TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2019

Requiem στα καπνοχώραφα


REQUIEM  ΣΤΑ  ΚΑΠΝΟΧΩΡΑΦΑ
Του Παναγιώτης Δημάκη, υπεύθυνου ιστορικού αρχείου
Δήμου Αμφίκλειας-Ελάτειας
Παλιουριάς  και  Πετρουνιάς ταπεινώνονται στην  έρημη  Βελαώρα και  βυθίζονται, στο μαλακό, 
χαλικώδες υπογάστριο τού Μπελαϊνού, παρέχοντας κάλυψη από τούς Βορειοανατολικούς 
ψυχρούς ανέμους. Πληρούν δε, με τήν εδαφική τους σύσταση, τα γραφόμενα τού ΠουκεβίλΑρχή φόρμας
Τέλος φόρμας

Το φύτεμα τού καπνού στήν Ελάτεια, ακόμη και στούς Χαλιάδες* τού Μπελαϊνού**, άφηνε ελπίδες, στήν σκληρά δοκιμαζόμενη, αγροτική κοινότητα τής Χώρας τής Ελάτειας, για καλύτερη παραγωγή, αφού οι όποιες πατροπαράδοτες καλλιέργειες δημητριακών, οσπρίων, βαμβακιού, είχαν απωλέσει, σημαντικό μέρος προστιθέμενης αξίας, από τις καθοριστικές συνθήκες, κατακρημνίσεων τών τιμών, πού διαμόρφωσαν και επέβαλαν οι αναδυόμενες Αγορές, αλλά και οι ανατροπές και τα κόστη μεταφορών και επικοινωνιών, πού τροφοδοτούν τα μεγάλα καταναλωτικά κέντρα. Οι μικρές αγροτικές εκμεταλλεύσεις, παραδόθηκαν στο έλεος τών μεσαζόντων, τών εκμεταλλευτών τών αδυνάτων, με αποτέλεσμα τήν συρρίκνωση τού αγροτικού, παραγωγικού δυναμικού και τήν φυγή προς τα αστικά κέντρα, πού ήδη διαμόρφωσε νέες κοινωνικές ομάδες, πού ακροβατούν σε θολά ιδεολογικά οράματα και λόγω τών οικονομικών συγχρονισμών, πού αποτελούν, σύγχρονο purgatorium, για τις επερχόμενες γενιές. Για ένα αρκετά μεγάλο διάστημα, η καλλιέργεια τού καπνού, απέδιδε απροσδόκητα κέρδη, για τούς παραγωγούς, πού όπως συμβαίνει συνήθως, αφού τελείωσε ο κύκλος ευρωστίας τών αγορών, παρέμειναν οι επενδύσεις, σε φούρνους, μηχανήματα κ.λ.π. αργοί και εγκαταλειμμένοι, ώς χαμένοι παράδεισοι και οι παραγωγοί, να σχολάζουν απρογραμμάτιστα, υποβαθμίζοντας και το ενδιαφέρον, τών επερχομένων γενεών, πού έβλεπαν αδιέξοδα και εγκατέλειπαν, ομαδόν, τα πατρογονικά κτήματα, αρκούμενοι, είτε στήν σύσταση, ομάδων απροσαρμόστων ενοίκων πεζοδρόμων, είτε στήν τυπική, άνεργη παρουσία, στήν καθημερινή κοινωνική συνάφεια. Επανερχόμενοι στο αφήγημα όμως, τής ιστορικής διαδρομής, τής καλλιέργειας τού καπνού, στήν Χώρα τής Ελάτειας, πού έχει ήδη αποκτήσει, δικό του γλωσσάριο, σύνδεση με συμβάντα τής καθημερινότητας, ιστορικές συνδέσεις με γεγονότα και παραμέτρους, καθώς και οικονομικά χάσματα και αδιέξοδα, στήν χειμαζομένη Ελληνική αγροτική παραγωγή. Άξιον είναι, να καταγραφούν αυτές οι πρακτικές, τού αγροτικού βίου και κατά τόπους, στις μικροκοινωνίες πρίν εξαφανίσει τα ίχνη των, ο μοχθηρός Χρόνος. Έτσι, εξ αρχής, το θέμα σήμερα, πρέπει να περιοριστεί, ώς όριο, στο φύτεμα τού καπνού, στήν χώρα τής Ελάτειας, όπως με ενάργεια και στοχευμένο στιγμιότυπο. Η αγροτική, υποδειγματική οικογένεια, τών μακαριστών Βαγγέλη Ρόδη και τής Βασίλως Κων. Κατσούλα, πού μοχθεί, υποκλινόμενη βαθιά, θωπεύει και συνομιλεί, με τήν τροφοδότρα μάνα-γή, καθορίζει στήν πράξη, τήν σχέση σώματος και χώματος, τών αυτοχθόνων, πού δεν θα αλλάξει ποτέ, για τίς γενιές αυτές, πού απήλθαν και απέρχονται, μαζί με τις τελευταίες παραδόσεις, τών αγροτικών πρακτικών.
Η περιγραφή, τής καλλιέργειας τού καπνού, αρκετά λεπτομερής, δεν διέφυγε τής προσοχής, τού διακεκριμένου Γάλλου ιατρού, συγγραφέα, F.C.H.L. Pouqueville (1770- 1838). O Pouqueville, ταξιδευτής, στοχαστής, αναλυτής, αυτόπτης μάρτυς, κατά τήν διάρκεια τής οδοιπορίας του, στον Ελληνικό χώρο, τα χρόνια εκείνα, κατέγραψε πλήθος πολύτιμων πληροφοριών, για τον αγροτικό, κοινωνικό, θρησκευτικό και οικονομικό βίο, πού κατέγραφε, με λεπτομερή φροντίδα. Έτσι έχουμε τήν ευκαιρία, να δούμε, με τήν δική του διερευνητική ματιά, τήν καθημερινότητα, όχι μόνο τών προυχόντων και τών αρχόντων, αλλά και τών φτωχών κολλίγων, τών αγροτών, πού ζούσαν σε πλήρη πενία, δεκατιζόμενοι από νόσους, λοιμικές, επιδημίες, κακή διατροφή, αλλά και σκληρές διώξεις, στις οποίες συμμετείχαν πολλές φορές και ανελέητοι τοπικοί Κοτζαμπάσηδες και Αγιάνηδες. (Aγιάνηδες, τιμαριούχοι, σπαχήδες γαιοκτήμονες τιτλούχοι Ρωμιοί ή Τούρκοι). Η περιγραφή του, ακριβής και σχεδόν φωτογραφική, φωτίζει και τις καλλιεργητικές αγροτικές μεθόδους τής εποχής, πού είναι τόσο λεπτομερείς, και πού διετηρήθησαν σχεδόν, αναλλοίωτες, μέσα στον χρόνο.
Παρατίθεται στήν συνέχεια, προς γνώσιν τών φιλιστόρων, ένα τμήμα από το έκτο κεφάλαιο, τού βιβλίου του, ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ – ΣΤΕΡΕΑ σελ. 223-227 εκδ. Αφοί Τολίδη 1995.
[...] Ο καπνός είναι φυτό, πού έχει εισαχθεί, από τήν Αμερική στήν παλαιά Ήπειρο, ήρθε στήν Τουρκία, κατά τήν διάρκεια τής βασιλείας, τού βασιλιά τής Πολωνίας, Ερρίκου τού Βαλουά, από δύο Φράγκους εμπόρους, πού έσπειραν τα πρώτα φυτά, στα περίχωρα τής Θεσσαλονίκης...τώρα καλλιεργούνται δύο ποικιλίες, στα περίχωρα τών Γιαννιτσών, n Nicotiana latifolia και η Νicotiana rustica. Το έδαφος πού επιλέγεται, κατά προτίμηση, για τήν καλλιέργεια τού καπνού και να επιτευχθεί, η ποσότητα με τήν ποιότητα, είναι να συνδυαστεί το λίπασμα με το όργωμα. Τα πρώτα οργώματα, γίνονται το Δεκέμβριο, για να ανακατευτεί η κοπριά. Η καλύτερη είναι τής κατσίκας, ή τής προβατίνας, πού μπορεί κανείς να τις χρησιμοποιήσει, χωρίς απρόοπτα. Στο τρίτο όργωμα, πού γίνεται αρχές Απριλίου, σπέρνουν τον καπνό, χρησιμοποιώντας τον πιο μικρό, αλλά και τον πιο γερό σπόρο, σε ξεπλυμένο κίτρινο και με στυφή γεύση. Φυτεύουν σε σημείο, διαμέτρου 15 εκ. και βάθους 7 εκ. δέκα με δώδεκα σπόρους. Αυτό το λένε φυτώριο. (Φουντάνι). Εκεί φυτρώνει και αναπτύσσεται, ο καπνός, καμιά φορά προστατευμένος από έναν τοίχο, κάποιο πρόχωμα ή από ακάνθινους βάτους, για να διώχνουν τα ζώα. Σ’ αυτή τη φάση, αν το φυτό πιάσει σκουλήκια ,το μόνο πού απομένει είναι να το ξεριζώσουν, αφού δεν είναι γνωστή η χρήση τής ψείρας κριθής, ούτε καμία άλλη μέθοδος ισοδύναμη, προκειμένου να το εξοντώσουν. Αν δεν πέφτουν βροχές, το φυτό πρέπει να ποτίζεται κάθε δύο μέρες και μάλιστα με τεχνητή άρδευση, η οποία είναι προτιμότερη, από το ράντισμα (άλλωστε, το τελευταίο θα χαλούσε, τήν φυσική νωχέλεια τών κατοίκων τής χώρας). Όσο αναπτύσσεται το φυτό, προετοιμάζεται το έδαφος, που θα το δεχτεί οριστικά και στο οποίο, μεταφυτεύεται όταν πια βγάλει 4 με 6 φύλλα. Το φυτό θα βρεθεί σ’ αυτό το στάδιο 40 με 60 ημέρες, μετά τήν σπορά. Για να αναπτυχθούν τα φυτά, ο καλλιεργητής πρέπει να τα ποτίζει συχνά, ώστε να μπορέσει να τα αποσπάσει, εύκολα και χωρίς να σπάσουν. Ύστερα, τα τοποθετεί σ’ ένα καλάθι και τα μεταφέρει, στο σημείο τής μεταφύτευσης. Το χωράφι έχει οργωθεί μια τελευταία φορά κι έχουν γίνει τα αυλάκια, πού απέχουν το ένα απ’ τ’ άλλο 45εκ. περίπου. Η ίδια απόσταση, χωρίζει τα φυτά μεταξύ τους. Δηλαδή, κάθε 45 εκ. δημιουργείται μια μικρή κοιλότητα και εκεί παραχώνουν ένα φυτό, πού το ποτίζουν έπειτα με μία στάμνα. Αυτό επαναλαμβάνεται συνεχώς επί 18 μέρες. Στο μεταξύ, το φυτό δυναμώνει γιατί οι ρίζες τους απλώνουν. Αν η άρδευση γίνεται με τρεχούμενο νερό (όπως συμβαίνει συνήθως στήν Ήπειρο) είναι καλύτερα. […] Στις περισσότερες επαρχίες, σκαλίζουν γύρω από το φυτό, όταν φτάσουν στο μισό τής ανάπτυξης τους και αρχίζουν να κάνουν σκιά, υψώνουν το χώμα γύρω από κάθε φυτό. Κοντά στήν γιορτή, τού Αη Γιάννη, ξεφυλλίζουν τα φυτά, πού έχουν πετάξει όλα τα φύλλα τους, για να δυναμώσουν και να τούς δώσουν ομοιογένεια, κάτι πολύ σημαντικό για τήν διαλογή και τήν δεματοποίηση. Σημάδι ωριμότητας, είναι η στιγμή, πού τα φύλλα, αρχίζουν να κιτρινίζουν. &&Τότε οι νοικοκυρές πάνε στα χωράφια, όχι με τήν ευχαρίστηση, όταν μαζεύουν κόκκο και βαμβάκι, αλλά αναγκαστικά, λόγω τής κολλώδους υφής, τού ναρκωτικού αυτού φυτού και τής πνιγηρής ατμόσφαιρας, πού δημιουργείται σε όποιο μέρος καλλιεργείται.&&& Ο καπνός πού ανάβει εύκολα, πετώντας σπίθες σαν το νίτρο είναι καλύτερος. Γι’ αυτό φροντίζουν να μήν πιάνουν υγρασία τα καπνά. Αυτά βέβαια, αφορούν την καλλιέργεια, ενός φυτού, στο οποίο έγινε η απαραίτητη υπερβολή, αφού αποτελεί προσοδοφόρο προϊόν, για όλες τις κυβερνήσεις. Μοναδική εξαίρεση αποτελεί η Τουρκία. Εκεί, πέρα από τον ταμπάκο πρέζας, ο καπνός δεν φορολογείται. Το χωράφι, στο οποίο καλλιεργείται καπνός, είναι εν μέρει λιπασμένο από τα ίδια τα φυτά του και σπανίως, αλλάζει είδος καλλιέργειας. Μάταια οι Σουλτάνοι επιχείρησαν να καλλιεργήσουν σιτάρι στην ύπαιθρο τών Γιαννιτσών. Οι χωρικοί της Μακεδονίας, οδηγημένοι από το ένστικτο τού κέρδους, γνωρίζουν καλά, ότι θα έχαναν αν επιχειρούσαν άλλες καλλιέργειες. Ένα χωράφι, πού είναι φυτεμένο με καπνό, δίνει ετησίως διπλό, ακαθάριστο εισόδημα από οποιαδήποτε άλλη καλλιέργεια. Ωστόσο οι σχετικές διαδικασίες και η φροντίδα, τών καλλιεργητών, μειώνουν κατά πολύ το κέρδος τους. Ακόμα κι έτσι όμως, οι καπνοπαραγωγοί παίρνουν στο χέρι, περισσότερα απ’ ό, τι ο κολλίγας. Δε νοιάζονται, λοιπόν και πολύ, πού στα χωριά τους, οι άνθρωποι ζούν λιγότερο απ’ ό,τι σε άλλες περιοχές. Άλλωστε, ζωή είναι αυτή σε μία χώρα, πού τήν διαφεντεύει η χατζάρα, η αναρχία, η πανούκλα και οι σεισμοί ; Όλοι σκέφτονται πώς θα ζήσουν καλύτερα το παρόν, όχι πώς θα κληροδοτήσουν το χωράφι τους, στούς απογόνους τους. Ο Έλληνας, οι οποίος μονάχα, τήν σκλαβιά έχει ν’ αφήσει, κληρονομιά στούς δικούς του, λέει σαν τον Τούρκο « Ημέρα αυτή πού ζω, είναι δική μου. Το αύριο ανήκει στο Θεό ». Αν λοιπόν το έδαφος, κάποιων επαρχιών τής Μακεδονίας είναι ειδικό, για τήν καλλιέργεια καπνού πρώτης ποιότητος, το έδαφος τής Βοιωτίας, αναμεμιγμένο με άργιλο και άμμο, μοιάζει να είναι καλύτερο από οποιοδήποτε άλλο, για τήν παραγωγή ριζαριού. Το φυτό αυτό, με τήν επιστημονική ονομασία ρουβία η βαφική (κόκκος), το γνώριζαν οι αρχαίοι. Φύεται στις όχθες τής λίμνης Κωπαίδας και στα περίχωρα τής Αλιάρτου. Το έδαφος είναι ονομαστό για το καννάβι του . Ένας κωμικός συγγραφέας συνέστησε σ’ έναν τοκογλύφο ο οποίος « έπεσε έξω » να φτιάξει απ’ αυτό ένα σχοινί και να κρεμαστεί. Ο αγρότης, πού θέλει, να δημιουργήσει φυτεία με ριζάρι, οργώνει μία έκταση όσο το δυνατόν μεγαλύτερη[…]
Ούτε δίνει σημασία, στις προφυλάξεις, πού πρέπει να παίρνει για τήν έντονη ζέστη,                                                             τους ανέμους και τήν υπερβολική βροχόπτωση. «Θα γίνει ό, τι θέλει ο Θεός» λένε με τήν ανατολίτικη μοιρολατρία τους. Στις περισσότερες επαρχίες τής Μακεδονίας, όταν ο καπνός φτάσει στο μισό τής ανάπτυξής του, σκαλίζουν γύρω απ’ το φυτό. Όταν πια κάνει σκιά, υψώνουν χώμα γύρω από κάθε φυτό. Τήν περίοδο κοντά στ’ Αη – Γιαννιού, κλαδεύουν τα φυτά (πού έχουν πετάξει όλα τους τα φύλλα), προκειμένου αυτά να δυναμώσουν, και να τούς προσδώσουν ομοιογένεια. Αυτό το τελευταίο είναι ιδιαιτέρως σημαντικό, κατά τη διαδικασία της διαλογής, σε πακέτα, τήν στιγμή τής συγκομιδής, πού πραγματοποιείται, στις αρχές τού Σεπτεμβρίου (ή και νωρίτερα καμμιά φορά). Το κιτρίνισμα τών φύλλων είναι σημάδι ωριμότητας . Τότε, οι νοικοκυρές πηγαίνουν στα χωράφια, όχι πλέον με τήν ευχαρίστηση πού νοιώθουνε όταν μαζεύουν κόκκο και βαμβάκι μα αναγκαστικά. Κι' αυτό, εξ αιτίας της κολλώδους υφής αυτού του ναρκωτικού φυτού και τής πνιγηρής ατμόσφαιρας, πού δημιουργείται σε όποιο μέρος κι αν καλλιεργείται ο καπνός. Κάθε φύλλο, νοτισμένο απ’ τη δροσιά, αποσπάται ένα-ένα και τυλίγεται απ’ την ουρά σαν γιρλάντα, σε μήκος 3-3,5 μέτρων. Αυτά τα « κομπολόγια » ταιριασμένα έτσι, τα κρεμάνε σε δέντρα, πασσάλους ή πάνω σε τοίχους . Έπειτα τ’ αφήνουν επί δύο ημέρες στη σκιά για να στεγνώσουν. Αυτό τα μαλακώνει. Επειδή σε μερικά χωριά παρατηρείται, ότι τα φύλλα που έχουν κοπεί, με τη δροσιά, σπάνε, τα συλλέγουν σε περίοδο έντονης ηλιοφάνειας . Έτσι, τα φύλλα παραμένουν ακέραια. Όταν ακολουθούν αυτήν την τακτική, αφήνουν τα φύλλα στη σκιά επί διήμερο για να στεγνώσουν . Ύστερα τ’ αφήνουν στον ήλιο και τη δροσιά επί 4 μέρες και 4 νύχτες για κάθε πλαϊνή πλευρά. Έπειτα λύνουν τις « γιρλάντες », ξετυλίγουν τα φύλλα, φτιάχουν δέματα μ’ αυτά, πού τα τυλίγουν με τα καλύτερης ποιότητας φύλλα και τα τοποθετούνε σε σωρούς ύψους 1-1,5 μέτρου. Αυτούς τούς τελευταίους, τούς πιέζουν με διάφορους τρόπους, ώς τήν στιγμή, πού τα συσκευάζουν. Καθ’ όλη αυτή τήν διαδικασία η φύρα, τού καπνού, είναι έξι προς ένα. Καλύτερο φύλλωμα θεωρείται το παλαιότερο. Ο καπνός δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί αν δεν περάσουν έξι μήνες από τη συγκομιδή του.[…]
[…] Το χωράφι, στο οποίο καλλιεργείται καπνός, είναι εν μέρει λιπασμένο από τα ίδια τα φυτά του και σπανίως, αλλάζει είδος καλλιέργειας. Μάταια οι Σουλτάνοι επιχείρησαν να καλλιεργήσουν σιτάρι στήν ύπαιθρο τών Γιαννιτσών. Οι χωρικοί τής Μακεδονίας, οδηγημένοι από το ένστικτο τού κέρδους, γνωρίζουν καλά, ότι θα έχαναν αν επιχειρούσαν άλλες καλλιέργειες. Ένα χωράφι, πού είναι φυτεμένο με καπνό, δίνει ετησίως διπλό, ακαθάριστο εισόδημα από οποιαδήποτε άλλη καλλιέργεια. Ωστόσο οι σχετικές διαδικασίες και η φροντίδα, τών καλλιεργητών, μειώνουν κατά πολύ το κέρδος σκέφτονται πώς θα ζήσουν καλύτερα το παρόν, όχι πώς θα κληροδοτήσουν το χωράφι τους, στούς απογόνους τους. Ο Έλληνας, οι οποίος μονάχα, τήν σκλαβιά έχει ν’ αφήσει, κληρονομιά στούς δικούς του, λέει σαν τον Τούρκο «Η μέρα αυτή πού ζω, είναι δική μου. Το αύριο ανήκει στο Θεό» […] Ούτε δίνει σημασία, στις προφυλάξεις, πού πρέπει να παίρνει για τήν έντονη ζέστη, τούς ανέμους και τήν υπερβολική βροχόπτωση. «Θα γίνει ό,τι θέλει ο Θεός» λένε με τήν ανατολίτικη μοιρολατρία τους.[…]

* Χαλιάδες, χείμαρροι, ξηροπόταμοι, άγονος έκταση με χαλίκια και ποταμίσια βότσαλα κροκάλες.
** πέλαγος, πελαγινός, μπελαϊνός, παραφθορά τής διασωθείσης Ομηρικής λέξης υπαρκτό και εν χρήσει, Δ.Δ.Ελατειας, όπου εκβάλλει ο Λευτιάνος, (Υπ.Περιβ.κ Ενεργ. Φ. 96781). Καπνός. Ταμπάκος από τής νήσου όπου πρώτον ευρέθη και Νικοτιανή από τού ευρέτου, οι δε Τούρκοι Τουτούνι ονόμασαν. Σκαρλ. Βυζαντίου Λεξικόν Ελλ. Διαλέκτου.

Επιμέλεια-Ανάρτηση: Τάκης Ευθυμίου

Δεν υπάρχουν σχόλια: