TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2011

Αγαθωνίτες μοναχοί του '21


ΑΓΑΘΩΝΙΤΕΣ  ΜΟΝΑΧΟΙ
ΣΤΗΝ  ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΑ  ΤΟΥ  1821
του Θεόκτιστου Λαϊνά
Πίνακας: Γιάννα Ξέρα
Το Μοναστήρι του Αγάθωνα αναδείχτηκε πνευματικό και εθνικό με­τερίζι στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Η ιστορία του εκφράζει και συνοψί­ζει τη ζωή του φθιωτικού λαού, τις δοκιμασίες του, τις ελπίδες του και τις εξάρσεις του. Στάθηκε κιβωτός και τροφός της πατρατζικιώτικης περιοχής.  
Το φθιωτικό '21 είναι συνδεδεμένο με τους Κοντογιανναίους κι οι Κοντογιανναίοι με το Μοναστήρι του Αγάθωνα, γιατί υπήρξε το ορμητήριο και το καταφύγιο τους στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και Εθνεγερσίας. Οι Κοντογιανναίοι σέρνουν μιαν ένδοξη ιστορική παράδοση κλεφτουριάς, αρματολισμού και ανδρείας:
«Ήταν μπαϊράκια στα βουνά και φλάμπουρα στους κάμπους.» Το Μοναστήρι του Αγάθωνα στην περίοδο αυτή αποτελούσε το κέντρο δρά­σης του αρματολού Μήτζου Κοντογιάννη, ο οποίος ως αρματολός ήταν ένας υπολογίσιμος πολέμαρχος στην επαρχία Πατρατζικίου και διεδραμάτισε σπουδαίο ρόλο στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα στην Επανάσταση του '21.

Η Μονή Αγάθωνος σήμερα
Οι Μοναχοί της Μονής Αγάθωνος πήραν ενεργό μέρος στην Εθνεγερ­σία. Αντάλλαξαν το οχτωήχι με το καριοφίλι και συμπαραστάθηκαν στον αγωνιζόμενο φθιωτικό λαό. Ο Γεώργιος Αινιάν, γιος του Δασκάλου του Γένους Παπα-Ζαχαρία, απόστολος της Φιλικής Εταιρείας, αγωνιστής στην Επανάσταση του '21 και εξαίρετη πολιτική και λόγια μορφή στη μετεπαναστατική Ελλάδα, γράφει: «Ο ιερός κλήρος δεν ελησμόνησε τα προς την Πατρίδα ιερά χρέη του ενδεδυμένος την ιερατικήν στολήν, και κρατών τον τίμιον Σταυρόν εις χείρας επροπορεύετο του στρατού.»
Οι ιστορικοί σπάνια αναφέρουν τη συμβολή της Μονής Αγάθωνος στην Εθνεγερσία του '21. Αρκούνται στα μείζονα γεγονότα και παρασιω­πούν τα ελάσσονα. Η λήθη ίσως να οφείλεται και στην έλλειψη αρχειακών πηγών για το φθιωτικό '21. Η δε τοπική ιστορική έρευνα βρίσκεται ακόμα στα σπάργανα, παρ' όλες τις φιλότιμες προσπάθειες μερικών ερευνητών να διαφωτίσουν πλευρές του φθιωτικού '21.
Σχετικά με το Μοναστήρι του Αγάθωνα θα πρέπει να τονιστεί, πως το ιστορικό του αρχείο αρχίζει από τα μέσα του 19ου αιώνα. Η προηγούμενη ιστορική παρουσία του σε γραπτές πηγές δεν διασώθηκε. Οι πολύτιμοι θη­σαυροί του, έγγραφα, αρχικά μοναχολόγια, ενθυμήσεις μοναχών, χειρό­γραφοι κώδικες και σπάνια βιβλία της τοπικής εκκλησιαστικής ζωής και δράσης καταστράφηκαν κατά την πυρπόληση του από τις δυνάμεις του Δράμαλη, την άνοιξη του 1822. Ό,τι σώζεται στο σημερινό αρχείο του δεν έχει μεγάλη ιστορική αξία. Οι πιο πολλές ειδήσεις των εγγράφων σχετίζο­νται με την κτηματική περιουσία, που είχε άλλοτε το Μοναστήρι και με τους ενοικιαστές του. Έχουν όμως και οι μαρτυρίες αυτές τη σημασία τους, για την τοπική ιστοριογραφία, γιατί μας δίνουν τη μετεπαναστατική εικόνα του φθιωτικού χώρου. Απεικονίζουν το θρησκευτικό, κοινωνικό και λαϊκό περίγραμμα μιας περιόδου, που διαδέχεται την επική περίοδο του '21.
Είναι ατυχία για τη Φθιώτιδα που, ενώ ανέδειξε τόσους οπλαρχη­γούς, κανείς τους δεν κατέγραψε τις πολεμικές τους αναμνήσεις σε μορφή απομνημονευμάτων. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, θα είχαμε στα χέρια μας πολύτιμες ειδήσεις για γεγονότα και πρόσωπα της φθιωτικής Εθνεγερσίας. Η πρώτη γραπτή μαρτυρία από πρώτο χέρι για το φθιωτικό '21, απ' ό,τι γνωρίζουμε, είναι εκείνη του Στρατηγού Μακρυγιάννη για την τρίτη ατυχή εκστρατεία κατά του Πατρατζικιού. Στην εκστρατεία αυτή πήρε μέρος και ο ίδιος ο Μακρυγιάννης. Η αφήγηση του παραστατική και αντικειμενική. Μας μεταφέρει στον παλμό της εποχής και στις δυσκολίες του εγχειρήμα­τος.
Αξίζει τον κόπο να σας ανακοινώσω δυο έγγραφα, που αναφέρονται στη συμβολή του Μοναστηριού Αγάθωνα στον αγώνα του '21. Το πρώτο εί­ναι αποθησαυρισμένο στο αρχείο του Μοναστηριού. Πρόκειται για γραπτή θύμηση μοναχού. Το κείμενο της έχει ως εξής:
«Τη 14η Νοεμβρίου 1833 φανερώνει πότε μεταπηδάμε εις το μονα­στήρι μας οπίσω, όπου ήμασταν φευγάτοι από την Επανάσταση από το 1821, Μαΐου 1η, και εκάναμε φευγάτοι έως το 1833, Νοεμβρίου 14, και επήγαμε οπίσω εις το μοναστήρι και εκεί ήταν ένα σπίτι εις το μοναστήρι και εις τον αχυρώνα καθόμασταν και εκεί ελειτουργούσαμεν ηγουμενεύοντος ο Γρηγόριος ανεψιός τον πρώην ηγουμένου Θεοκλήτου και εφημερεύοντος Κων/νου του ιερομόναχου, ψάλτης ο γέρο-Γερμανός, πατέρες όλοι- όλοι 3 από τους 35 που απέδρασαν».

 Λάβαρο επανάστασης '21
 Οι ειδήσεις της θύμησης είναι σημαντικές και επέχουν θέση ιστορικής μαρτυρίας για την τύχη της Μονής και τον αριθμό των μοναχών στις αρχές της Επανάστασης. Η εγκατάλειψη του Μοναστηριού από τους μοναχούς εί­ναι πλέον γεγονός στα τέλη Απριλίου ή αρχές Μαΐου (1821 ή 1822). Φαίνε­ται ότι η παραμονή τους σ' αυτό ήταν προβληματική και μόνη σωτηρία τους η ένταξη τους στο πολεμικό σώμα του Μήτζου Κοντογιάννη και των άλλων Κοντογιανναίων. Άξια προσοχής είναι και η είδηση για τον αριθμό των μοναχών, που επέστρεψαν στο Μοναστήρι. Από τους 35 μοναχούς που ζώστηκαν τ' άρματα μονάχα 3 γύρισαν, για να συνεχίσουν την αφιερωμένη στα θεία ζωή τους και να το αναστήσουν από την τέφρα του. Τί απέγιναν οι υπόλοιποι; Η πιο πιθανή απάντηση είναι ότι οι περισσότεροι έπεσαν στα πεδία των μαχών.
Ηγούμενος στα χρόνια της Επανάστασης ήταν ο Ιωσήφ. Για τη ζωή και τη δράση του λίγα στοιχεία έχουμε και αυτά προέρχονται από διοικη­τική ανάκριση της Επισκοπής Φθιώτιδας στα 1838. Από τα πρακτικά της σταχυολογούμε τις παρακάτω ειδήσεις: Σε ερώτηση του Επισκόπου, τι γνω­ρίζει για τα ασημικά της Μονής Αγάθωνος, ο μοναχός Δαμασκηνός Αθανασίου απάντησε: «Όταν ήμασταν στρατιώτες εις τα 1821 και ήμασταν έως εξ (6.000) εις το Μοναστήρι της Αγάθωνης μας είπον οι Καλόγεροι ότι εις τον κρομιδόκηπον είχον παραχωμένα τα ασημικά του μοναστηριού... εξ ακοής έχω ότι ο πρώην ηγούμενος Θεόκλητος είχε δανείσει εις τον οθωμανόν Ντερβίση Μπούφον γρόσια 3.000 επί συμφωνία ότι το μοναστήριον να νέμεται το χόρτον δια τον τόκον, και όταν ο οθωμανός δώσει τα γρόσια να λαμβάνει τα λιβάδια.» Η μαρτυρία είναι πολύτιμη, γιατί για πρώτη φορά πληροφορούμαστε για τη δύναμη των Ελλήνων αγωνιστών στο Μοναστήρι του Αγάθωνα, για την ύπαρξη ηγουμένου Θεοκλήτου και Ντερβίση Μπούφο. Ίσως το τοπωνύμιο Μπούφος στην Υπάτη να έχει σχέση με την ύπαρξη του Ντερβίση Μπούφου.
Άλλη σημαντική είδηση είναι του μοναχού Κων/νου Δημητριάδη. Στην ίδια ερώτηση του Επισκόπου, τι γνωρίζει για τα ασημικά της Μονής Αγάθωνος, απάντησε: «Εις τον καιρόν όπου ήθελε να χαλάση το μοναστή­ριον από τους Τούρκους τα ασημικά έμειναν εις τας χείρας του ηγουμένου Ιωσήφ και δεν ηξεύρω τι τα έκαμε.» Ο Κων/νος Δημητριάδης αναφέρει ότι ο Ιωσήφ, ως ηγούμενος, διαδέχτηκε τον ηγούμενο Θεόκλητο. Το ότι ο Ιωσήφ ήταν ηγούμενος στην Επανάσταση του '21 προκύπτει κι από την κατάθεση του αγωνιστή Ανδρέα Σπανού από τη Σέλιανη. Ο Ανδρέας Σπανός ήταν παρών στα 1821, όταν «εσυνάχθη εις το Μοναστήρι της Αγάθωνης το ελληνικό στράτευμα». Στην περίοδο αυτή «έβγαλαν τα ασημικά του μοναστηριού από τον κρομιδόκηπον... ενθυμούμαι μας είπεν ο ηγούμενος Ιωσήφ... έγινε κατάστιχον- κατάλογος - και το εκράτησεν ο Νικολάκης (Κοντογιάννης) ο υιός του κ. Μήτζρυ (Κοντογιάννη).»
Άλλες ειδήσεις δεν έχουμε στη διάθεση μας για τον ηγούμενο Ιωσήφ. Το συμπέρασμα μας είναι ότι ο Ιωσήφ διαδέχτηκε στην ηγουμενία το Θεό­κλητο, άγνωστο όμως, πότε ακριβώς. Στα 1821 είναι ήδη ηγούμενος του Μοναστηριού. Η ηγουμενία του τελειώνει στα 1822/23, γιατί στα 1823 «όλοι οι αρχηγοί μετά των προκρίτων» Πατρατζικίου παρέδωσαν τη διεύ­θυνση του στον ιερομόναχο Γρηγόριο Ιωάννου. Το τέλος του ηγουμένου Ιωσήφ παραμένει άγνωστο. Ίσως να πέθανε με φυσικό θάνατο. Ίσως να σκοτώθηκε σε καμιά μάχη.
Το δεύτερο έγγραφο προέρχεται από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους, τμήμα Μοναστηριακά. Πρόκειται για μια αναφορά του Γρηγορίου Ιωάννου, ηγουμένου της Μονής Αγάθωνος, «προς την επί των Εκκλησιαστικών Βασιλικήν Γραμματείαν της Επικρατείας», με ημερομηνία 26 Αυγούστου 1838.
Ο Γρηγόριος Ιωάννου υπήρξε η πιο δυναμική μορφή από τους ηγουμέ­νους της Μονής Αγάθωνος. Ό,τι γνωρίζουμε για τη ζωή και την πατριωτική του δράση στα χρόνια της μεγάλης Εθνεγερσίας το οφείλουμε στην αναφορά του αυτή. Συμπληρωματικά στοιχεία μας δίδει και σε κατάθεση του, που διασώθηκε στα πρακτικά διοικητικής ανάκρισης, που έγινε από την Επισκοπή Φθιώτιδας, στα 1838.
Η ζωή και η πατριωτική δράση του ηγουμένου Γρηγορίου, με βάση τα στοιχεία που περιέχονται στην πιο πάνω αναφορά του, έχει ως εξής:
Ο Γρηγόριος Ιωάννου γεννήθηκε στα 1786 στο Παλιόκαστρο. Σε ηλι­κία 18 ετών - στα 1804 - «εμβήκε εις το Μοναστήρι Αγάθωνος και υποτάχθη εις Γερονικηφόρον χρόνους ικανούς». Ήταν ανεψιός του πρώην ηγουμένου Θεοκλήτου, όπως αναφέρει θύμηση μοναχού, γραμμένη σε βιβλίο της Μονής. Ως μοναχός επισκέφτηκε το Άγιον Όρος. Η παραμονή του σ' αυτό ήταν σύντομη. Επέστρεψε στη Μονή της μετανοίας του και συνέχισε την άσκηση του για τρία χρόνια. Στη συνέχεια ταξίδεψε στη Βλαχία. Η πιο πιθανή χρονολογία της μετάβασης του στη Βλαχία θα πρέπει να τοποθετη­θεί στο τέλος και τις αρχές της δεύτερης δεκαετίας του 19ου αι. Στη Βλαχία διορίστηκε εφημέριος στην ελληνική κοινότητα "Δουμνίτζης Ραλούς". Εστάθη και Σύγκελλος του Μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας Διονυσίου. Στις παρα­μονές της Επανάστασης «κατέβηκε εις το Μοναστήρι Δουσίκου», που βρί­σκεται νοτιοδυτικά στα Τρίκαλα.
Για την παραμονή και την εκκλησιαστική δράση του στη Βλαχία ο ίδιος γράφει: «Μεταβάς ο υποφαινόμενος πριν της επαναστάσεως εις Βουκουρέστιον προσελήφθην εις τον τότε Μητροπολίτην (Διονύσιον) υπό του οποίου ευνοηθείς επροβιβάσθην ακολούθως εις τον βαθμόν του Συγκέλλου και ως τοιούτος υπηρέτησα παρ' αυτώ μέχρι του 1821, και εντεύθεν πρέπει να ομολογήσω χάριν της αληθείας, ωφελήθην τα μέγιστα, καθώς άπαντες οι εκείσε διατρίβοντες ομογενείς το γνωρίζουσι, και δύναμαι χρείας τυχούσης να τους καλέσω ως μάρτυρας, λαβών αιτίαν, ως εκ της πείρας η Πανιερότης του να γνωρίση κατά το διάστημα τούτο την ικανότητα μου και την περί την εκπλήρωσιν των χρεών μου τιμιότητα, ηυδόκησεν εσχάτως να πρόσθεση την διεύθυνσιν του εκεί Μετοχίου τον κατά τα Τρίκαλα κυριαρχούντος Μοναστηρίου αγίου Βησσαρίωνος, πεπειθώς ότι τούτο ήθελεν ευχαριστήσει και τους Μοναχούς τον κυριαρχούντος Μοναστηρίου Βησσαρίωνος, και τω όντι το αποτέλεσμα εδικαίωσε τας ελπίδας τον, διότι μεταβάς ο υποφαινόμενος εις Τρίκαλα με τα αναγκαία συστατικά τον Μητροπολίτου ανεγνωρίσθην παμψηφεί μετά μεγάλης ευχαριστήσεως από όλους τους Πατέρας.
Η παραμονή του Γρηγορίου στο Μοναστήρι του αγίου Βησσαρίωνα υπήρξε αποδοτική. Κι ενώ ετοιμαζόταν να επιστρέψει στο Βουκουρέστι εξερράγη η Επανάσταση, που τον ανάγκασε να μείνει στο Μοναστήρι του Δούσικου «από το σαρανταήμερο έως τον Ιούλιον (1821)».

Ο γέροντας Αγάθων, ιδρυτής της Μονής
Ο Φθιώτης ρασοφόρος Γρηγόριος Ιωάννου, στη δύσκολη αυτή στιγμή, εγκαταλείπει και τη θέση του Συγκέλλου και τιμές και δόξες στη Βλαχία κι αποφασίζει να μείνει στην πατρίδα, να αγωνιστεί στο πλευρό του αγωνιζο­μένου φθιωτικού λαού. Ο ίδιος εξομολογείται: «Ενώ ήμην έτοιμος να επι­στρέψω εις Βουκουρέστιον, εξερράγη τότε η ελληνική Επανάστασις και η φωνή της Πατρίδος με ηνάγκασε ευχαρίστως να καταφρονήσω το παν, και να τρέξω δια να συνεργήσω εν μέρει εις τον ιερόν αγώνα, όθεν μετέβη εις την Δυτικήν Ελλάδα, όπου ενωθείς μετά των εκεί στρατευμάτων συνέπραττον το κατά δύναμιν μέχρις ότου νομίσας πρόσφορον καιρόν δια να ενερ­γήσω και υπέρ της ιδιαιτέρας μου πατρίδος Υπάτης. Έφθασα λοιπόν, εις τα πέριξ αυτής και ενώθην με τους εκεί στρατοπεδευμένους Μήτζιον Κοντογιάννην και Γεώργιον Αινιάνα και λοιπούς πατριώτας μου, φθασάντων ακολούθως και των υπό την οδηγίαν του Νικήτα (Σταματελόπουλου η Νικηταρά) Πελοποννησιακών όπλων και συγκροτηθείσης μάχης μετά των εχθρών ηναγκάσθημεν να αποσυρθώμεν εις τα όρη δια την πολλήν αυτών δύναμιν, ήτις έφερεν τον όλεθρον και την καταστροφήν εις το περισσότεροι μέρος της Υπάτης.»
Σ' άλλη ιστορική μαρτυρία του ιδίου τονίζεται: «...Και έχων επιθυμίαν να συναγωνισθώ εις την Ελλάδα ήλθον με τα στρατεύματα δια μέσου της Δυτικής Ελλάδος εις τα 1822 και ενώθην εδώ με τα στρατεύματα της Πελοποννήσου, τα οποία είχον αρχηγόν τον Νικήταν και έπειτα ήλθον εις την πατρίδα μου - Υπάτη».
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο Γρηγόριος Ιωάννου αγωνίστηκε μ' όλες τις δυνάμεις του στο πλευρό του αρματολού του Πατρατζικίον Μήτζου Κοντογιάννη και των άλλων οπλαρχηγών της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας, από την άνοιξη του 1822 ως το τέλος του αγώνα, «εμψυχούμενος δε από ζήλον αληθή μετεβλήθην από μοναχός εις ποιμένα και στρατιώτης αυτόχρημα, παρακολουθών καθ' όλον το διάστημα της Επαναστάσεως τα ελληνικά στρατόπεδα.»
    Ο Διοικητής της Φθιώτιδας Π. Λοιδωρίκης, σε αναφορά του «προς την επί των Εκκλησιαστικών Βασιλικήν Γραμματείαν της Επικρατείας», με ημερομηνία 30 Νοεμβρίου 1835, για την πατριωτική δράση του Γρηγορίου γρά­φει: «...Όσον δε περί των εκδουλεύσεών του και προσπαθειών του υπέρ της Μονής είναι αληθές ο ειρημένος εξ ενός φέρων την ποιμαντικήν του ράβδον ως πατήρ και άλλως ως εντολεύς του Θεού, έσυρε εξ άλλου το πυροβόλον, εφ’ ου ελπίζεται η ελευθερία της πατρίδος και δια του οποίου ανεκτών η Ελλάς την Παλιγγενεσίαν της. Πατριώτης καλός έτρεχε με τους διαφόρους οπλαρχηγούς επί τω σκοπώ δια την ελευθερίαν της πατρίδος, και δια την διατήρησιν της πίστεως και των ιερών Ναών του Υψίστου, φέρων επί τούτοις το σύμβολον της επιεικείας και δικαιοσύνης».
Για τη Μάχη της Μονής Αγάθωνος και την πυρπόληση της από τις δυ­νάμεις του Μαχμούτ Αλή Πασά, γνωστού σε μας ως Δράμαλη, οι σχετικές πληροφορίες είναι πενιχρές. Δεν μνημονεύεται καν από τους ιστορικούς. Απλές νύξεις γίνονται σε πιστοποιητικά αγωνιστών της Φθιώτιδας, που βρίσκονται στο Αρχείο αγωνιστών της Εθνικής Βιβλιοθήκης.

Το καμπαναριό της Μονής
 Έτσι στο φάκελο του αγωνιστή Νικολάου Σάββα Πατρατζικιώτη, που έπαιξε σημαντικό ρόλο στον αγώνα του '21 στην επαρχία μας, αναφέρεται ανάμεσα σ' άλλα ότι το 1822 πολέμησε «εις Μοναστήριον της Αγάθωνης κατά αποσπάσματος του Δράμαλη υπό τον Μήτζον Κοντογιάννην». Για τη μάχη της Μονής Αγάθωνος βρίσκομε αναφορές και σε πιστοποιητικά αγωνιστών από άλλες περιοχές της Ρούμελης. Ο αείμνηστος ιστορικός της Ρούμελης Π. Ι. Βασιλείου για τη δράση του αγωνιστή Κ. Αγγελάκη, από τον Προυσό - Ευρυτανίας, αναφέρει ότι το 1822 πολέμησε στη Μονή Αγά­θωνος κατά του Δράμαλη.
Στο ερώτημα, πότε ακριβώς έγινε η Μάχη της Μονής Αγάθωνος, δε μπορούμε με ακρίβεια να απαντήσουμε. Μπορούμε όμως να την τοποθετήσουμε μετά την τρίτη ατυχή εκστρατεία κατά της Υπάτης. Η εκστρατεία αυτή έλαβε χώρα στα μέσα Απρίλη του 1822 και είχε φοβερές επιπτώσεις σ' ολόκληρη την επαναστατημένη Φθιώτιδα. Ο Δράμαλης με τις πολυάρι­θμες δυνάμεις του παρέμεινε τρεις μήνες στη Φθιώτιδα. Στη δεύτερη πο­λιορκία της Υπάτης βρισκόταν μέσα στην πόλη και «σώθηκε φεύγοντας νύ­χτα για τη Λαμία». Στο χρονικό αυτό διάστημα έκαμε πολλές επιδρομές στη Φθιώτιδα και Ευρυτανία με διάφορα αποσπάσματα του και διαφόρους αρ­χηγούς, όπως Κεχαγιάμπεη, Τελεχάμπεη, Νεπρεβίστα κ.ά. Έδωσε αρκετές μάχες, όπως στη Μονή Αγάθωνος, Γυφτοχώρι, Κλωνί, Παλιόκαστρο, Σέλιανη, Καρπενήσι, Μεγάλο Χωριό κ.ά. 
    Η μάχη της Μονής Αγάθωνος θα πρέπει να τοποθετηθεί στα τέλη Απρίλη ή αρχές Μάη 1822. Ο ηγούμενος Γρηγόριος Ιωάννου, αναφερόμενος στην τρίτη ατυχή εκστρατεία κατά της Υπάτης και στην πυρπόληση της Μονής Αγάθωνος από τις δυνάμεις του Δράμαλη, γράφει: «...Έφθασα λοι­πόν εις τα πέριξ αυτής (Υπάτης) και ηνώθην με τους εκεί στρατοπεδευμένους Μήτζιον Κοντογιάννην και Γεώργιον Αινιάνα και λοιπούς πατριώτας μου, φθασάντων ακολούθως και υπό την οδηγίαν του Νικήτα Πελοποννησιακών όπλων και συγκροτηθείσης μάχης μετά των εχθρών ηγαγκάσθημεν ν' αποσυρθώμεν εις τα όρη δια την πολλήν αυτών δύναμιν, ήτις έφερεν τον όλεθρον και την καταστροφήν εις το περισσότερον μέρος της Υπάτης. Κατά την δυστυχή ταύτην εποχήν επυρπολήθη υπό των εχθρών και η Μονή της Αγάθωνης. Οι δε εναπομείναντες Πατέρες διεσκορπίσθησαν τήδε κακείσε.»
Στα πρακτικά της διοικητικής ανάκρισης (1838) της Επισκοπής Φθιώτιδας, ο ίδιος εξομολογείται: «...Και έχων επιθυμίαν να συναγωνι­σθώ εις την Ελλάδα, ήλθον με τα στρατεύματα δια μέσου της Δυτικής Ελλάδος εις τα 1822 και ενώθην εδώ με τα στρατεύματα της Πελοποννήσου, τα οποία είχον αρχηγόν τον Νικήταν και έπειτα ήλθον εις την πατρίδα μου. Όπου εύρον το Μοναστήριον καϋμένον και όλους τους αρχηγούς συναθροι­σμένους πλησίον της Υπάτης.»
Οι ειδήσεις του ηγουμένου Γρηγορίου Ιωάννου συμφωνούν στα κύρια σημεία μ' εκείνες του Μακρυγιάννη: «...Η δύναμη των Τούρκων πολλή, και χωρίς σκέδιον καλό να κάμωμε εμείς, χαλαστήκαμε. Σκοτώθηκαν καμπόσοι Τούρκοι κι από μας το ίδιο, σκοτωθήκαμε και πληγωθήκαμε. Κόντεψα να σκοτωθώ κι εγώ, ότ' ήμουν κουτζός από την αρρώστεια του Μισολογγιού με πονούσαν τα γόνατα μου... Οι Τούρκοι έφτασαν καμπόσους δικούς μας και θα τους πιάναν. Με φωνάζει ο Νικήτας να τρέξωμε να τους σώσουμε. Τρέξαμε δια κείνους και κιντυνέψαμεν κι εμείς. Τότε οι Τούρκοι ρίχτηκαν παντού, μπλόκαραν και τους δικούς μας εις το κάστρο και τους αφήσαμε. Και κυνηγώντας οι Τούρκοι μας πήγαν στα μισά του Αγιτού, του βουνού. Εκεί νύχτωσε και μείναμε μπαϊλντισμένοι... Έρχεται κι ένας από τον Γκούρα και μας είπε όσα δοκίμασαν και πώς σώθηκαν και είναι στο τάδε βουνό. Τότε δοξάσαμε τον Θεόν και κάμαμε τα μεγαλύτερα γλέντια και τραγούδια. Την αυγή σμίξαμε όλοι - ήρθε κι ο Γκούρας εις τις Καταβόθρες. Εκεί κάμαμε τα γιατάκια να κοιμηθούμε.»

Κρήνη στη Μονή
 Η Μονή Αγάθωνος, μετά την ομώνυμη μάχη, παραδόθηκε στις φλόγες από τις δυνάμεις του Δράμαλη. Τότε καταστράφηκε το κτιριακό συγκρότημα της, η αγιογράφηση του Καθολικού της, η πολύτιμη βιβλιοθήκη της και οι πνευματικοί και καλλιτεχνικοί θησαυροί της. «Και έχων κλίσιν εις την ειρημένην Μονήν - γράφει ο ηγούμενος Γρηγόριος Ιωάννου - και χρηματίσας άλλοτε πριν της μεταβάσεως μου εις Βλαχίαν ως μοναχός εν αυτή ελυπήθην εις την αξιοθρήνητον ταύτην της Αγάθωνης κατάστασιν». Ο Γρηγόριος έθεσε τον εαυτό του στην υπηρεσία της πατρίδας του και της Μονής της μετανοίας του από το 1822. Αγωνίστηκε να διασώσει ό,τι μπο­ρούσε από την περιουσία της.
Ο Γρηγόριος Ιωάννου, με το Σταυρό και το καριοφίλι στα χέρια του, αναδείχτηκε στα χρόνια της Εθνεγερσίας εξέχουσα εκκλησιαστική και αγω­νιστική μορφή μαζί με τους ανώνυμους μοναχούς. Κι όταν σταμάτησε η "κλαγγή των όπλων" επέστρεψε με δυο τρεις μοναχούς, τόσοι είχαν απομείνει από τις κακουχίες του σκληρού αγώνα, και επεδόθηκαν στην ανασυγκρότηση της Μονής Αγάθωνος. Στις πλαγιές της χιλιοτραγουδισμένης Οίτης ξανακούστηκε το δοξαστικό μεγαλυνάρι στην Παναγιά Αγάθωνη, στη μεγάλη Κυρά της πατρατζικιώτικης γης.
Η ζωή ανατέλλει από τα ερείπια. Κι η χάρη της Παναγιά αγκαλιάζει τ' αγιασμένα και ματωμένα χώματα της φθιωτικής γης.

Πηγή: Πρακτικά Α΄ Συνεδρίου Φθιωτικών Ερευνών - Λουτρά Υπάτης 1990
Επιμέλεια - Ανάρτηση: Τάκης Ευθυμίου

Δεν υπάρχουν σχόλια: