TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Τρίτη, 29 Μαΐου 2012

Κωνσταντίνος Παλαιολόγος

Κωνσταντίνος Παλαιολόγος
ο τελευταίος αυτοκράτορας του Βυζαντίου
[Άγνωστες πτυχές της ιστορίας του]
 
Τρίτη 29 Μαίου 1453, η «Πόλις εάλω». Η Βασιλεύουσα πέφτει στα χέρια των Οθωμανών και ο τελευταίος της αυτοκράτορας, τα ξημερώματα αυτής της Τρίτης, πολεμώντας σαν απλός στρατιώτης σκοτώνεται στην πύλη του Αγίου Ρωμανού.
Θρύλοι, μύθοι και μυστικοί πόθοι συνόδευσαν τον θάνατό του.
Κάποιες φήμες θέλουν τον Μωάμεθ τον Πορθητή να διατάζει να βρουν τί απέγινε ο Κωνσταντίνος. Λέγεται ότι βρέθηκε το άψυχο σώμα του κάτω από ένα σωρό άλλων πτωμάτων και το κεφάλι του για επιβεβαίωση στάλθηκε στον Μωάμεθ που το αναγνώρισε. Στην συνέχεια με εντολή τού σουλτάνου να τάφηκε με τις αρμόζουσες βασιλικές τιμές, χωρίς όμως να ανακοινωθεί ο τόπος της ταφής.

Έτσι ή αλλιώς ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος πέθανε και δεν άφησε πίσω του απογόνους ή μήπως όχι; Οι βυζαντινές πηγές της εποχής του Παλαιολόγου αλλά και μεταγενέστερα κείμενα του 16ου και 17ου αιώνα μας διαβεβαιώνουν ότι, είχε παντρευτεί δύο φορές, έμεινε χήρος λόγω του πρόωρου θανάτου και των δύο συζύγων του και μέχρι εκεί. Κάποια όμως λατινικά κείμενα συγχρόνων του συνεχίζουν κάπως διαφορετικά την επίσημη ιστορία: ο Παλαιολόγος έπειτα τον θάνατο των δύο πρώτων του συζύγων έζησε έναν παράφορο έρωτα με ελληνίδα ευγενή χωρίς να διευκρινίζεται αν έλαβε την έγγαμη μορφή, ενώ κατά κάποια πηγή της εποχής ο καρπός της τελευταίας παράφορης (και συζυγικής;) σχέσης του ήταν ένας επιζών άρρεν διάδοχος!

Να πάρουμε τα πράγματα με την σειρά όμως. Όντως ο Κωνσταντίνος παντρεύτηκε για πρώτη φορά τον Ιούλιο του 1428, σε ηλικία 23 ετών, τη Μαγδαληνή, ανιψιά του Λεονάρδου Β΄ Τόκκου, Λατίνου ηγεμόνα της Δυτικής Ελλάδας. Η τελετή του γάμου έγινε μέσα στο στρατόπεδο, στους μύλους έξω από την Πάτρα, την οποία επρόκειτο να πολιορκήσουν τα στρατεύματα των Παλαιολόγων! Ήταν μάλλον μία τυπική πολιτική απόφαση -κουμπαριά της εποχής- ενώ είναι πιθανόν ο μετέπειτα τελευταίος Ανατολικορωμαίος Αυτοκράτορας να μην είχε συναντήσει ποτέ την νύφη. Ως προίκα πάντως έλαβε την πόλη Γλαρέντζα της Πελοποννήσου (σημερινή Κυλλήνη). Η σύζυγος του κατά τα προβλεπόμενα βαπτίστηκε Ορθόδοξη και ονομάστηκε Θεοδώρα, αλλά πολύ σύντομα το 1429 πέθανε έγκυος στην Αχαΐα. Έτσι μένει πρώτη φορά χήρος.
Δώδεκα χρόνια αργότερα το 1441 και υπό την ασφυκτική πίεση των οικείων του ιδιαίτερα της βασιλομήτορος Ελένης και καθώς ο αυτοκράτορας Ιωάννης, ο αδελφός του, δεν είχε αποκτήσει διάδοχο, έκανε δεύτερο γάμο. Αυτή τη φορά παντρεύτηκε την Αικατερίνη, κόρη του Δορίνου Γατελούζου, επίσης λατινικής προελεύσεως, ο οποίος ηγεμόνευε στη Λέσβο, όπου έγινε ο γάμος. Ο Κωνσταντίνος ήταν τότε δεσπότης της Πελοποννήσου. Ο αδελφός του Δημήτριος όμως, ο οποίος διεκδικούσε τον θρόνο της Βασιλεύουσας, ήρθε σε συνεννόηση με τους Τούρκους και την απέκλεισε. Τότε ο Κωνσταντίνος έσπευσε να βοηθήσει τον Ιωάννη. Δεν ξέρω γιατί, αλλά κατά το ταξίδι από την Πελοπόννησο στην Πόλη πήρε μαζί του και την έγκυο γυναίκα του. Καθώς βρισκόταν λόγω θαλασσοταραχής στη Λήμνο, η Αικατερίνη, έγκυος ούσα, από τις κακουχίες του ταξιδιού ίσως, απέβαλε και πέθανε από τις επιπλοκές της αποβολής.
Μετά την απώλεια και της δεύτερης συζύγου, ο μετέπειτα ιστοριογράφος, βασιλικός ακόλουθος και προσωπικός του φίλος Φραντζής άρχισε πάλι τις προσπάθειες για την εξεύρεση καινούργιας νύφης για τον κύριο του. Όμως δεν έβρισκε την κατάλληλη.  
Τον Γενάρη του 1449 μετά τον θάνατο τού Ιωάννη Η΄, ο Κωνσταντίνος στέφθηκε αυτοκράτορας στον Μυστρά και πήγε στην Κωνσταντινούπολη με πολλές ελπίδες και μεγάλη αγωνία για το μέλλον της αυτοκρατορίας. Από την άλλοτε Βασιλεύουσα του μισού εκατομμυρίου πληθυσμού είχαν μείνει καμιά πενηνταριά χιλιάδες φτωχός κόσμος που ουσιαστικά δεν είχε που αλλού να πάει. Η Πόλη ήταν στραγγαλισμένη στρατιωτικά από τους Τούρκους και εμπορικά από Γενοβέζους και Βενετσιάνους.
Μετά την στέψη η ανάγκη παντρειάς του Κωνσταντίνου ήταν επιτακτική. Μέσω του γάμου χρειαζόταν οπωσδήποτε μια σύζυγος που έπρεπε να είναι νέα, να διαθέτει αξιόλογη προίκα και η οικογένεια της να έχει τις κατάλληλες διεθνείς διασυνδέσεις.
Μετά πολλά ο προξενέτης και ακούραστος Φραντζής αφού απέκλεισε τις πριγκίπισσες της Δύσης, για ανθενωτικούς λόγους, άρχισε διαπραγματεύσεις με γειτονικές βασιλικές οικογένειες που είχαν κόρη της παντρειάς. Πήρε λοιπόν σβάρνα το επιτελείο του και αλώνισε την Ανατολή. Για να εντυπωσιάζει τους εστεμμένους ηγέτες είχε μαζί του μια μεγαλοπρεπή ακολουθία από άρχοντες, στρατιώτες, μοναχούς, γιατρούς, μουσικούς, αοιδούς. Πίστευε πως τα πολύτιμα δώρα που μετέφερε θα έκαναν ευκολότερο το έργο του.
Το 1450 κατέληξε σε δυο λύσεις-νύφες, την κόρη του βασιλέως της Ιβηρίας (σημερινής Γεωργίας) και στην θυγατέρα του -έτσι και αλλιώς- βυζαντινού αυτοκράτορα της Τραπεζούντας. Αμφότερες είχαν μεγάλη προίκα.
Στην Τραπεζούντα, όπως αναμενόταν, του έγινε λαμπρή υποδοχή στο τοπικό παλάτι, που λίγο πολύ έμοιαζε με το αντίστοιχο των αυτοκρατόρων του Βυζαντίου, αλλά αρνήθηκαν το προξενιό.
Στην Ιβηρία, μόλις μαθεύτηκε ότι έφθασε η βυζαντινή αποστολή, οι κάτοικοι έσπευσαν να δουν από κοντά εκείνους τους περίεργους ανθρώπους από την Κωνσταντινούπολη και ν’ ακούσουν τη μουσική τους. Ωστόσο, ο βασιλιάς Γεώργιος Η΄ ανακοίνωσε στον Φραντζή πως δεν έχει αντίρρηση για τον γάμο, αλλά εκεί συνηθιζόταν να δίνουν προίκα στη γυναίκα τους οι σύζυγοι και όχι το αντίστροφο, οπότε παίξαμε και χάσαμε.
Εκεί όμως που όλα φαίνονταν τελειωμένα, το 1451, πέθανε ο σουλτάνος Μουράτ Β’. Αυτό ανέτρεψε όλα τα μέχρι εκείνη τη στιγμή σχέδια του αυτοκρατορικού συμβούλου. Η Μάρα, σύζυγος του Μουράτ, κόρη του ηγεμόνα της Σερβίας Γεώργιου Μπράγκοβιτς, ανιψιά του αυτοκράτορα της Τραπεζούντας και ιδιαίτερη συμπάθεια του διαδόχου του Μουράτ του Μωάμεθ του Β’, είχε σταλεί πίσω στον πατέρα της, φορτωμένη με δώρα και τιμές.
Τότε, μια φαεινή ιδέα γεννήθηκε στο μυαλό του αυτοκρατορικού συμβούλου. Να μια νύφη που η παρουσία της θα έσωζε την ίδια την ύπαρξη της αυτοκρατορίας. Ο πεπειραμένος Φραντζής σκέφτηκε πως για να βρει σύμμαχο ώστε το Βυζάντιο να αντιμετωπίσει την τουρκική απειλή, που αντιπροσώπευε ο Μωάμεθ Β’, έπρεπε να παντρέψει τον Κωνσταντίνο με τη Μάρα κι ας ήταν ο αυτοκράτορας μικρότερος από τη νύφη. Με αυτόν τον τρόπο ο αδελφός της θα πείθονταν να βοηθήσει τους Βυζαντινούς. Εκτός αυτού η ίδια η Μάρα ήταν εξαιρετικά δημοφιλής στους Τούρκους και ασκούσε μεγάλη επιρροή στον θετό της γιό, Μωάμεθ (τον μετέπειτα Πορθητή) .
Το προξενιό ξεκίνησε πάραυτα Οι συγγενείς της χήρας, με τους οποίους γνωρίζονταν (η μητέρα του Κωνσταντίου ανήκε στην αριστοκρατική Σερβική οικογένεια των Δραγασέων ), έδωσαν τη συγκατάθεση τους. Τον γάμο ενέκρινε και η ιεραρχία της Εκκλησίας. Όμως, υπολόγισαν χωρίς τον ξενοδόχο. Η Μάρα είχε αποφασίσει να μην ξαναπαντρευτεί, επειδή είχε κάνει ένα τάμα: αν απελευθερωνόταν από τα χέρια των ασεβών μουσουλμάνων, θα αφιερωνόταν στον θεό που της χάρισε την ελευθερία της! Προτιμούσε λοιπόν να κλειστεί σε μοναστήρι και να περάσει εκεί την υπόλοιπη ζωή της. Πάει και αυτή…
Είδε και αποείδε ο Κωνσταντίνος, τι να κάνει  έριξε τα μούτρα του και ξαναεπέλεξε την πριγκίπισσα της Ιβηρίας, της οποίας το όνομα παραμένει άγνωστο. Ο βασιλιάς της χώρας θα έδινε στην κόρη του ως προίκα πολύτιμα σκευή, χρυσό και ασήμι, πολύτιμους λίθους και μαργαριτάρια, καθώς οι αρχικές τσιγκουνιές είχαν παραχωρήσει την θέση τους στον πόθο για διασύνδεση με την υπερχιλιετή Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, ακόμη και στην τότε οικτρή και οριακή της κατάσταση. Τον Σεπτέμβριο του 1451 ο Κωνσταντίνος υπέγραψε χρυσόβουλο βάζοντας τρεις σταυρούς με κόκκινο μελάνι ως απόδειξη του λόγου του και επικύρωση της υπόσχεσης του γάμου. Το έστειλε με τον πρέσβη της Ιβηρίας στον βασιλιά Γεώργιο με τα εξής λόγια: «Συν Θεώ τω ερχομένω έαρι ελεύσεται μετά τριήρεων παραλαβείν την εμήν σύνευνον την νεόνυμφον».
Πάνω όμως που ξαναξεκίναγε να παραλάβει την νύφη ο Φραντζής την άνοιξη του 1452 εκδηλώθηκε η εχθρική πράξη του Μωάμεθ στην ασιατική πλευρά του Βοσπόρου. Με την ανέγερση στον Βόσπορο τού υψηλού φρουρίου Ρούμελι Χισάρ η Πόλη κινδύνευε άμεσα και έτσι κάθε μέριμνα για γάμους, έπρεπε να παραχωρήσει τη θέση της σε πράξεις που συνδέονταν με την άμυνα της Πόλης. Ύστερα από αυτό, ο γάμος ματαιώθηκε και η νύφη δεν έφτασε ποτέ στην Κωνσταντινούπολη, τα πράγματα έπαιρναν άσχημη τροπή και ο Κωνσταντίνος εξακολούθησε να ζει χωρίς επίσημη σύζυγο.

Αυτά συνέβησαν πριν την Άλωση και τα περισσότερα το ξέρουμε κυρίως από τον Φραντζή. Ωστόσο, μετά την Άλωση της Πόλης γεννήθηκαν θρύλοι και λαϊκά τραγούδια που μιλάνε «για μία γυναίκα του αυτοκράτορα που τάχα σκοτώθηκε από τους Οθωμανούς μαζί με τα παιδιά της». Ο καρδινάλιος Ισίδωρος, ο άνθρωπος του Πάπα στην Κωνσταντινούπολη, που ήταν παρών σε όλη τη διάρκεια της πολιορκίας και κατάφερε να γλιτώσει, αλλάζοντας ρούχα και καταφεύγοντας σε Βενετσιάνικο πλοίο, στον θρήνο του για την Άλωση γράφει ότι ο Κωνσταντίνος είχε σύζυγο και θυγατέρες, οι οποίες βιάσθηκαν από τον Μωάμεθ και τους σατράπες του και μετά κομματιάστηκαν. Κανείς όμως δεν πήρε στα σοβαρά αυτά τα λόγια αφού δεν επιβεβαιώθηκαν.
Ίσως όμως η πλέον αιρετική πηγή είναι η κάτωθι: Ο επίσκοπος της Σιένας Αινείας Σίλβιος Πικκολόμινι, ο μετέπειτα πάπας Πίος Β΄, έγραψε σ’ ένα υπόμνημα του πως «ο Κωνσταντίνος είχε γιο, ο οποίος μετά την Άλωση διασώθηκε στο Πέραν, όπου τον πολιόρκησαν οι Τούρκοι». Άρα είναι δυνατόν να υπήρξε απόγονός του Παλαιολόγου, χωρίς να γνωρίζουμε την τύχη του; Ήταν πιθανόν αυτός να φυγαδεύθηκε; Αν ήταν νεκρός ο Πίος ο Β΄ θα το ανέφερε ρητά. Η αποσιώπηση της τύχης του, δίνει μια άλλη διάσταση της συνέχεια του αυτοκρατορικού αίματος του τελευταίου αυτοκράτορα της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας εν μέσω Οθωμανικής κατοχής.
Απλές θεωρίες συνομωσίας θα  πείτε. Ναι μπορεί.
Το 1855 εκδόθηκε στην Πετρούπολη της Ρωσίας η διήγηση του Ανώνυμου Μοσχοβίτη» και φέρεται να ήταν παρών στην πτώση της Πόλης, που έγραψε ότι η αυτοκράτειρα με τον Κωνσταντίνο, τον Πατριάρχη, τους Επισκόπους και τον κλήρο πήγαιναν κάθε μέρα στην Αγία Σοφία και απηύθυναν δεήσεις για την διάσωση της Πόλεως. Μάλιστα, ο πατριάρχης την 25η Μαΐου συμβουλεύει τον αυτοκράτορα να εγκαταλείψει την πόλη μαζί με την αυτοκράτειρα!
Βέβαια, είναι σίγουρο την στιγμή της αλώσεως δεν υπήρχε πατριάρχης στην Κωνσταντινούπολη, αφού ο Αθανάσιος Β΄ είχε παραιτηθεί ήδη από το 1450. Στην ίδια διήγηση όμως υπάρχει μια ενδιαφέρουσα παράγραφος: την ημέρα της Άλωσης ο Κωνσταντίνος κοινώνησε των αχράντων μυστηρίων μαζί με τη σύζυγο του. Στη συνέχεια ο Λουκάς Νοταράς παρέλαβε την αυτοκράτειρα μαζί με άλλες γυναίκες της αριστοκρατίας και την έστειλε στα πλοία του Ιωάννη Ιουστινιάνη, που τη μετέφεραν στα νησιά του Αιγαίου και στην Πελοπόννησο. Μάλιστα, η διάσωση της αναγγέλθηκε αργότερα στον σουλτάνο, όταν ζήτησε να μάθει τι απέγινε ο Κωνσταντίνος.
Σίγουρα κάτι πρέπει να υπήρξε που έδωσε τον καπνό, αλλά το μέγεθος της φωτιάς το αγνοούμε.
Στηριγμένοι στους θρύλους και στα σχετικά τραγούδια, ορισμένοι μελετητές δεν αρκούνται στη μαρτυρία του Φραντζή, ο οποίος είναι μεν έγκυρος χρονικογράφος, αλλά η φιλία του με τον Κωνσταντίνο δεν του επέτρεπε τη δημοσίευση σχολίων, περιστατικών ή γεγονότων που πιθανότατα να έθιγαν την προσωπικότητα του ή να δημιουργούσαν αρνητικές εντυπώσεις για τον ίδιο ή ακόμη και θετικές για κάποιους εχθρούς του (π.χ. τον μεγάλο δούκα Λουκά Νοταρά φαίνεται πασιφανέστατα στο «Χρονικό» ότι δεν τον χώνευε με τίποτα).
Ερευνώντας αρχεία και βιβλιοθήκες ανακάλυψαν πως ο Κωνσταντίνος όχι μόνο δεν ήταν άγαμος μετά τον θάνατο της συζύγου του, αλλά ήταν μνηστευμένος. Εκλεκτή της καρδιάς του ήταν η Άννα Νοταρά, κόρη του Λουκά Νοταρά, ο οποίος μετά την Άλωση θανατώθηκε από τον Μωάμεθ τον Πορθητή. Τα στοιχεία που υπάρχουν για το ζήτημα αυτό δεν είναι καθόλου αμελητέα χωρίς να αποτελούν σαφείς αποδείξεις.
Λίγο καιρό μετά την Άλωση εμφανίζεται στην Βενετία η Άννα Νοταρά. Πλήθος προσφύγων της Βυζαντινής αυτοκρατορίας συρρέουν γύρω της. Φαίνεται να έχει μαζί της σοβαρή περιουσία. Με ένα γύρισμα της τύχης πληρώνει λύτρα για την απελευθέρωση του «εχθρού» Φραντζή, προσπαθεί να ιδρύσει μια ελληνική πόλη έξω από την Σιένα, να οργανώσει μια νέα βυζαντινή κοινωνία που θα ανάσταινε τον νέο ελληνισμό, αυτόν που δεν μπόρεσε να στήσει ο άτυχος αρραβωνιαστικός της αυτοκράτορας.
Η Άννα Νοταρά είχε σχέδια μεγαλεπίβολα. Μάζεψε γύρω της όλους τους ξενιτεμένους, μαζί της είχαν έλθει στην Ιταλία και χιλιάδες στρατιώτες από το ηττημένο Βυζάντιο ζητώντας καταφυγή στην Δύση, την πίστευαν, τη λάτρευαν, την έβλεπαν σαν αυτοκράτειρα.
Προσπαθεί να φτιάξει Ορθόδοξη εκκλησία, της το αρνούνται (λίγα χρόνια μετά τον θάνατό της κτίζεται τελικά με χρήματα που κληροδότησε). Ιδρύει λίγα χρόνια μετά τον Γουτεμβέργιο, Ελληνικό τυπογραφείο. Τυπώνει το πρώτο ελληνικό λεξικό: το «Ετυμολογικόν Μέγα κατά αλφάβητο τον πάνυ ωφέλιμο».
Πώς μπορεί να συνέβαιναν όλα αυτά σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία εάν δεν υπήρχε ένα ιστορικό υπόβαθρο;
Ιταλοί ερευνητές ανακάλυψαν ποικίλες καταγραφές στα αρχεία της Βενετίας, όπου κατέφυγε η Άννα, ώστε τη χαρακτήριζαν χήρα του τελευταίου Βυζαντινού αυτοκράτορα, έστω κι αν δεν υπήρχαν σαφείς αποδείξεις περί τούτου.

Η Άννα πέθανε υπέργηρη και ανύμφευτη (αν δεν είχε παντρευτεί τον Παλαιολόγο) στην Βενετία το 1507. Στα λατινικά έγγραφα της εποχής μνημονεύεται ως sponsa imperialis, λατινιστί μνηστή του αυτοκράτορα.
Και… για να παραστήσουμε λίγο το Dan Brοwn στον «Κώδικα Ντα Βίντσι», για τις θανατωμένες κόρες του μαρμαρωμένου βασιλιά ή τον επιζήσαντα διάδοχο ουδείς απετόλμησε ποτέ να αμφισβητήσει ή αντικρούσει ή επιβεβαιώσει φυσικά τις μαρτυρίες (ή θεωρίες) των Ιταλών επισκόπων. Ιδίως στην περίπτωση που όντως διασώθηκε ένα μικρό αγόρι γόνος του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, είναι φυσικό ο φόβος της άμεσης δολοφονίας του από Τούρκους να σίγησε πολλά «ευσεβή» στόματα.
Αν το σκεφθείτε ίσως, λέμε ίσως, ο μύθος του μαρμαρωμένου βασιλιά να ήταν μία κρυπτογραφική ιστορία και πρόσχαρη είδηση της εν ζωή συνέχειας της τελευταίας γενεάς μεγάλων αυτοκρατόρων του Βυζαντίου, μίας γενεάς ζωντανή απειλή – όλεθρος για τους Οθωμανούς κατακτητές και τους εξισλαμισμένους ακολούθους τους.
Ποιος να ξέρει…

Πηγές: 1)Γεωργίου   Φραντζή «Μεγάλο Χρονικόν» 2)Σειρά από τα «Ιστορικά του Έθνους» 3)Χρύσας Μαλτέζου «Άννα Παλαιολογίνα Νοταρά», 4)«Νέα Πνευματική Αντίδραση», ιστοσελίδα

Επιμέλεια-Ανάρτηση: Τάκης Ευθυμίου

Δεν υπάρχουν σχόλια: