TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Τρίτη, 8 Μαΐου 2012

Αχιλλέας

                       Αχιλλέας
μέγιστος θνητών τε & αθανάτων
(Του Λεωνίδα Καρφή, Αντιστρατήγου ε.α.)

Η «ετυμολογία» του  ονόματος

Η  ετυμολογία  της  λέξης  Αχιλλέας στηρίζεται σε  τρείς εκδοχές. Κατά  μία εκδοχή,  η λέξη Αχιλλέας προέρχεται από τη λέξη Αχελώος, που είναι το όνομα  του  μεγαλυτέρου από τους  ποταμούς της Ελλάδας. Ο Όμηρος μάλιστα  στη Ιλιάδα του αποκαλεί τον Αχελώο  ποταμό, άρχοντα όλων των ποταμών της Ελλάδας.
Κατά  τις άλλες  δύο εκδοχές, η λέξη Αχιλλέας προέρχεται, πιθανότατα,  από το γεγονός, ότι τα χείλη του Αχιλλέα δεν θήλασαν μητρικούς μαστούς (α+χείλος) ή από τη λέξη  άχος, που σημαίνει αυτόν που θα προκαλέσει βάσανα στην πόλη της Τροίας (Άχος+Ιλιον).
H «γενεαλογία»  του Αχιλλέα
Εγέννησε θέτις εκ Πηλέως βρέφος. Ο Αχιλλέας ήταν γιος του Βασιλιά της Φθίας Πηλέα  και της Νηριήδας θεάς Θέτιδας. Κατά την μυθολογία, η καταγωγή του ήταν θεϊκή, καθώς ήταν εγγονός του Αιακού, υιού του Δία. Η Θέτις, κόρη του Νηλέα και της Δωρίδας, ήταν  θεά της θάλασσας.

Γιός του Αχιλλέα και της Διημάδειας, θυγατέρας του βασιλιά της Σκύρου Λυκομήδη, ήταν ο Νεοπτόλεμος, μετέπειτα βασιλιάς των Μολοσσών της Ηπείρου, πρόγονος του Μ. Αλεξάνδρου και ο θεός των Αινιάνων. Αχιλλεύς τη Λυκομήδους Θυγατρί  Διημάδεια  μίγνυται  και γένεσθαι παίς Πύρρος  αυτώ, ο κληθείς Νεοπτόλεμος.
Η «άνδρωση» των αρρένων παιδιών
Τα άρρενα παιδιά, κατά τους τρωικούς και εντεύθεν χρόνους, για να  θεωρηθούν ότι ανδρώθηκαν, έπρεπε να διακριθούν ως άνδρες. Προϋποθέσεις, δείγματα επινοητικότητας και δύναμης, για την άνδρωση των αρρένων παιδιών, ήταν οι διάκρισή τους: στο κυνήγι, στο άθλημα, άλλη διάκριση, στις αρετές, τέχνες, κ.λ.π. Με την άνδρωσή τους μπορούσαν να συμμετάσχουν στην δημόσια ζωή, να παντρευτούν και να λάβουν τα όπλα.

Μέχρι να ανδρωθούν, θεωρούνταν ατελή άτομα, για αυτό και ντύνονταν με γυναικεία ρούχα και μεγάλωναν μαζί με τα κορίτσια. Όταν ανδρώνονταν, πήγαιναν στις πηγές των ποταμών, όπου πρόσφεραν θυσίες στους θεούς και πέταγαν στο ποτάμι τα μαλλιά, τα ρούχα και τα σανδάλια τους, για να έχουν στη ζωή τους δύναμη και ευγονία. Την επιμέλεια της ενηλικίωσης είχαν οι μητέρες τους.

Στο θεό Σπερχειό, στις πηγές του ποταμού Σπερχειού, ευχήθηκε ο Πηλέας, ότι θα κόψει τα μαλλιά του Αχιλλέα και θα προσφέρει θυσίες βοδιών και κριαριών, (κόμην κερέειν και ρέξειν θ΄ιερήν εκατόμβην), αν επέστρεφε ο υιός του ζωντανός από την Τροία (νοστήσαντα φίλην ες πατρίδα γαίαν). Στον θεό Ηρακλή προσέφεραν οι Αθηναίοι κρασί (μέτρον οίνου) και έκοβαν τα μαλλιά των παιδιών τους (απέκειρον τον μαλλόν των υιών) προτού ανδρωθούν (πριν εγγράψωσιν  αυτούς εις τας δέλτους).
Οι  «χρησμοί» για τον Αχιλλέα
Ο μάντης Κάλχας κατά τη γέννηση του Αχιλλέα προείπε: είναι αδύνατο να κυριευθεί η Τροία, χωρίς τον Αχιλλέα (ου δύνασθαι χωρίς αυτόν Τροίαν αιρείσθαι), αλλά  και η Θέτις ως θεά προήξερε: θα σκοτωθεί ο Αχιλλέας, αν εκστρατεύσει στην Τροία (προειδυία ότι δεί στρατευόμενον αυτόν απολέσθαι). Η θεά Θέτις, για να γλυτώσει  τον Αχιλλέα από την βέβαιο θάνατο στον πόλεμο της Τροίας, θέλησε να τον κάνει  άτρωτο από τα βέλη και αθάνατο,  απρόσβλητο, από τον αντίπαλό του.

Για να πραγματώσει τη θέλησή της, η Θέτις επινόησε και  επιμελήθηκε εξαιρετικά εφευρετικούς τρόπους,  σοφά τεχνάσματα, που επιμαρτυρούν την αγάπη,  τον πόνο και την στοργή για το σπλάχνο της τον Αχιλλέα, αλλά και εξαίρουν το μητρικό φίλτρο της μητέρας θεάς. Την γέννηση και ανατροφή του Αχιλλέα  περιγράφει ο Απολλόδωρος, στο Βιβλίο Γ΄, ΧΙΙΙ, 6.

Η «βάπτιση»  του Αχιλλέα
Θέλοντας η θεά Θέτις να κάνει τον Αχιλλέα άτρωτο (άτρωτον ποιήσαι), τον βάπτισε, κρατώντας τον  από τη φτέρνα, στα νερά του ιερού ποταμού Στυγός, που χύνονταν στον Άδη. Η φτέρνα του Αχιλλέα, που δεν βράχηκε από τα ιερά νερά του ποταμού, γιατί την κρατούσε το χέρι της Θέτιδας, παρέμεινε το ευαίσθητο,  θνητό και τρωτό, σημείο του σώματός του.

Το «κάψιμο»  του Αχιλλέα
Θέλοντας η Θεά Θέτις  να κάνει τον Αχιλλέα αθάνατο (αθάνατον ποιήσαι) έβαζε το σώμα του την νύχτα πάνω σε φωτιά (εις το πύρ εγκρύβουσα της νυκτός  τον παίδα έφθειρεν), κρυφά από τον Πηλέα (κρύφα Πηλέως), για να καταστραφεί  το θνητό του στοιχείο, που είχε κληρονομήσει από τον θνητό πατέρα του και την ημέρα άλειφε το καμένο σώμα του με αμβροσία (μεθ΄ημέραν δε έχριεν αμβροσίαν).

Ο Πηλέας  αντιλήφθηκε το τέχνασμα της Θέτιδας, παραφύλαξε και όταν είδε τον Αχιλλέα  να σφαδάζει από τους πόνους  της φωτιάς (επιτηρήσας  και σπαίροντα τον παίδα ιδών), έβαλε τις φωνές και άρπαξε τον Αχιλλέα  από τα χέρια της Θέτιδας. Η Θέτις που εμποδίστηκε (κωλυθείσα την προαίρεσιν τελειώσαι), θύμωσε, εγκατέλειψε τον Αχιλλέα νήπιο και πήγε στις Νηρηίδες.

Την ανατροφή του νηπίου ανέλαβε ο Κένταυρος Χείρων (Πηλεύς κομίζει τον παίδα προς Χείρωνα), ο οποίος το έτρεφε, στο όρος Πήλιο, με σπλάχνα λιονταριών και κάπρων και με μυαλά άρκτων (έτρεφεν σπλάχνοις λεόντων και συών αγρίων και άρκτοις μυελοίς) και του έδωσε το όνομα Αχιλλέας (και Χείρων ονόμασεν Αχιλλέαν), γιατί τα χείλη του  δεν θήλασαν ποτέ από μητρικούς μαστούς (τα χείλη μαστοίς ου προσήνεγκαν). Το προηγούμενο όνομα του νηπίου ήταν Λιγύρων.

Ο Χείρων δίδαξε τον Αχιλλέα ιατρική, μουσική, αλλά και την τέχνη του πολέμου και του κυνηγιού. 

Η «απόκρυψη» και η «άνδρωση» του Αχιλλέα
Θέλοντας  η θεά Θέτις  να αποκρύψει τον Αχιλλέα και να αποτρέψει την συμμετοχή του στον Τρωικό πόλεμο (αστράτευτον ποιήσαι), τον έντυσε με γυναικεία ρούχα (κρύψασα εσθήτι γυναικεία)  και εννεαετή τον παρέδωσε μυστικά, σαν κορίτσι,  στο παλάτι του βασιλιά της Σκύρου Λυκομήδη (ως παρθένον Λυκομήδει παρέθετο)  για να μεγαλώσει με τις θυγατέρες του, μέχρι να διακριθεί και ανδρωθεί.

Το μυστικό  αποκάλυψε ο μάντης Κάλχας και ο πολυμήχανος Οδυσσέας  ανέλαβε να αναζητήσει τον Αχιλλέα στην αυλή του Λυκομήδη (Μηνυθείς παρά Λυκομήδη ζητών Αχιλλέα). Η αναγνώριση  ήταν δύσκολη, καθώς ο Αχιλλέας δεν ξεχώριζε ανάμεσα  στις θυγατέρες του Λυκομήδη. Ο Οδυσσέας για να τον αποκαλύψει χρησιμοποίησε ένα τέχνασμα: εμφανίστηκε στο παλάτι του βασιλιά Λυκομήδη ως έμπορος.

Καθώς ο Οδυσσέας παρουσίαζε τα εμπορεύματά του και τα περιεργάζονταν οι θυγατέρες του Λυκομήδη, άνθρωποί του έξω από το παλάτι άρχισαν να σαλπίζουν (σάλπιγγι χρησάμενοι) και κτυπώντας τα όπλα τους έβγαζαν πολεμικές κραυγές.  Ο Αχιλλέας τότε έσπευσε  και άρπαξε το ξίφος  που ήταν μέσα στα υφάσματα. Η θέα του ξίφους και ο ήχος της σάλπιγγας αφύπνισαν την πολεμική ψυχή του Αχιλλέα, στοιχεία αξιοπρόσεκτα και αποδεικτικά της διάκρισής και  άνδρωσής του. Και έτσι ο Αχιλλέας πήγε στην Τροία (τούτω τω τρόπω ες Τροίαν ήλθεν).         
    
Η «πανοπλία»  του Αχιλλέα
Τα άρματα (τεύχεα) του Αχιλλέα, όταν ξεκίνησε για την Τροία, ήταν πανοπλία νίκης του κατά των Τρώων. Οι κνήμες, της πανοπλίας, ήταν λαμπρές με αργυρές περόνες, ο θώρακας λαμπρός αστερωτός, το ξίφος αργυρό, η ασπίδα τρανή και στερεή, το κράνος είχε αλόγου χαίτη και λοφίο που σειόταν και το ένα από τα κοντάρια του ήταν από δέντρο του Πηλίου κομμένο, δώρο του Χείρωνα, που κανείς από τους Αχαιούς να σείσει δεν μπορούσε (κνημίδας καλάς,  αργυρέοισιν επισφυρίοις, θώρακα αστερόεντα, ξίφος αργυλοηλόν, χαλκέον, σάκον  μέγαν τε στιβαρόν,  κράνος ίππουριν, δεινόν δε λόφος καθύπερθεν ένευεν, άλκιμα, το μεν ου δύναται άλλος των Αχαιών πάλλειν, Πηλιάδα μελίην, τω πατρί φίλω πόρω Χείρων εκ κορυφής, φόνον έμμεναι ηρώεσσιν).          

Θέλοντας, όμως, η θεά Θέτις να καταστήσει τον Αχιλλέα άτρωτο (άτρωτον  ποιήσαι) από τα  βέλη, κατά την μονομαχία του με τον Έκτορα, πρωτοστάτησε στην κατασκευή πανοπλίας ατίμητης και θαυμαστής. Πήγε στον Όλυμπο, στο εργαστήριο του Ήφαιστου (Ηφαίστου δ΄ίκασε δόμον), θεού της φωτιάς και της χαλκευτικής , όπου κατασκευάζονταν τα όπλα των ηρώων και με κλάματα παρακάλεσε τον Ήφαιστο, πέφτοντας στα πόδια του, να κατασκευάσει ο ίδιος  τα όπλα  του Αχιλλέα (Ήφαιστοι, παρ΄οισέμεν έντεα καλά).

Ο θεός Ήφαιστος  άκουσε τις μητρικές ικεσίες  της θεάς Θέτιδας και κατασκεύασε μέσα σε μια νύχτα άρματα υπέρλαμπρα (ωκυμόρω ασπίδα, τρουφάλειαν, καλάς κνημίδας, θώρηχ΄), που θαμπώνονταν, όσοι τα έβλεπαν από το γένος των ανθρώπων (τεύχεα καλά, οία τις αύτε  ανθρώπων πόλεων  θαυμάσσεται), και κατάλληλα για  μονομαχία  και την σίγουρη προστασία του Αχιλλέα. Η Θέτις άρπαξε τα όπλα και χωρίς καθυστέρηση έσπευσε  στο στρατόπεδο των Αχαιών και τα παρέδωσε στον Αχιλλέα.
    
Η «ασπίδα» του Αχιλλέα
Την ασπίδα του Αχιλλέα, που κατασκεύασε ο Ήφαιστος, περιγράφει λεπτομερώς ο Όμηρος στην Ιλιάδα του. Ήταν μεταλλική, κυκλική και μεγάλη (σάκκον μέγαν τε, στιβαρόν τε και  δαιδαλλόν τε) για την ολόσωμη προφύλαξη του Αχιλλέα και έφερε πέντε ομόκεντρους και επάλληλους κύκλους (πέντε πτύχας). Οι δύο κύκλοι στο κέντρο  ήταν από μόλυβδο, ο τρίτος, ενδιάμεσα, από χρυσό και οι άλλοι δύο, στην περιφέρεια, από χαλκό και ασήμι (Χαλκόν δ΄εν πυρί, κασσίτερόν τε και χρυσόν τιμήντα και αργυρόν).

Οι κύκλοι της ασπίδας ήταν διακοσμημένοι με ανάγλυφες παραστάσεις  και σκηνές από τη ιδιωτική, κοινωνική και δημόσια ζωή των ανθρώπων, κατά την Μυκηναϊκή εποχή. Οι παραστάσεις στους κύκλους του κέντρου παρίσταναν τον Ουρανό και  τη Γή  και οι παραστάσεις στην περιφέρεια,  την Θάλασσα, τον Ήλιο, τη Σελήνη  και τους  Αστερισμούς.

Οι ενδιάμεσοι  κύκλοι περιλάμβαναν σκηνές από πόλη  εν καιρώ ειρήνης (γάμος, δίκη) και  πόλη εν καιρώ πολέμου (πολιορκία, διαπραγματεύσεις, επιδρομές, ενέδρα, μάχη), σκηνές πολεμιστή εν ώρα μάχης (σωτηρία, τραυματισμός, θάνατος) και σκηνές  από γεωργικές ασχολίες (τρύγος, όργωμα, θερισμός), κτηνοτροφικές ασχολίες  (κοπάδια, λιβάδια, στάνες) και  κοινωνικές ασχολίες (γιορτές, γεύμα, τραγούδι, χορός).

Η ασπίδα του Αχιλλέα ήταν έργο θεϊκό και παρίστανε, με βάση τις αρχές  της φυσικής αντίθεσης, της συμμετρίας και της εξέλιξης,  τα κυριότερα  φυσικά στοιχεία και γεγονότα  από τη ζωή των Ελλήνων, κατά τους Μυκηναϊκούς χρόνους. Ήταν ένα από τα ανυπέρβλητα δημιουργήματα του Θεού Ήφαιστου και ανήκει στην ιστορία της Τέχνης, της Ποίησης και του Ελληνικού Πολιτισμού.

Η «ανατροφή» και «παιδεία» του Αχιλλέα
Ο Πηλέας όρισε το σοφό Φοίνικα,  βασιλιά των Δολόπων της εσχάτης Φθίας (εσχατίης Φθίης Δολόπεσσιν Ανάσσων) και  παιδαγωγό του Αχιλλέα, για να του διδάξει ρητορική, αλλά και την πολεμική τέχνη. Οι Δόλοπες, φύλο ελεύθερο και ανυπότακτο, ζώντες εκ θήρας και ληστείας, είχαν αναδειχθεί, εξελιχθεί και καταστεί άριστοι πολεμιστές και είχαν  εξαίρετες πολεμικές δεξιότητες.

Ο Φοίνικας ανέθρεψε τον Αχιλλέα σαν παιδί του και τον έκανε θείον άνδρα (τοσούτον έθηκε, θεοίς επιείκελ), ικανό και άξιο πολεμιστή, του οποίου οι αρετές και οι ηρωικές πράξεις προκάλεσαν τον θαυμασμό θεών και ανθρώπων. Ο Αχιλλέας αγαπούσε τον Φοίνικα, δέχονταν τροφές μόνο από αυτόν (Αχιλλεύς ουκ εθέλεσκε, άμ΄ άλλω, ουτ΄ες διαίτ ιέναι) και πάντοτε τον τιμούσε, τον σέβονταν και  τον συμβουλεύονταν.

«Αχιλλεύ, δάμασον σον θυμόν μέγαν»
Ο Αχιλλέας διακρίθηκε για την ανδρεία, τον ηρωισμό και την υπερηφάνειά του και ήταν υπόδειγμα γενναίου  και άριστου πολεμιστή. Επέδειξε όμως και υπερβολικό  θυμό (μήνιν Αχίληος), όταν αποσύρθηκε από το πεδίο της μάχης, μετά από μια διαφωνία του με τον Αγαμέμνονα και όταν έσυρε, με το άρμα του, τo σώμα του νεκρού αντιπάλου του Έκτορα γύρω από τον τάφο του και τα τείχη της Τροίας  (ζεύξειεν υφ΄άρμασιν ωκέας ίππους έλκεσθαι Έκτορα τρίς περί σήμα), για να εκδικηθεί τον θάνατο του φίλου του Πατρόκλου.

Εξ΄αιτίας του θυμού,  ο Αχιλλέας έχασε το έλεος και το σέβας  (Αχιλλεύς έλεον  απώλεσεν, ουδέ αιδώς γίγνεται)  και ο θεός Απόλλων αναγκάστηκε να χαρακτηρίσει τους θεούς που ήταν με το μέρος των Αχαιών κακόπραχτους (σχέτλιοί έστε θεοί, Αχιλήι βούλεσθ΄επαρήγειν). Αλλά και ο σοφός Φοίνικας, που διαπαιδαγώγησε και δίδαξε αρετή και τόλμη στον Αχιλλέα και τον ακολούθησε στην εκστρατεία του στην Τροία, αναγκάστηκε να τον συμβουλεύσει, να μην οργίζεται (Αχιλλεύ,  δάμασον σον θυμόν μέγαν).

Η «επέμβαση»  των θεών
Ο θυμός του Αχιλλέα (μήνις Αχιλήος) επέφερε  πολλά βάσανα στους Αχαιούς, στην Τροία, (Αχαιοίς άλγε έθηκε), αλλά και έχθρα, μεταξύ των θεών των Ελλήνων (θεών έρηδι ξυνέηκε μάχεσθαι). Οι θεοί  χωρίστηκαν σε δύο ομάδες,  η μια  ήταν με το μέρος των Αχαιών και η άλλη με το μέρος των Τρώων. Με τους Αχαιούς ήταν,  η Ήρα,  η Αθηνά,  ο Ποσειδώνας,  ο Ερμής και ο Ήφαιστος και με τους Τρώες ήταν,  ο Άρης, η Άρτεμης, ο Φοίβος Απόλλων, η Λητώ  και η Αφροδίτη (ες Αχαιούς  Ήρη  και Παλλάς Αθήνη, Ποσειδών γαιηόχος, Εριούνης Ερμής  και Ήφαιστος,  ες Τρώας  Άρης κορυθάλαιος,, Φοίβος ακερσεκόμης, Άρτεμις ιοχέαιρα, Λητώ και φιλομειδής Αφροδίτη).
         
Ο Αχιλλέας, «μέγιστος στρατηλάτης»
Ο Αχιλλέας ήταν, κατά την Τρωική εκστρατεία, ο αρχηγός των Μυρμιδόνων της Φθίας, Ελλήνων και Αχαιών (Μυρμιδόνες δ΄εκαλούντο και Έλληνες και Αχαιοί, ών ήν αρχός Αχιλλεύς). Ήταν ο δεύτερος στην ιεραρχία των πρωταγωνιστών της εκστρατείας, μετά τον Αγαμέμνονα και ο πολέμαρχος, που  είχε αναλάβει το μεγαλύτερο βάρος της διεξαγωγής του Τρωικού πολέμου (το πλείον πολυάικος πολέμοιο  χείρας  αυτού διέπεσεν) .

Η στρατηγική μεγαλοφυΐα και οι πολεμικές αρετές του τον  ανέδειξαν κυρίαρχο και αήττητο, που προκαλούσε τρόμο φρικτό  στους Τρώες (Τρώοις  τρόμος αινός υπήλυθε). Η αποχώρησή του από το πεδίο της μάχης, εξ αιτίας μιας  διαφωνίας του με τον Αγαμέμνονα, κατέστησε επικίνδυνη για τους Αχαιούς την εξέλιξη του πολέμου (δεινά Αχαιοίς) και συνακόλουθα απαραίτητη και  αναγκαία την επιστροφή  και παρουσία του στην μάχη, για να μην καταλάβουν οι Τρώες τα πλοία και δεν μείνει πλέον ελπίδα (μη νήας έλωσι και ουκέτι φυκτά πέλωνται).  

Ο Αχιλλέας δεν πίστευε, ότι ήταν άτρωτος, απρόσβλητος και αθάνατος, γνώριζε ότι θα σκοτώνονταν στην Τροία (οίδε, μόρος ενθαδ΄ολέσθαι). Έξω από τα τείχη  της πόλης και πριν κυριευθεί η Τροία, ο Αχιλλέας, όπως  είχε προβλέψει η θεά Θέτις, πληγώθηκε στην πτέρνα του, το ευαίσθητο, θνητό και τρωτό  σημείο του σώματός του,  από βέλος που έριξε, με την βοήθεια του θεού Απόλλωνα, ο Πάρις, υιός του Πριάμου, κατά την μονομαχία τους (Πάρις και Φοίβος Απόλλων Αχιλλέαν ώλεσαν) και από την πληγή αυτή πέθανε.

«Τας τιμάς  δεί διδόναι..»
Δίκαιόν τε άμα και πρέπον εστί  τοις τοιοίσδε  τας τιμάς διδόναι.  Μέρες ολόκληρες  θρήνησαν και μοιρολόγησαν  τον θάνατο του Αχιλλέα, του ασύγκριτου παλληκαριού,  τόσο οι Μυρμιδόνες πολεμιστές  στο Στρατόπεδό τους, όσο και η μητέρα του θεά Θέτις, οι  σαράντα εννέα  Νηρηίδες, αδελφές της Θέτιδας και οι εννέα Μούσες και μεγάλες τιμές  αποδόθηκαν και επιτύμβιοι αγώνες τελέστηκαν, προς τιμήν του νεκρού Αχιλλέα, κατά την ταφή του, στην ακτή του Ελλησπόντου.

Οι Μυρμιδόνες έκοψαν τα μαλλιά τους  και με αυτά σκέπασαν το σώμα του Αχιλλέα, άδειασαν επάνω του δοχεία με λάδι, μέλι και κρασί, που έγιναν νέκταρ και ακριβά αρώματα και έστησαν μεγάλο σωρό από ξύλα, έριξαν επάνω τα ομορφότερα φορέματα του Αχιλλέα, έκαψαν το σώμα του, περισυνέλεξαν την στάχτη  και ύψωσαν «τύμβον μέγαν του Αχιλλέως».  Αποδόθηκαν τιμές ήρωα, τιμές που αποτέλεσαν την απαρχή των μετέπειτα Πανελλήνιων αγώνων.
Η Ποίηση και η Τέχνη ανέδειξαν  και κατέστησαν τον Αχιλλέα, ως τον τελειότερο τύπο του ανδρικού κάλλους, με τα  υψηλότερα και ευγενικότερα ιδανικά της ηρωικής εποχής και η Ιστορία, ελληνική και παγκόσμια, τον κατέγραψε ως τον πρώτιστο και μέγιστο στρατηλάτη όλων των εποχών  και ως την ανεπανάληπτη στρατηγική μεγαλοφυΐα της ανθρωπότητας

Δύο Σύλλογοι Ελλήνων απογόνων, κατοίκων σήμερα της Δυτικής Φθιώτιδας (Φθίας, Εσχάτης Φθίας, πηγών Σπερχειού ποταμού,  περιοχής Τυμφρηστού), της γενέτειρας γης του Αχιλλέα, απέδωσαν και αποδίδουν  τις τιμές τους στον Αχιλλέα Πηλέως, το παγκόσμιο σύμβολο ρώμης, κάλλους, γενναιότητας και ηρωισμού.

Ο Σύλλογος Μακρακώμης φέρει τον διακριτικό τίτλο «ο Αχιλλέας» και εκδίδει Εφημερίδα  με τον δημοσιογραφικό τίτλο «Αχιλλέας» και ο Σύλλογος Αγίου Γεωργίου Τυμφρηστού, έστησε  πολυσύνθετο ανδριάντα  του Αχιλλέως εφ΄ άρματος  συρομένου υπό δύο ίππων και έθεσε  στο βάθρο του  την επιγραφή:
«Στο παγκόσμιο  μυθολογικό πρότυπο ρώμης και κάλλους του ομηρικού Αχιλλέως, απόγονοι Έλληνες του Σπερχειού έστησαν τούτο».

Bιβλιογραφία
Ομήρου Ιλιάδα, Απολλοδώρου Βιβλία, Βιβλία, Μελέτες, Άρθρα:  Η. Σπυροπούλου,  Ι. Κακριδή, Γ. Βλάχου, Καζαντζάκη-Κακριδή (Μετάφραση), Δ. Μαρωνίτη, Α. Σκιαδά, κλπ.

Επιμέλεια-Ανάρτηση: Τάκης Ευθυμίου

Δεν υπάρχουν σχόλια: