TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Σάββατο, 18 Μαρτίου 2017

Γράσπες και σπλιθάρια στη Βελαώρα Ελάτειας



ΓΡΑΣΠΕΣ ΚΑΙ ΣΠΛΙΘΑΡΙΑ ΣΤΗ ΒΕΛΑΩΡΑ ΕΛΑΤΕΙΑΣ
[Του Παναγιώτη Δημάκη, υπεύθυνου του ιστορικού αρχείου Αμφίκλειας-Ελάτειας]
Ένας σωρός από παράξενες λέξεις, που μοιάζουν να κατρακυλούν, σαν πετροχάλικα σε χείμαρρο, με τα τραχειά ρουμελιώτικα σύμφωνα. Κριτσώπια, τσουγκάρια, κάρκαρα, γράσπες και σπλιθάρια. Λέξεις που σήμερα κοιμούνται και αργούν στην ντοπιολαλιά και σε λίγο θα σβήσουν. Μοιάζει παράδοξο γράφοντας κανείς για τα καρπερά και υδροχαρή Ελατικά Πεδία, να αναφέρεται σε άνυδρο και έρημο τόπο, στην Έρημο της Ελάτειας. Δές όμως ανατολικά, πέρα από τόν Λευτιάνο, πρός την αρχαία Οπούντια Λοκρίδα, τα ραδινά βουνά, τού Παληουριά και τού Πετρουνιά, να βυθίζουν τις απολήξεις τους, στο μαλακό χώμα του κάμπου. Μέχρι το Βαθύρεμα, το Τουρκόρεμα και τα υψώματα τού Κασίδη, την αρχαία οδό, πού οδηγούσε στην θάλασσα, την Βαρβαρόστρατα, τήν από Βορρά δίοδο τών ληστών και τα βουνά τής Σφάκας, πού δεν υπάρχει ούτε πηγή, ούτε άμπλας.
Ο υδροφόρος ορίζοντας είναι πλούσιος, αλλά βρίσκεται χαμηλά, στο υψομετρικό τού κάμπου και έτσι η μεγάλη αυτή έκταση μοιάζει άνυδρη. Παρά ταύτα, σε πολλές κορυφές και ισιώματα, μέσα στά βράχια συναντάμε σπλιθάρια, φυσικά βραχοκοιλώματα, η επίπεδους λίθους πιθοειδείς, πού συγκρατούν τα νερά τής βροχής. Από εκεί ξεδιψούσαν οι αλεπούδες και οι ασβοί, αγριοπούλια και ερπετά, τραγόπουλα και κριάρια, καμιά φορά και βοσκοί, πού αψηφούσαν τις "κοψαντέρες", τις εκκολαπτόμενες προνύμφες τών εντόμων, πού επέφεραν βαριά νοσηματα, στο πεπτικό σύστημα. Τέτοια σπλιθάρια, θα βρούμε, ανεβαίνοντας από την Κοκκινόλυσσα, στην Καρδαρόραχη το μεγαλύτερο, στα Πυργάκια, στον Κούκο Καντά, ψηλά πάντα.


Η περιοχή, κατάφυτη από χαμηλή, τυπική μακία βλάστηση, σκίνα, αγριελιές, ράμνα, παληούρια και κοντοπούρνια, είναι όμως πηγή ζωής, για τούς γιδοβοσκούς και προβατάρηδες και τα κοπάδια τους, με την ποικιλία τής βλάστησης και τών αρωματικών φυτών. Τα βετούλια και αρνιά τής Βελαώρας καθώς και τα τυροκομικά, είναι διάσημα γιά την νοστιμιά τους, λόγω της προσηλιακής χλωρίδας. Πλούσια και η ερπετοπανίδα, πού περιλαμβάνει τα περισσότερα γνωστά είδη, δενδρογαλιές, σαπίτες, μαυρόφιδα, σαϊτες, ακονάκια και τήν διάσημη για το φαρμακερό της δάγκωμα, οχιά βελαωρίσια. Το δάγκωμα επίσης από το ακονάκι ήταν επικίνδυνο, όπως διασώζει το δημώδες "να σε φάει τ'ακονάκι, το τσαπί και το φτυαράκι!". Μοναδικό αντίδοτο τότε, στα ιοβόλα δάκνοντα ερπετά, ήταν, μία λευκή σκόνη, από την αποστεφρωμένη κόκκινη καρδιά, φιδόχορτου (φυτ. Αρον-Arum Italikum), την Δρακοντιά. Επίσης υπήρχαν σκορπιοί, λιακόνια και τεράστιες χελώνες. Η Βελαώρα παλαιότερα, ήταν γνωστή και για τους ληστές, ληστοτρόφους και ζωοκλέφτες, στα απάτητα βράχια και κριτσώπια, τοπωνύμια όπως Κούκος-Καντά, Σκοτωμένος, Μνήμα Αρβανίτη, μάς υπενθυμίζουν γιατί διαλύθηκε το χωριό Βαρβά, με τον ιδιώνυμο νόμο ΤΟΔ' περί ληστείας. 

Οι φοβεροί τότε ζωοκλέφτες γοργοπόδαροι, ευέλικτοι καταδρομείς, κατέβαιναν στον κάμπο τής Ελάτειας, μέχρι την ακροποταμιά τού Κηφισού, παραμονεύοντας, στα βοσκήματα. Αρπάζοντας το ζώο, συνήθως πρόβατο, ένας μπρός, ένας πίσω με την προβατίνα στην πλάτη, περπατώντας να την γδέρνουν, έφταναν στα δύσβατα λημέρια τους. Εκεί αφού έψηναν και έτρωγαν το μισό σφαχτό το άλλο μισό το τύλιγαν στην προβιά και το "γράσπωναν " ένα μέτρο βάθος, το σκέπαζαν με πλακερές και στρογγυλές πέτρες, πού άφηναν, να κυκλοφορεί ελεύθερα ο αέρας. Αυτό ήταν ένα φυσικό ψυγείο, η λεγόμενη γρασπα, που συντηρούσε, μέχρι μία βδομάδα το σφαχτό. Μία αρχέγονη κατασκευή, κληρονομιά αρχαία τού τόπου μας. Έτσι όταν ο γιδοβοσκός, κρατώντας σφιχτά, σαν σκήπτρο, τήν μακριά του αγκούτσα, έλεγε καμμύωντας τα μάτια, "έχω κρέας γρασπωμένο", ήξερες τι εννοεί! Μια μακρά και κοπιώδης νυκτερινή καταδρομή είχε καταλήξει στις Γράσπες, με τα λάφυρα εν αναμονή!! Έργα και Ημέρες, τών κεκοιμημένων παππούδων μας, πού απολάμβαναν, στα βραχώδη και ερημικά κατάμερά τους, μία ευωχία αντάξια των ευγενέστερων ποιμενικών τους παραδόσεων.
1. Γράσπες: Κάθετες σχισμές βράχων στην τοπική λαλιά, με ελεύθερη κυκλοφορία αέρος. 
2. Σπλιθάρι: Βραχώδες τεχνητό ή φυσικό, η, επί επιπέδου λίθου, κοίλωμα, που συγκρατούσε νερό της βροχής. Η ονομασία προέρχεται ίσως από το σχήμα του ανοικτού πίθου, στο άνω μέρος.
3. Η ληστεία στην περιοχή της Ελάτειας υπήρξε μια άθλια πραγματικότητα μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα. Τα πυκνά δάση του Ζελίου, της Μπόκλωνας, οι βαθειές χαραδρώσεις της Κνημίδας και του Καλλιδρόμου, ήσαν ιδανικά κρησφύγετα και ορμητήρια των ληστών, από αιώνων. Οι ευκίνητοι αυτοί ορεσίβιοι τηρούσαν ένα ιδιότυπο εθιμικό δίκαιο και απέδιδαν φιλανθρωπία και δικαιοσύνη, στα φτωχά κοινωνικά στρώματα, ένα είδος αναδιανομής του πλούτου, με επιδοτήσεις και προικοδοτήσεις τών αδυνάτων, πού τούς έκανε αγαπητούς και ανεκτούς, στην τοπική μικροκοινωνία. Ακόμα απέφευγαν τις αδικοπραξίες στις γυναίκες *, μία πράξη, πού θεωρούσαν μιαρή και τιμωρητέα. Αυτό λόγω τής κακής διοίκησης και τών αυθαιρεσιών της, λειτουργούσε και σαν άτυπη, απονομή δικαιοσύνης, πού ήταν τότε ζητούμενο και δικαίωνε εν πολλοίς, την απεχθή και ιδιάζουσα σκληρότητά των. Δημιουργούσε δε μια ισχυρή υποστηρικτική βάση, στην κοινωνία τών ποιμένων και τών χωρικών, πού εγκαταβίωναν στις στάνες και στα κατάμερα τών Ορέων. Η Ελάτεια υπέφερε, από τις δραστηριότητες αυτές, και, αξίζει να σημειώσουμε, δύο γεγονότα που συνέβησαν στο χώρο αυτό, (Μαρτυρία Κώστα Παπαγιώργου – Λιάτσικα), στο πρώτο τέταρτο τού 20ου αιώνα. Ο Γερο-Κοτοπούλης, έχοντας το μαντρί του στον Λευτιάνο, απήχθη από τούς ληστές για την γνωστή διαδικασία τών λύτρων. Λόγω ηλικίας, αδυνατώντας να ακολουθήσει, τον ρυθμό τών ταχυτήτων τών απαγωγέων του, πού ήδη κατεδιώκοντο από απόσπασμα χωρικών, τον εκτέλεσαν στην θέση Β'κουλιά (Βουκολιά) όπου μέχρι σήμερα σώζεται μνημειακός λιθοσωρός. Ο λιθοσωρός κατά το τοπικό έθιμο στηνόταν μετά από άδικο θάνατο.
Επίσης ο ληστής Χειμάρας, όταν τραυματισμένος, είχε καταφύγει σε λιθαρο-στρούγκα, υπάρχει ακόμη, πάνω από το σημερινό Εκκλησάκι τού Αγ. Νεκταρίου, έστειλε τούς συντρόφους του, στην Ελάτεια, να ζητήσουν γιατρό και περίθαλψη. Αντ' αυτών ομως κατέφθασε απόσπασμα χωρικών, πού τον αποτελείωσε. Ο επικεφαλής μάλιστα, τον αποκεφάλισε ως επικηρυγμένο και μετέφερε, με το ταγάρι, το μακάβριο λάφυρό του, στη Λαμία, για να αμοιφθεί κατά τον Νόμο. Η συνέχεια ήταν παράδοξη. Το ακέφαλο σώμα, ενταφιάστηκε μεν στο νεκροταφείο, επί δεκαετίες όμως κυκλοφορούσε, η φήμη, ότι ο ακέφαλος νεκρός περιφερόταν την νύχτα, στην Βελαώρα και γύρω από αυτή, αναζητώντας την χαμένη κεφαλή του, τρομοκρατώντας τους νυκτοπόρους, πού στα ξωτικά και τις νεράϊδες, είδαν να προστίθεται, και, μια νέα εκδοχή τρόμου, στα νυκτερινά δρομολόγιά τους.
* Ένα δημώδες άσμα, από την συλλογή τού φίλτατου Γιάννη Τζιμούλια, από τήν ιστορική Τσαριτσάνη αναφέρεται, σε συνάντηση γυναικών, με Κλέφτες στα βουνά και την ανταλλαγή πληροφοριών, πού ήσαν πολύτιμες. Αυτό δεν άλλαξε και με την εποχή τής ληστοκρατίας, πού ήταν εξέλιξη, ενός άτυπου κοινωνικού αγώνα. 
...Πού 'σουν, περιστερούλα μου, τόσον καιρό που λείπεις;
Πήγα να μάσω λάχανα με τάλλα τα κορίτσια,
και οι κλέφταις μας αγνάντευαν από ψηλά λημέρια.
"Κορίτσια μαυρομάτικα και γαϊτανοφρυδάτα,
για ελάτε 'ς το λημέρι μας, δυο λόγια να σας πούμε.
Μην είναι Τούρκοι 'ς το χωριό, μην είναι κι Αρβανίταις; 
-Εμείς εβγήκαμε ταχιά μέσ' από το χωριό μας,
δεν ξέρουμε, δεν είδαμε κι' αν είναι κι’ αν δεν είναι».
Σαράντα κλέφταις ήτανε τριγύρω ξαπλωμένοι,
κ' ένα μικρό κλεφτόπουλο, ντυμένο 'ς το χρυσάφι,
απίδια μας εφίλεψε και κρύο νερ' απ’ τη βρύση.
Σύρτε, κορίτσια, ς το καλό κι' ανθρώπου μην το πήτε»

Επιμέλεια-Ανάρτηση: Τάκης Ευθυμίου

Δεν υπάρχουν σχόλια: