλπιο.
γρόσι, το = τουρκικό νόμισμα.
ζάβα, η = δαχτυλίδι της μνηστείας, βέρα.
ζώστρα, η = ζώνη μέσης.
θηλυκώνω = περνώ το κουμπί στην κουμπότρυπα ή στη θηλιά, κου­μπώνω.
θηλυκωτάρι, το = πόρπη μεταλλική ή αργυρή ή χρυσή που, τοποθε­τημένη μπροστά για στόλισμα, ενώνει τις δυο άκρες της γυναικείας ζώνης, θηλυκωτήρι, κλειδωτάρι, κλείδωμα, κομποθηλιά, πιατσούρι, τσαπράκι.
θραψερή, η = εύρωστη και τρυφερή, καλοθρεμμένη, παχιά.
καδένα, η = μικρή ή μεγάλη αλυσίδα.
καμίσι, το = πουκάμισο που το μάκρος του φθάνει ως τη μέση, γι’ αυ­τό λέγεται και κοντό, κάμισο.
καρφοβέλονο, το = συγκρότημα μεταλλικό, ασημένιο ή χρυσό, σε σχήμα τουρλωτό από μικρά συνδεδεμένα αντικείμενα ή σε σχή­μα πουλιού, πεταλούδας, φιδιού και με μυτερή βελόνα, 10-12 εκατοστών, με την οποία πιάνει η γυναίκα επάνω από το μέτωπο και λίγο λοξά τα μαλλιά της και το κεφαλομάντηλο μαζί, για συγκράτηση και για κόσμημα, καρφοβελόνα, κεφαλοκαρφίτσα.
κοδέλα, η = είδος λεπτής δαντέλας, κορδέλα.
κοκκινάδι, το = καλλυντικό χρώματος κόκκινου στα μάγουλα, φτια­σίδι, ψιμύθιο.
κομποθηλιά (στήθους), η =γυναικείο μεγαλοπρεπές κόσμημα από 10-12 ασημένιες ή επίχρυσες αλυσίδες, μήκους 50 εκατοστών, με δυο αργυρές ή ασημένιες πλακοειδείς κόπιτσες (γαντζάκια) στις άκρες τους, στην πλάκα των οποίων στερεώνονται, η μια δίπλα στην άλλη, έχοντας και οι δύο πόρτες (κόπιτσες) ωραία σχέδια, η μια πουλί και η άλλη κερατόμορφο θηλυκωτάρι, πιάνε­ται δε η αριστερή άκρη των αλυσίδων ψηλά στο στήθος, κοντά στον ώμο, και η δεξιά χαμηλά στο στήθος, κοντά στη μέση, κάνοντας έτσι καμπύλη και διακοσμώντας το θώρακα.
κοντό, το = πουκάμισο που το μάκρος του φθάνει ως τη μέση, γι’ αυτό λέγεται και κοντό, προς διάκριση από το άλλο πουκάμισο, το μακρύ, που κατεβαίνει ως τη μέση της κνήμης.
κορδέλια, τα = είδος πέτσινων γυναικείων παπουτσιών με σχισμή μπροστά και διαπλεκόμενη κορδέλα στα χείλη της σχισμής, με φιόγκο δεμένον μπροστά για στολίδι και ξώφτερνα πίσω, ώστε να φαίνονται οι κεντημένες κάλτσες, φοριόνταν δε συνήθως από τις νύφες τις επίσημες μέρες του γάμου.
κοσίδα, η = κοτσίδα μαλλιών του κεφαλιού, πλεξίδα, κουσάνα.
κουϊρούκι, το = τρόπος φτιαξίματος των μαλλιών της γυναίκας τα οποία πλεγμένα σε δύο κοτσίδες κουλουριάζονται επάνω στο κεφάλι με τις δύο άκρες τους κολλημένες δεξιά κι αριστερά, που τις στερεώνουν καρφίτσες, κότσος μαλλιών, ουρά ζώου.
κουκάκι, το =κεντίδι από ακριβή κλωστή γύρω στο κεφαλομάντηλο, τσετσέκι.
κουνταπέτα, η = καρφίτσα του στήθους, χρυσή ή επίχρυση ή ασημέ­νια, στο μέγεθος της γροθιάς, με γεμισμένο το διάκοσμο από πολύτιμα πετράδια, με 6-8 διπλογύριστες χρυσές ή επίχρυσες ή ασημένιες αλυσίδες πιασμένες στην πλάκα της καρφίτσας, που στερεώνονται με πιαστράκια στο αριστερό μέρος του στήθους, δύο δε ή περισσότερες αλυσίδες χρησιμοποιούνται για επί πλέον επιστήθιο στόλισμα προσγαντζωμένες πίσω στη μέση.
λαγιόλι, το = η κάθε δίπλα της φουστανέλας, το λοξό φύλλο της σεγκούνας ή της φούστας, πτυχή, λόξα, τσάκιση, πίστρα, σούφρα, πλισιές, σούρα, πιαστάκι.
λιλί, το = σκουλαρίκι.
μαγκούρα (μετώπου), η = γυναικείο επιμετώπιο κόσμημα από ασημέ­νια ή χρυσή αλυσίδα από την οποία κρέμονται φλουριά ή νομί­σματα ή χρυσά κι ασημένια ελάσματα και στηρίζεται δεξιά κι αρι­στερά με πόρπες στα μαλλιά και στο κεφαλομάντηλο, μπαστούνι.
μαλλίνα, η = μάλλινο γυναικείο υφαντό φουστάνι, χωρίς μανίκια, που αποτελείται από το επάνω μέρος, το κορμί ή πανωκόρμι ή κορμό ή κορμόσταλο, και από το κάτω μέρος, την πτυχωτή φούστα, που είναι μακριά ως τον αστράγαλο, μαλλινοφούστανο, φανέλα.
μάνα ή μονάδα (ενδύματος), η = κομμάτι φαρδύ της φουστανέλας ή της φούστας με πτυχώσεις (λαγγιόλια), το οποίο έχει τόση σπου­δαιότητα στο ένδυμα, όση και η μάνα στην οικογένεια, μια καλή φουστανέλα αποτελείται από 40 μάνες και κάθε μάνα από 6 λαγ­γιόλια, μια δε φούστα μαλλινοφούστανου απαρτίζεται από 6-8 μάνες, ανάλογα με το σώμα της γυναίκας, και κάθε μάνα έχει 8-10 δίπλες, όλες μαζί δε οι μάνες της φούστας έχουν 50-60 δίπλες.
μεσοφόρι, το = γυναικείο εσώρουχο, υφαντό ή πλεχτό, μάλλινο ή βαμπακερό, μακρύ όσο το φουστάνι, πιο στενό όμως απ' αυτό, χωρίς γιακά, με άνοιγμα μπροστά στο στέρνο, που κλείνει με κουμπάκια, με μανίκια φαρδιά στον αντίχειρα, έχει δε στο επιστήθιο άνοιγμα, δεξιά κι αριστερά, καθώς και στον ποδόγυρο, δύο ή τρεις σειρές γαϊτάνι κι ύστερα αρχίζουν τα κεντίδια, που γίνονται στο χέρι, σε διάφορους σχηματισμούς και απεικονίσεις.
μπιρμπίλωμα, το = το σειρήτι στο περιθώριο του κεφαλομάντηλου ή του ρούχου, είδος λεπτής δαντέλας, στρίφωμα.
μπιρμπιλωτό, το = το διακοσμημένο στις άκρες του ύφασμα με μπιρμπίλα, με λεπτή δηλαδή δαντέλα ή σειρήτι.
παρομπάλα, η = το καθένα από τα δύο όμοια φύλλα της τραχηλιάς, το δεξιό και το αριστερό, του γυναικείου μαλλινοφούστανου, που ξεκινάει από τον ώμο και σκεπάζοντας το στήθος φθάνει ως τη μέση, σαν είδος πολύ φαρδιάς τιράντας, κι είναι στενό επάνω και πλατύ κάτω, το δε αριστερό στην κάτω άκρη του έχει, για να κουμπώνει, κόπιτσα ή θηλύκι με κουμπί, παραμπαλιά, κόρφος.
πιλιτζίκι, το = βραχιόλι, λωρίδα υφάσματος που περιβάλλει τον καρ­πό του χεριού στο μανίκι, ακροχειρίδα.
ποδένω = φορώ ή προμηθεύω κάποιον παπούτσια.
ποδιά, η = εξάρτημα γυναικείας φορεσιάς, που φοριέται κυρίως για διακόσμηση ή για προστασία από το ρύπο μπροστά στο φουστά­νι, υφαντό, μάλλινο, πλάτους γύρω στα 50 εκατοστά και μάκρους κοντά στα 70-80 εκατοστά, με δύο λωρίδες στην κορυ­φή που προσδένονται πίσω στη μέση, όλη δε η ποδιά, από επάνω ως κάτω, ιδίως όμως το κάτω μέρος της, έχει στολίσματα, υφα­ντά ή κεντημένα στο χέρι, σε διάφορους σχεδιασμούς που απει­κονίζουν παραστάσεις από το φυτικό κυρίως βασίλειο με ποικι­λία από χρώματα, γαλάζια, κόκκινα, κίτρινα.
πρινοκόκκι, το = μικρό κόκκινο και υπόξινο σφαιρίδιο που αναπτύσσε­ται την άνοιξη στα τρυφερά φύλλα των πουρναριών, που δημι­ουργεί το έντομο κέρμης ο βαφικός, αποτελεί δε χρωστική ουσία.
πρωτοβλάμισσα, η = η πρώτη γυναίκα σε στενότητα φιλίας της νύφης, σύντροφος.
ριζάρι, το = φυτό (ερυθρόδανο το βαφικό) που η ρίζα του περιέχει ισχυρή βαφική ουσία, την αλιζαρίνη, που παράγει το κόκκινο χρώμα, αλιζάρι, λιζάρι.
σαρκοφανέλα (γυναικεία), η = υφαντή ή πλεκτή φανέλα γυναικεία, μάλλινη ή βαμπακερή, άσπρη όλη απ’ τον αγκώνα κι επάνω και με κεντίδια πολύχρωμα, για να φαίνονται, στην τραχηλιά και στα μανίκια (χειρόπια) απ’ τον αγκώνα και κάτω, με τα μανίκια εφαρ­μοστά στον αντίχειρα, φοριέται δε μέσα από το πουκάμισο κι έρχεται σ’ επαφή με το κορμί, φθάνοντας πιο κάτω απ’ τη μέση, κορμοφανέλα, μεσοφανέλα, κατασάρκι.
ταλίμι, το = δεξιοτεχνία, επιτηδειοσύνη.
τελεύω = φέρνω σε τέλος κάτι, τελειώνω, αποκάμνω, εξαντλούμαι.
τραχηλιά (ρούχου), η = ο γύρος λαιμού ενδύματος, γυναικείο ρούχο, βαμπακερό και λεπτοϋφασμένο, λευκού χρώματος, αμάνικο, χωρίς άνοιγμα μπροστά, όπου σχηματίζονται διάφορα κεντίδια δεξιά κι αριστερά, έχει για στολίδι δυο γαζωμένες κορδέλες γύρω στο λαιμό, έχει δύο ακόμα λωρίδες από δω κι από κει στο κάτω μέρος, που δένονται πίσω στη μέση, ξεκινάει δε, όταν φοριέται πάνω απ' το πουκάμισο, απ' το λαιμό και καλύπτει το μπροστινό μέρος του στήθους, μέχρι τη μέση.
τσεμπέρι, το = κεφαλομάντηλο γυναικείο, σκεπομάντηλο.
τσουράπι (γυναικείο), το = κάλτσα μάλλινη πλεκτή ή υφαντή, άσπρη ή καφέ σ' όλο της το σώμα, που φθάνει ως κάτω από το γόνατο, με κεντίδια σε οριζόντια ή κάθετη θέση από μικρούς ρόμβους, χρώματος τριανταφυλλί, γαλάζιου, κίτρινου ή άλλης ζωηρής απόχρωσης στον αστράγαλο και στο ελαστικό μέρος της κορυ­φής, όπου δένεται με προσαρτημένο νημάτινο κορδόνι (καλτσο­δέτα), περικνημίδα, περιπόδι.
φέλπα, η = λωρίδα βελούδινη, φτιαγμένη από μεταξοβάμπακο ύφα­σμα, που περιβάλλει περιφερειακά τον ποδόγυρο της γυναικείας φούστας ή του μαλλινοφούστανου για διακόσμηση και για προ­φύλαξη φθοράς του ενδύματος.
φουρκί, το = η απόσταση μεταξύ των δύο ανοιγμένων δαχτύλων, του δείκτη και του αντίχειρα, μήκους δεκαπέντε εκατοστών, που σχηματίζουν φούρκα.
χαϊμαλί, το = αντικείμενο ιερό που φέρνει κανείς επάνω του με σκο­πό να τον προφυλάγει από κινδύνους, φυλαχτό.
χειρότι, το = το καθένα από τα δύο εξαρτήματα της γυναικείας κορμοφανέλας, υφασμένο, που ράβεται στο υπόλοιπο μανίκι της σαρκοφανέλας και σκεπάζει εφαρμοστά τον αντίχειρα, απ' τον αγκώνα ως τον καρπό του χεριού, είναι δε κεντημένο ώστε να δείχνει την ομορφιά του, που είναι ίδια κι απαράλλαχτη μ' αυτή των τσουραπιών.

Επιμέλεια-Ανάρτηση: Τάκης Ευθυμίου



1 σχόλιο:

ΕΥΡΥΤΑΝΑΣ ΙΧΝΗΛΑΤΗΣ είπε...

Μοναδικός ο ποιητικός λόγος του κ. Σαντάρμη! Δεν συναντάς εύκολα σήμερα ετούτη την αξιοσύνη, να γίνονται οι στίχοι ολάνθιστες εικόνες που να σε παραπέμπουν σε μια άλλη αλησμόνητη εποχή. Μπράβο!