TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Τρίτη, 25 Ιουνίου 2013

"Η ΒΟΥΝΙΣΙΑ ΣΚΕΨΗ"



«ΠΡΟΣΕΓΓΙΖΟΝΤΑΣ ΤΑ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ
ΤΗΣ ΒΟΥΝΙΣΙΑΣ ΣΚΕΨΗΣ»

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ  ΤΟΥ  ΒΙΒΛΙΟΥ   «Η ΒΟΥΝΙΣΙΑ ΣΚΕΨΗ»
του Νεχωρίτη Δημητρίου Χρ. Παπαναγιώτου  από τον Τάκη Ευθυμίου

Μνήμες κι ακούσματα, εμπειρίες και βιώματα απ’ το πλούσιο παρελθόν της Νεχωρίτικης κοινωνίας, μεστωμένα και ξέχειλα, αραδιασμένα εδώ και χρόνια, από τη μελίρρυτη ηθογραφική πένα του αγαπητού μας Δημήτρη Παπαναγιώτου, μπολιασμένα με την αυθεντικότατη Νεχωρίτικη ντοπιολαλιά, ζητούσαν επίμονα να  στοιβαχτούν, ως θημωνιά πανύψηλη, για ν’ αποτελέσουν  αποκούμπι για τη μελλοντική βούληση και βιωματική πρακτική των Νεχωριτών και γενικότερα των Ρουμελιωτών.
Και θαρρώ πως  θημωνιάστηκαν αριστοτεχνικά στις πεντακόσιες και πλέον σελίδες του βιβλίου  με τον ευρηματικό τίτλο «Η ΒΟΥΝΙΣΙΑ ΣΚΕΨΗ»,  χάρη στην αμέριστη συμπαράσταση του Συλλόγου Νεχωριτών Υπάτης, που επωμίστηκε & τα έξοδα έκδοσής του.

Και το ανεκτίμητο αυτό γλωσσολογικό-λαογραφικό & ιστορικό αποθησαύρισμα δεν προέρχεται απ’ όπου κι όπου. Δεν αναφέρεται στα Τουρκοπατημένα καμποχώρια, όπου η παράδοση εύκολα αλλοιώνεται, αλλά στον πρωτοφλάμπουρα των χωριατοκόπαδων της Ρούμελης, στο απάτητο από τους κάθε φορά οχτρούς, Νεχώρι Υπάτης. Γιατί εκεί απάνω διασώζεται η  ανόθευτη πνευματική και καλλιτεχνική παράδοση του νεοελληνικού πολιτισμού.
Πριν μερικά χρόνια περιήλθε στα χέρια μου, εντελώς τυχαία, το πρώτο του βιβλίο ΤΑ ΝΕΧΩΡΙΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ, το οποίο όσο μελετούσα τόσο δεν χόρταινα να θαυμάζω το συλλεκτικό
πλούτο των ντόπιων δημοτικών τραγουδιών. Με ενθουσίασε ο απέριττος και μεστός τρόπος γραφής & ήθελα κάποτε να γνωρίσω το δημιουργό τους. Η ευκαιρία μου δόθηκε πρόπερσι, όταν μ’ έναν καλό Νεχωρίτη φίλο, το Γιώργο το Ζαρκάδα, ανηφορίσαμε για το Νεχώρι με προορισμό το σπίτι του Δημήτρη. Γοητεύτηκα αμέσως από την αφοπλιστική απλότητά του, τη καλοσύνη του & την υπέρμετρη μετριοφροσύνη του, στην οποία ευελπιστώ να μην προσκρούσω απόψε με τα λεγόμενά μου. Γοητεύτηκα ακόμα από την πνευματική του καλλιέργεια, την ευστροφία του και  ιδίως από την ευκολία και αμεσότητα που μιλούσε την πατρογονική  λαλιά. Πάνω στην κουβέντα μού μίλησε για τη «ΒΟΥΝΙΣΙΑ ΣΚΕΨΗ» & για την προετοιμασία της εκτύπωσης που επιμελούνταν ο ίδιος στη Συμπρωτεύουσα.

Και να που σήμερα έχουμε τη χαρά να μιλάμε γι’ αυτό το ηθογράφημα που αποτελεί το φλάμπουρα και το πρωτευαγγέλιο της κλειστής κοινωνίας του Νεχωριού.
Είκοσι οχτώ μεστά ιστορικολαογραφικά & γλωσσολογικά μελετήματα    κοσμούν τις σελίδες του καλαίσθητου και ογκωδέστατου βιβλίου.
Ιστορίες κρυμμένες βαθιά στη μνήμη των ηλικιωμένων Νεχωριτών, σκεπασμένες με αράχνες λησμονιάς, ξύπνησαν σιγά-σιγά χάρη στην πρόθυμη πένα του λαογράφου Δημήτρη Παπαναγιώτου & χρωμάτισαν εικόνες ζωής & δράσεις παλιακές.
Η πρωτοτυπία του συγγραφέα σ’ αυτό το βιβλίο έγκειται  στο ότι στο τέλος κάθε κειμένου παραθέτει πλουσιότατο   Γλωσσάρι, εμπλουτισμένο από σπάνια λαογραφικά στοιχεία,  επειδή, σύμφωνα με τον ίδιο, η ντοπιολαλιά αντιστέκεται ακόμα σθεναρά στην ισοπέδωσή της απ’ την κοινή  νεοελληνική. Βλέπετε, το πάθος του συγγραφέα για τη γλώσσα δεν κρύβεται. Παλιά μου τέχνη… Να κι ένα παράδειγμα:
αγγελοκρούομαι: Βλέπω τον άγγελο του θανάτου στις τελευταίες στιγμές της ζωής μου, ψυχομαχώ, ψυχορραγώ. Βλέπε Κρυστάλης    -Ο ετοιμοθάνατος βοσκός-
Δε μπορ’ ο μαύρος, δε μπορώ, μ’ αγγελοκρούει ο Χάρος (αγγέλω+κρούω).
Το Γλωσσάρι του αποτελεί, δίχως άλλο, ένα γλωσσολογικό θησαύρισμα & από μόνο του θα μπορούσε ν’ αποτελέσει ανεκτίμητο υλικό για ένα σπάνιο Λεξικό Ρουμελιώτικης λαλιάς.
Επιπλέον, οι πλουσιότατες Υποσημειώσεις που παραθέτει ο δημιουργός, πάραυτα, σε όποια  σελίδα του κειμένου απαιτείται, προσδίδουν επιστημονικό κύρος και βαρύτητα στην εργογραφία του & τη δυνατότητα στον αναγνώστη να εντρυφήσει αναλυτικότερα στο αντικείμενο του θέματος.


- Με μια απλή γνωριμία  για τον τόπο & κόσμο του Νεχωριού ξεκινά το συναρπαστικό αφηγηματικό ταξίδι του ο συγγραφέας, συνεχίζοντας με την ιστορική αναδρομή & την παράδοση που θέλει τη σκούφια των Νεχωριτών να κρατάει απ’ το Σούλι της Ηπείρου. Χαρακτηριστική εδώ η ιστορία για την απόχτηση του βιλαετιού  απ’ τον Παπαπαναϊώτη και να πως: Ξέροντα καλά πως το ρουσφέτι είχε πέραση στον Τούρκο, πήγε χίλια δυο καλούδια πεσκέσι και για μπαξίσι ένα φέσι γρόσια. Όταν κίνησε να φύγει τον ρώτησε ο Σουλτάνος αν θέλει κάνια χάρη. Αυτός αποκρίθηκε πως ήθελε λίγον τόπο να τον ορίζει. Και στην ερώτηση σαν πόσο τόπο, απάντησε: -Όσο πιάνει ένα βοϊδοτόμαρο!... Χαρά στο πράμα…, γέλασε καλόκαρδα ο Σουλτάνος. Γυρίζοντας στο χωριό δε χασομέρησε· έπιασε κι έβγαλε το γελαδοπέτσι λουρί ψιλούτσικο σαν καρελοκλωστή κι έσωσε και πήρε μέσα όλο αυτό το μέρος. Έτσι έγινε Νεχωρίτικο το βιλαέτι κι όχι με τα χαρτιά… Από την πλευρά του μύθου που είναι  βαθύτερος από την ιστορία.
- Συνεχίζει με τις Δοξασίες & Προλήψεις τού πάνσοφου λαού μας που προσπαθούσαν  να ξορκίσουν το κακό & να εξευμενίσουν το καλό. Αναφέρεται στις δυο μεγάλες αγάπες  των Νεχωριτών στο χορό & το τραγούδι, με τις θύμησές του μάς ξαναγυρίζει σε χρόνια παλιακά στην Υπάτη & στα Τοπωνύμιά της, το γλυκό του τόπο, όπως τον ονοματίζει.
Καταπιάνεται, ακόμα, μ’ ένα τεράστιο λαογραφικό θέμα την παράδοση & τις παραδόσεις των προγόνων του, τονίζοντας, πως: Είμ’ ακόμα της γνώμης πως όσο αλαργεύουμε απ’ αυτήν, τόσο ξεκόβουμε από τις ρίζες μας. Προτιμώ τον αναχρονισμό από το στέγνωμα της ψυχής.
-Κόσμος παλιός & καινούργιος είναι το επόμενο θέμα του, όπου αραδιάζει με γλαφυρότατο τρόπο έθιμα από την πρωτόγονη αγροτική κοινότητα καθώς & μαγικοθρησκευτικά ξόρκια, όπως: Τρεις γριγιές απ’ τα Πουγκάκια, τρία λάια γομαράκια
            κι ήφεραν το χάσι, χάσι, Παναΐτσα μου να χάσει.
- Στο Ένας λόγος, τι λόγος είν’; που ακολουθεί υπερτονίζει ότι Όσοι δεν έζησαν αυτά  -που περιγράφει στο βιβλίο-  ποτέ δεν θα καταλάβουν γιατί αγαπήσαμε έτσι το Νεχώρι. Βρίθει από συλλογή απεικαστηριών (δηλ. αινιγμάτων), γρίφων & γλωσσοδετών το συγκεκριμένο θέμα. Τα πειράγματα & οι άδολοι αστεϊσμοί ανάμεσα στα γειτονοχώρια έχουν την τιμητική τους:
          Δώδεκα Κομποταδίτες, δεκατρείς Κωσταλεξιώτες
          κάβρα δέναν, κάβρα γονατίζαν.
          Φτάνει κι ένας απ’ τ’ Φραντζή, τς μύξες μέχρι το βρακί:
          -Κόψτε σεις τς τσιμπίδες κ’ γω τον γονατάω!...
- Σειρά έχει το Νια βουλά κι ένα γκιρό όπου φιλοξενείται το χωριάτικο παραμύθι που νανούρισε αγγόνια κι αγγόνια σιμά στην παραστιά.
-Να & τα Νεχωρίτικα τραγούδια & κουβέντες που αναφέρονται σε απόκοσμα τοπωνύμια, σε νεραϊδοϊστορίες & στις φημισμένες ντόπιες φαρμακίδες Αγανίκη & Μυκάλη.
Φυσικά το πολυαγαπημένο παγγύρι δεν θα μπορούσε να απουσιάζει από τη συλλογή του λεξιπλάστη λογοτέχνη:
Μεγάλη η χάρη τ’ αφέντη τ’ αϊ Νικόλα που τους άξιωσε να προκάμουν και φέτο να πιαστούν & να σύρουν το χορό: Τούτον το χρόνο τον καλό, τον άλλον ποιος τον ξέρει…
Το καρτέραγαν με λαχτάρα, το παγγύρι, για σφίξιμο των σχέσεων με τα γειτονοχώρια. Οι αστείες ιστορίες, όπως η αθέτηση του λόγου τους, διανθίζουν το κείμενο καταλήγοντας:
                   Ούλ’ ούλ’ αντάμα κι ο ψωριάρς αχώρια!
- Απίστευτη σπάνια συλλογή από ευκές & κατάρες είναι το επόμενο κεφάλαιο. Ο καταραστικός λόγος εκστομίζονταν από γυναίκ’ αχείλια:
      Φίδια να φαν τα στόματα που φκιάν ‘ν τ’ ανακατώματα.
Αλλά & οι ευκές απ’ τις φιλενάδες της νύφης ράιζαν το τζάμι στου γαμπρού το ξεκίνημα:
  …Κουκούλια να ν’ η στράτα σου, βαμπάκια η δημοσιά σου…
- Μπορεί οι Νεχωρίτες να μην είχαν συνθηματική, συντεχνιακή γλώσσα, όπως τα μπολιάρικα & τα μαστόρικα, ως γνήσιοι ορεσίβιοι που ήταν, είχαν όμως την ιδιωματική τους εκφρασμένη & με την παρομοίωση:
Σαν το Δρόσο με τις κοκόσες… Αφού… ξαλάφρωσαν τις καρυές, έκατσαν σταυροπόδι να μεράσουν τα λάφυρα. Στα 5 ανάλαβε τη μερασιά ο Δρόσος. Κι απομίνια πόδωνε στον καθένα, κράταγε και για τον εαυτό του. Έβγανε & γι΄ αυτόν μερίδιο: Μίνια σ’ & μίνια μ’, …μίνια σ’ & μίνια μ’… Α, δίκιο μέρασμα…
-Ακολουθούν  Τα βουνά μας, όπου ο συγγραφέας αραδιάζει ένα πατριδολατρικό διθυραμβικό υμνολόγιο για τους ορεινούς όγκους που ο  Δημιουργός έζωσε το γενέθλιο τόπο. Διαβάζουμε:
Ξανοιγμένο στη θέα του χωριού μας το παράμορφο Βελούχι. Να φραίνει μάτι & καρδιά και κείνα τα τριανταφυλλιά πρωιά, με δειλινά σε κατακνιά μελεξεδιά. Τέτοιες βαφές…
-Στη συνέχεια επανέρχεται στα αποθησαυρισμένα τραγούδια της Νεχωρίτικης συλλογής του, για να μας θυμίσει πόσο τ’ αγαπάει & αναφέρεται στην κορυφαία θέση που κατέχουν τα πουλιά με την ανθρώπινη λαλιά στα δημοτικά τραγούδια, γιατί απ’ ούλα τα ζωντανά ο άνθρωπος με τα πετούμενα δένεται αλλοπλειότερο. Η τρανότερη αναφορά του συγγραφέα γίνεται στην πέρδικα και στα πλούσια παράγωγά της που παρατίθενται ως λογοπαίγνια, όπως: περδικοστήθω Αναστασιά, το λέει η περδικούλα σου, περδικομάτα, έγινε περδίκι, Περδικόβρυση & ένα κατεβατό άλλα.
-Και ένα θέμα από την θρησκευτική παράδοση, πως ήρθε στο φως η εκκλησιά στα Βαρκά, τοποθεσία εδώ πιο πάνω, που ο συγγραφέας γνώριζε & αγαπούσε αφού εκεί διατηρούσε κατοικία η θεία του Μαρία της Κουτλοσπύραινας. Εκεί, λοιπόν, αφηγείται ο λογοτέχνης, κάποτε άκμαζε ο τόπος σα δουκάτο των Νέων Πατρών & αριθμούσε κοντά 70 χιλιάδες. Κι ο κόσμος είχε τη δικιά του εκκλησιά. Μεγαλόπρεπη Βασιλική που, ποιος  
ξέρει πότε, γκρεμίστηκε και θάφτηκε. Ως το 33, οπότε φάνηκε ένας περίεργος άνθρωπος που μοναχός του ξεκίνησε το σκάψιμο & την αυγή έτριβαν τα μάτια τους και σταυροκοπιούνταν. -Εκκλησιά! Μετά από 35 χρόνια καθυστέρηση οι ειδικοί αποφάνθηκαν πως ήταν τα ερείπια της παλιοχριστιανικής Βασιλικής του Αγίου Γεωργίου. Εκεί, στο διάχωρο, αποκαλύφθηκε ένα καταπληκτικό ψηφιδωτό με κληματαριά & δυο αντικριστά παγώνια, που σήμερα κοσμεί το Βυζαντινό Μουσείο Υπάτης.
-Και φτάνουμε στα Περασμένα κι αλησμόνητα που περιλαμβάνουν κάμποσα Νεχωρίτικα μύθια, που όμως είναι σαφώς λιγότερα από τα μύθια και τους μουραπάδες των άλλων χωριών. Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα, αποτυπωμένο γλαφυρότατα από το συγγραφέα, είναι αυτό του Λιανού  που γινόταν γαμπρός την Κυριακή κι αντί να κατεβεί νωρίτερ’ από τα λιβάδια, όπου τσοπάνευε και να τοιμαστεί για το γάμο,  παράγγειλε στους δικούς του: -Παρείτι την, τη νύφ’, σεις κι τ’ν Τιτράδ’ ρχόμι κι γω!... Χαλεύεις και κοπεί ο μαρκάλος…
Ζήλος που ξεπερνάει τα όρια!
-Το δημοτικό τραγούδι Του Κίτσου η μάνα κάθεταν, ο λογοτέχνης-ερευνητής έχει δυο σοβαρούς λόγους να τα συμπεριλάβει στη συλλογή του. Ο ένας είναι ότι ο ίδιος μπορεί & το τραγουδάει θαυμάσια, επειδή δεν έχει ταίρι στο νυχό & ο άλλος επειδή το τραγούδι αναφέρεται στα Κλεφτοχώρια δυο περιοχών, σύμφωνα με τον περιηγητή Πουκεβίλ, στα Χάσια & στην Οίτη, όπου παρεμβάλλεται ο Σπερχειός ποταμός που αυτόν λιθαροβολάει στην απόγνωσή της η συφοριασμένη μάνα, βλέποντας τις ελπίδες της να πνίγονται στα κλωθογυρίσματά του. Και με ιστορικά επιχειρήματα πασχίζει να θεμελιώσει αυτό το σκηνικό στο δικό μας τόπο, στη γούρνα του Σπερχειού, όπου οι Νεχωρίτες σκόρπιζαν σαν του λαγού τα παιδιά για να ξεχειμωνιάσουν & την άνοιξη να τραβήξουν για τ’ αγαπημένα Νεχωρίτικα βοσκοτόπια. 
Ένας κύκλος αέναος ποιμενικός!
-Κι ένα θέμα παρμένο από τη νεότερη ιστορία μας που μας ξαναγυρίζει πίσω στα ταραγμένα χρόνια της Ληστοκρατίας. Ο Δημήτρης Παπαναγιώτου καταγράφει με λόγια κοφτερά, λόγια ξυράφι, δυο ληστείες που επέζησαν στη μνήμη των χωριανών του. Την πρώτη του 1865 σε βάρος του Παπαγεωργάκη που διαπράχτηκε από τους ληστές Κρικέλα & Ακόνη. Ο Παπαγεωργάκης, ύστερα από ανομολόγητο βασανισμό, μαρτύρησε τη λαΐνα με τα λεφτά. Και η άλλη η αιματηρή ληστεία με πρωταγωνιστή το ληστή Καρανίκα που απήγαγε το μοναχοπαίδι του Βλαχονίκου, το Γιάννη & από διαβολική σύμπτωση, λίγο προτού παραλάβει τα λύτρα, κάηκε το δάσος που κρυβόταν & όταν σήμαναν οι καμπάνες για την κατάσβεση, το θεώρησε προδοσία και ξέκαμε το παιδί.
-Η επόμενη λαογραφική μελέτη του καταπιάνεται μ’ ένα θλιβερό θέμα το Νεχωρίτικο μοιρολόι. Μονάχα σα βρεθείς κρυφά ο ίδιος & αφουγκραστείς τη μαυροφορεμένη γυναίκα να μοιρολογάει, γονατισμένη, με λυτά μαλλιά, να σκάβει τη γης μ’  ανύχια & να τρώει τα χούματα, μονάχα τότε θα νιώσεις τι θα πει μοιρολόι, εξηγείται ο συγγραφέας.
Πρόσωπο που κυριαρχεί στα μοιρολόια ο χάρος:
            Φέρν’ η κοπέλα νια στριψιά, ραΐζεται τ’ αλώνι,
            φέρνει κι ο χάρος άλλη νια, σειέται ο τόπος ούλος.
 -Και συνεχίζει με τον κόσμο ανεπίστροφα χαμένο, όπου καταγίνεται μ’ έναν απίστευτο λεξιλογικό πλούτο στα παραδοσιακά επαγγέλματα που ξεθώριασαν στην αχλύ τού χρόνου.
-Το μελέτημα Ξαναγυρίζοντας στην ομηρική Ελλάδα, έχει ιδιαίτερη σημασία για μας τους απόγονους Έλληνες του Σπερχειού, επειδή ο μελετητής με επιστημονική & επαγωγική μέθοδο τεκμηριώνει ακράδαντα την άποψη, που θεωρείται πια επίσημη, πως η ονομασία Ελλάδα της πατρίδας μας προήλθε από τους Έλληνες του ομηρικού Αχιλλέα που κατοικούσαν στην κοιλάδα του Σπερχειού. Με δυο λόγια ο ερευνητής  Δημήτρης Παπαναγιώτου  συμπυκνώνει μαεστρικά το τρανό κατόρθωμα του ποταμού:
               Μια σταλιά τόπος η γούρνα του Σπερχειού
               καμαρώνει που νομάτισε την Ελλάδα.
-Και ερχόμαστε τώρα σε μια τραγωδία που συντάραξε το πανελλήνιο το Σεπτέμβριο του 1894. Πρόκειται για την Τραγωδία της Νταϊτσάς, όπου ο συγγραφέας ιστορεί με ακρίβεια αυτόπτη μάρτυρα & εγκυρότητα ιστορικού του μέλλοντος τη δολοφονία του εισαγγελέα Λεωνίδα Ροζάκη & του ανακριτή Γεωργίου Αγγελή από τη ληστοσυμμορία του Παπακυριτσόπουλου, την ώρα του καθήκοντος. Και το επιμύθιο του συγγραφέα: Αν ποτέ στηθεί το ηρώο της ελληνικής δικαιοσύνης, τ’ αγάλματα ενός εισαγγελέα κι ενός ανακριτή πρέπει να πάρουν εκεί τη θέση τους, Στη Νταϊτσά Λαμίας κοντά στην Ταράτσα.
-Και ύστερα από τα μελοδραματικά, απαραίτητη, για αποφόρτιση, η αισθητική Νεχωρίτικη ειρωνία.
           Ένας κοντός, κοντούτσικος, κοντός καλοεράκης,
            πόχει τα λίγα πρόβατα, τις κοσιοχτώ χιλιάδες!
Είναι τόσο διάχυτη η Νεχωρίτικη ειρωνία, που να φανταστείτε ότι τις βρισιές τις λένε βλοητήρες! Οπότε πια μιλάμε για ευφημισμό. Και, βέβαια, για να ειπωθεί η Νεχωρίτικη ειρωνία,
απαραίτητος ο μορφασμός, η γκριμάτσα και το στραβοχείλιασμα. Έξυπνο πλι ο …μπούφος!
-Οι Νεχωρίτες τσελιγκάδες πάνω στις κορφές της Οίτης πελέκησαν κι εμφύσησαν  πνοή στο άψυχο ξύλο. Αγκτσάρια, κλούρες, βλοέρια, φκάρια, κλειδοπίνακα, χλιάρες, ρόκες, σφοντύλια κι ένα σωρό άλλα συμπράγκαλα κατασκεύαζαν κι ο συγγραφέας ζηλευτά τα θυμάται & τ’ απαριθμεί & περιγράφει τον τρόπο κατασκευής τους στο κεφάλαιο Λαϊκή Τέχνη & Ιατρική. Όταν οι παλιοί Νεχωρίτες αρρώσταιναν, τα γιατρικά, τα ιλάτσια τους τα κονόμαγαν απ’ το φαρμακείο της φύσης. Τις
παλιές ιατρικές μεθόδους & τα βοτάνια καταγράφει συμπυκνωμένα εδώ ο Δημήτρης. Σταχυολογώ μερικά:   
 Σε πονεμένο αυτί έστυβαν κλεμμένο πράσο. Και λαγόξιγκο. Για τα ρεματικά έτρωγαν λιωμένο σε λάδι σκαντζόχοιρο. Αντίδοτο για φιδοφαγωμένο ήταν το κέρατο φιδιού, το λιοκόρνο. Το ξυνες και τον πότιζες. Ο τρώσας & ιάσεται. 
Το γμαρόγαλο για την κορκοτσιλιά. Τον κοκύτη. Σταματικό για τη μύτη που μάτωνε το καβούκι της χελώνας καμωμένο σκόνη.
-Σειρά έχει ένα θέμα παρμένο από τα Νεχωρίτικα τραγούδια το Περιεχόμενο των Νεχωρίτικων τραγουδιών με πλούσια αντιπροσωπευτικά δείγματα σε κάθε είδος τους.

-Στα επόμενα τελευταία κεφάλαιά του κάνει λόγο για τα Ποιμενικά & Γεωργικά του, επειδή κάποιος έπρεπε να καταπιαστεί και μ’ αυτάνα. Τ’ αποκρησαρίσματα, τ΄ απολιχνίσματα, τα ταπεινά κι απορριμμένα. Να τα γνοιαστεί. Και τα γνοιάστηκε και  τα παραγνοιάστηκε ο Δημήτρης Παπαναγιώτου & έτσι συνέταξα τα Ποιμενικά & τα Γεωργικά
του, τιμώντας ιδιαίτερα το βασίλειο της γυναίκας & τον αργαλειό της, γιατί η λυγερή Νεχωρίτισσα
          συντά ‘μπαινε στον αργαλειό κι αρχίναε το τραγούδι
          τον ήλιο τον σκαντάλιζε κι αργεί να βασιλέψει.


Τα Γεωργικά & Ποιμενικά του ο λογοτέχνης το διανθίζει με έξυπνα λαϊκά σοφίσματα & ευτράπελα:
Ότ’ κάνει η γίδα στου πουρνάρ’
                              θα το ‘βρ’ στου τουμάρ’
-//-
Νεχωρίτες περνάν,
τα καζάνια βροντάν
τα κοκότια λαλάν…
-//-
     Να πάτε να μεράσετε τ’ αμπελοχώραφά σας.
     Όθ’ είναι λάκκα κι ίσιωμα, βάστα τα μοναχός σου
κι όθ’ είναι σάρα και γκρεμός, δώσ’ τα στον αδερφός σου.
Η αγάπη του συγγραφέα για τη γενέτειρα διαφαίνεται έμπρακτα από την πρόθυμη συμμετοχή του στα πολιτιστικά  χωριανά δρώμενα, απ’ την πολύμηνη, κατ’ έτος, διαμονή του εκεί & από τον αφιερωματικό τίτλο του βιβλίου: Στους δικούς μου για τη σκέψη τους & τη λαλιά τους.
Δόκιμος συγγραφέας ο Δημήτρης Παπαναγιώτου, αφού δεν εμφανίζεται για πρώτη φορά στα Γράμματα, φτάνει στο θαυμαστό αποτέλεσμα, αφού σ’ αυτό συνηγορούν & το εξασφαλίζουν απόλυτα τόσο η βιωματική του σχέση με το συγκεκριμένο χώρο, όσο & οι δεινές του λογοτεχνικές δεξιότητες.
Η ομολογία τού, πάλαι ποτέ, καθηγητή του της Κλασσικής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσ/νίκης Μανόλη Ανδρόνικου ότι ο Δημήτρης Παπαναγιώτου διακρινόταν για την φιλοπονία του για μάθηση & για την ευστροφία του πνεύματός του καθώς & η διετής συνεργασία του με το σοφό καθηγητή Εμμανουήλ  Κριαρά για τη σύνταξη του «Λεξικού  της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας», επιβεβαιώνουν περίτρανα την αξιοσύνη του.
Μ’ έναν ξεχωριστό & μοναδικό τρόπο, με μια πρωτοτυπία που δεν έχει προηγούμενο στην τοπική Γραμματολογία ο φιλόλογος Δημήτρης Παπαναγιώτου διατρέχει την αφκιασίδωτη ηθογραφική πορεία του χωριού του στις σελίδες της ΒΟΥΝΙΣΙΑΣ ΣΚΕΨΗΣ.
Ο συγγραφέας παρέλαβε προγονικό πλούτο & κληροδοτεί θησαυρό. Οι επόμενες γενιές θα τον ευγνωμονούν αιώνια!
Αξιαγάπητε Δημήτρη, καλοτάξιδη Η ΒΟΥΝΙΑ ΣΚΕΨΗ  ΣΟΥ & αναμένουμε ανυπόμονα να μας αφηγηθείς με την ξελογιάστρα γραφίδα σου τα Χωριάτικα Παραμύθια σου, που οι νεράιδες & οι  λάμιες της Νεραϊδόραχης του Νεχωριού μάς σιγοψιθύρισαν ότι ετοιμάζεις!

Τάκης Ευθυμίου