TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2012

Ο χαμένος ζωικός κόσμος της Κωπαΐδας

Ο χαμένος ζωικός κόσμος της Κωπαΐδας
(του Τάκη Λάππα)
 
Το καλοκαίρι του 1886 τέλειωσε η αποξήρανση της λί­μνης Κωπαΐδας, που είχε αρχίσει πριν κάμποσα χρόνια. Κι αν δίνονταν στους αγρότες πάνω από διακόσες χιλιάδες στρέμματα καρπερή γη, με την αποξήρανση είχε χαθεί όλη η πανίδα που έτρεφε από χρόνια στα νερά και τα βαλτοτό­πια της η λίμνη αυτή.

Πριν όμως καταπιαστούμε με το χαμένο ζωικό της κόσμο, ας σταθούμε σ’ ένα τόσο παράξενο γεωφυσικό φαινόμενο, που κι αυτό τώρα πια αφανίστηκε. Πρόκειται για την περίφημη και ξεχασμένη πια «τύρφη», ο «ποάνθραξ» της Κωπαΐδας. Πριν απ’ την αποξήρανση, ήταν στο πιο πολύ μέρος της λίμνης ένα στρώμα που έφτανε σε βάθος από μισό ως τρία μέτρα. Όσο για το τι ήταν αυτή η «τύρφη», θα το δανειστώ από κάποιο δημοσίευμα:

«Είναι το εν υπαμοιβή χιλιάδων ετών εις τον πυθμένα της Κωπαΐδος σχηματισθέν εκ της σήψεως των καλαμώνων και άλλων πολυειδών φυτικών ουσιών στρώμα, το οποίον δια της συμπιέσεως και του βάρους του ύδατος υπέστη απανθράκωσιν, ατελεστέραν... Ήδη ότε η Κωπαΐς απεξηράνθη, δεν δύναται να αποδοθεί εις την καλλιέργειαν, αν δεν αφαιρεθούν τα επ’ αυτής δάση των καλαμώνων με τας βαθυτάτας, τας σκληράς και συμπαγείς ως βράχοι ρίζας αυτών. Και την εκχέρσωσιν ταύτην υποβοηθεί και συντελεί το πυρ. Τας ρίζας των καλα­μώνων πυρπολεί και μεταβάλλει εις σποδόν ο ποάνθραξ, εντός των κόλπων του οποίου εφύησαν».

Η  τύρφη αυτή στάθηκε αφορμή να μη μπορέσει να φέρει σε τέλος το έργο της στην Κωπαΐδα η Γαλλική Εταιρεία. Χρεοκόπησε, και συνέχισε ύστερα η Αγγλική Εταιρεία.

Όταν ήταν ακόμα λίμνη, σαν είχε άπνοια, όλη την Κω­παΐδα τη σκέπαζε βαριά ομίχλη. Τότε απ’ τον ποάνθρακα που καιγόταν έβγαινε πνιγερή κακοσμία κι έκανε το διαβάτη να κινδυνεύει γιατί απ’ την ομίχλη δεν έβλεπε περσότερο από μέτρο. Και πάλι, όταν ο αέρας έδιωχνε την ασφυχτική αυτή αποφορά, δημιουργούσε η τύρφη άλλους κινδύνους. Γιατί η φωτιά, δεν έκαιγε το στρώμα επ' τον ποάνθρακα μονάχα εκεί που είχε σκισίματα γης και βγαίνανε στήλες καπνού, μα βοσκούσε από κάτω σε πολλές μεριές. Και ήταν τόση η δύναμη της υπόγειας αυτής κι αόρατης φωτιάς, ώστε έσβηνε με τις βροχές του Δεκέμβρη.

Ένα άλλο ακόμα φυσικό φαινόμενο δυνάμωνε τους κιν­δύνους απ’ την τύρφη που σιγοκαιγόταν. Ήταν οι σίφουνες  σ’ όλη την έκταση της λίμνης, πού σχηματίζον­ταν σε κολώνες και πλανιώνταν πάνω στην αποξηραμένη λί­μνη. Φτάνανε ως σαράντα μέτρα ύψος και μεταφέρανε οι κολώνες αυτές όχι μονάχα καπνό, αλλά και φλογισμένη στά­χτη που αναρροφούσε ο στρόφιλας. Αλλοίμονο σ’ όποιον βρισκόταν ανάμεσα σ’ ένα τέτοιο, θα πέθαινε από ασφυξία. Το 1889, ένας απ’ τους ανώτερους υπαλλήλους της Αγγλικής Εταιρείας, «ο ατυχής Γκρούντβιλ, περιπλακής μεταξύ της ζώ­νης των καιομένων καλαμώνων και των κυκλώνων τούτων υπέκυψε, και την επιούσαν ευρέθη νεκρός εξ ασφυξίας. Μαρμάρινον δε σήμα επί βραχώδους νησίδος της Κωπαΐδος δει­κνύει σήμερον του ξένου τον έρημον, τον μονήρη τάφον».
#
Στη γεωφυσική μορφολογία της Κωπαΐδας έχουν θέση κι οι Καταβόθρες. Ήταν οι «ασφαλιστικές δικλείδες» της λί­μνης, να φεύγει το νερό όταν ξεπερνούσε ορισμένο ύψος. Ήταν σπηλιές, κατατρυπημένες από σχισμάδες, αόρατες και μεγάλες τρύπες. Αυτές αποτραβούσαν τα νερά της λίμνης που περίσσευαν. Άλλες τα ξεχύνανε στον Ευβοϊκό, στη θέση Σκροπονέρια, κι άλλα νερά χάνονταν στα τρίσβαθα της γης. Ύστερα απ’ την αποξήρανση, πολλές καταβόθρες απόμειναν ξηρές κι άχρηστες. Στα 1895 μια απ’ αυτές, η Μεγάλη Κατα­βόθρα, αφάνιζε απ’ τον τόπο το Μαυροπόταμο (Μέλανα πο­ταμό).

Δε θα ήθελα να φτάσω στην πανίδα της Κωπαΐδας πριν αναφέρω και κάτι που είναι στη χλωρίδα. Είναι ένα περί­εργο φυτό ανθισμένο, που φύτρωνε στη λίμνη και τώρα   πια χάθηκε. Θα αφήσω όμως να μας το περιγράψει κείνος που το είδε: «Επλησίασα το φυτόν τούτο επιβάς μονοξύλου, εξ εκείνων τα οποία μεταχειρίζονται εκεί δια να κόπτουν τους καλαμώ­νας. Φαντασθείτε φυτόν έχον τας ρίζας εις βάθος δύο και τριών μέτρων και επιπλέον, και εξαπλούμενον επί της επιφανείας των υδάτων, εις έκτασιν δέκα περίπου τετραγωνικών μέτρων, με τα σαρκώδη φύλλα του, τα κυκλικά μεγέθους δύο παροψίδων έκαστον, πάχους δακτύλου, χρωματιζόμενα με τας ωραιότε­ρος αποχρώσεις του πρασίνου, και διαθεόμενα άλλα δια ραβδώσεων κίτρινων και άλλα δι’ ερυθρών βυσινοχρόων. Και το άνθος το κρινοειδές του περικαλλούς ένυδρου φυτού. Τι να θαυμάσω πλειότερον την λευκότητα του μεταπίπτουσαν βαθμηδόν εις το βαθύ κίτρινον του κρόκου ή το άρωμα το αβρότατον; Πόθεν αρύεται το άρωμα τούτο μίγμα οσμής πικραμυγδάλου και ίων το ένυδρον, το παχύσαρκον φυτόν; Δεν γνωρίζω δυστυχώς το επιστημονικόν αυτού όνομα. Καλ­ύτερα να μη σας έλεγα το όνομα υπό το οποίον το καλούν οι παραλίμνιοι. Κολοκυθιά, και κολοκυθιά λέγεται το πάγκαλον φυτόν».

Το φυτό αυτό με το τόσο όμορφο λουλούδι να ήταν τάχα είδος από νούφαρο ή των αρχαίων Βοιωτών η «μαδωναΐς»;
#
Και φτάσαμε στον ζωικό κόσμο της λίμνης. Κάνω αρχή με τον ένυδρο. Τα ψάρια της ήταν, κατά τον Παυσανία, συνηθισμένα. «Οι μεν δη ιχθύς οι εν τη Κηφσίδι ουδέν τι διάφορον ες άλλους ιχθύς τους λιμναίους έχουσιν». Και λογιώ λογιώ πουλιά ζούσαν στις καλαμιές της λίμνης. Το ψά­ρεμα και το κυνήγι γινόταν με μικρές βάρκες, όπως φαίνεται και στην  δημοσιευμένη πα­λιά εικόνα.

Κείνα που ξεχώριζαν ήταν τα χέλια, ανέκαθεν το πιο νόστιμο φαγητό για τους καλοφαγάδες. Ο Παυσανίας γι’ αυτά αναφέρει: «αι δε εγχέλεις αυτόθι και μεγέθει μέγισται και εσθίειν εισίν ήδισται». Ήταν απ’ τα μεγάλα έσοδα στους γύρω κατοίκους και γινόταν συστηματικό ψάρεμα, θα ανα­φέρω δύο απ’ τους πιο περίεργους τρόπους. Ο ένας, πο­λύ παλιός, τον περιγράφει ο Αιλιανός. Τον αντιγράφω από σχετικό δημοσίευμα: «Ο των εγχελύων αλιεύς λαβών έντερον νεοσφαγούς αρνός τριών μεν ή τεσσάρων πηχών μήκους, πεπιεσμένον δε ισχυρώς, την μεν αρχήν αυτού επιβάλλει εις το ύδωρ και το τέλος, ήτοι την άλλην του εντέρου άκραν, κρατεί. Βάλει δε εις αυτήν καλάμου τρύφος (κομμάτι) συστρέφει δε τε έντερον εν τω ύδατι. Η τροφή αύτη αρέσκουσα  εις τας εγχέλεις προκαλεί αυτάς. Η πρώτη προσερχόμενη και χαίρουσα εμφύει εις το έντερον τους γύρους και αγκυστρώδεις οδόντας της και τινάσσεται και αγωνίζεται να καθέλξη το δέλεαρ. Ο δε αλιεύς καταλαμβάνων τότε ότι επιάσθη η έγχελυς, φυσά δια του καλάμου το έντερον ισχυρώς, όπερ δια του κα­ταρρέοντος ούτω αέρος πληρούται και οιδαίνει. Εκ τούτου δε ό άνεμος κατολισθαίνει εις την έγχελυν και πληροί την κεφαλήν της και τον φάρυγγα, ώστε αύτη μη δυναμένη ν’ αναπνεύσει πλέον, μηδέ να εκβάλει τους εις το έντερον εμπεφυκότες οδόντας της, αποπνίγεται και ούτω σύρεται έξω υπό του αλιέως».

Άλλος τρόπος συνηθιζόταν στο Μαυροπόταμο, πριν απ’ την αποξήρανση κι ύστερα για μερικά χρόνια, για τα χέλια που απόμειναν. «...Ζεύγνυται ο ποταμός δια σανίδων. Επ’ αυτών δε κατά το μέσον πήγνυται η εκ χόρτων καλύβη του αλιέως. Εκεί­θεν ρίπτει δίκτυον εν σχήματι σάκου με το στόμιον αναπεπταμένον καθ’ όλον το πλάτος του ποταμού, το οποίον ακολουθούν την ροήν του απλούται επί της κοίτης του. Γραμ­μή μικρών ξυλαρίων, ως πλήκτρων κλειδοκυμβάλου  εμπεπηγμένων εις λεπτήν δοκόν και εμβαπτισμένων μετ’ αυτής εν τω ύδατι, προδίδει εις τον προσεκτικόν αλιέα δια της παλ­μικής κινήσεως των την διέλευσιν του εγχέλεως, όστις ανα­σύρει τότε το δίκτυόν του».

Μεγάλο έσοδο για τους Βοιωτούς ήταν ακόμα κι οι βδέλλες (βδέλλα η ιατρική) που πιάνανε στην Κωπαΐδα, και τις χρησιμοποιούσαν πολύ τότε για αφαιμάξεις. Τις μάζευαν κατά πλήθος. Ο πιο συνηθισμένος τρόπος ήταν να βάζουν στα βαλτοτόπια κανένα γέρικο άλογο. Το αφήνανε λίγο κει μέσα κι ύστερα το βγάζανε με κολλημένες στο δέρμα του απειράριθμες βδέλλες. Τις ξεκολλούσαν και τις πουλούσανε με την οκά. Πιστή είναι και η λιθογραφία που δημοσιεύουμε.

Για τις βδέλλες έχουμε κι ένα σχετικό δημοσίευμα του 1858 που απ’ αυτό μαθαίνουμε και την τιμή τους. «Εκ της αλιείας των βδελλών εις την θέσιν Μούλκι (Αλίαρτος) της Βοιωτίας πολλαί εκατοστίες ανθρώπων ζώσι, διότι πωλούσιν αυτάς προς δρ. 50, 45 έως 40 την οκάν κι εκ τούτου πολλάς απολαμβάνει ωφελείας. Εσχάτως όμως ο δήμαρχος Πέτρας εις τα όρια του οποίου κείται η θέσις αύτη εμπόδισε την αλίευσιν αφηρέσας ούτω όχι μόνον πολλών ανθρώπων τα μέσα δι’ ων επορίζοντο τα αναγκαιότατα της οικογενείας των».

Στους βάλτους της Κωπαΐδας ζούσαν και μερικά θηλα­στικά. Κατά τα χρόνια της τουρκοκρατίας στις καλαμιές της ακρολιμνιάς υπήρχαν κατά κοπάδια τα αγριογούρουνα. Τόσα πολλά, που καταστρέφανε τα γεννήματα. Μέσα σε μια νύχτα ολάκερα χωράφια τα θέριζαν. Δύσκολο να γλυτώσουν οι αγρότες απ’ αυτό το θεριό. Καμιά φορά όμως, όταν καταφεύγανε κοπάδια από αγριογούρουνα μέσα στις καλαμιές κι οι γεωργοί τα ανακάλυπταν, τότε βάζανε φωτιά στα καλά­μια και σαν έσβηνε η φωτιά τα βρίσκανε καρβουνιασμένα.

Στα 1870, κάμποσα βόιδια απ’ το χωριό Μαρτίνο, άγνω­στο πως, φύγανε και βρήκαν καταφυγή στις καλαμιές της γειτονικής Κωπαΐδας. 'Ηταν αδύνατο να τα πιάσουν οι Μαρτιναίοι κει μέσα. Με τον καιρό τα βόιδια αυξήθηκαν και ζού­σαν κοπάδια σε άγρια κατάσταση. Πριν αποξηράνουν τη λίμνη, ήταν ακατόρθωτο κι επικίνδυνο να σκοτώσουν κανένα απ’ τ’ άγρια αυτά βόιδια. Ύστερα όμως που ξεβάλτωσαν οι καλαμιές, καθημερινά σκότωναν από ένα και δυο βόιδια. Στα 1894 μείνανε ακόμα καμιά τρακοσαριά. Ως που με τον καιρό κι αυτά τα αφάνισαν.

Κείνο όμως που είχε ενδιαφέρον κι ο χαμός του με την αποξήρανση ήταν  απώλεια στην εθνική μας πανίδα», ήταν η βίδρα, (ενυδρίς η κοινή). Ένα τετράποδο θη­λαστικό, που οι Βοιωτοί το λέγαν και ρήσο ή ρίζο. Η βίδρα είχε στρογγυλό κεφάλι και το κορμί της ήταν μακρύ 1-1,30 μέτρο, που το μισό ήταν η ουρά της. Ένα άκακο ζωντανό, που χρωστάει τον αφανισμό του στο διαλεχτό δέρμα του. Ήταν περιζήτητο με το γυαλιστερό του τρίχωμα, γιατί απ’ αυτό βγάζανε τη γνωστή γούνα λουτρ. Γι’ αυτό οι Βοιωτοί το κυνηγούσαν συστηματικά και για να μη του καταστρέ­φουν το δέρμα με βόλια ντουφεκιού, το χτυπούσαν με ξύλο στο κεφάλι. Ύστερ’ απ’ την αποξήρανση, απόμειναν μερικές βίδρες στις ακροποταμιές, μα με τον καιρό τις ρημάξανε κι αυτές κι έτσι χάθηκαν ολότελα απ’ τη Βοιωτία.

Πηγή άρθρου: «ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΣ», Μάϊος 1973
Παρατήρηση: Τα θέματα από τη "ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ" δημοσιεύονται ύστερα από άδεια του εκδότη του περιοδικού Ηλία Ασημακόπουλου.
………………………………………………………………………
Βιογραφικό Τάκη Λάππα

Ιστορικός συγγραφέας και λογοτέχνης. Ο Τάκης Λάππας γεννήθηκε στη Λιβαδειά στις 27-11-1904. Γιός του Ηρακλή και της Αθηνάς το γένος Τζίμα (καταγωγή απ’ το Δίστομο). Πέθανε στην Αθήνα το 1995.
Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και στράφηκε από νωρίς στη λογοτεχνία και την ιστορική μελέτη ενώ παράλληλα εργαζόταν σε δημόσια υπηρεσία.
Στο χώρο της λογοτεχνίας πρωτοεμφανίστηκε το 1931, με δημοσιεύσεις ταξιδιωτικών κειμένων στο περιοδικό «Εκδρομικά» και την εφημερίδα "Βραδυνή", και την έκδοση του πρώτου του βιβλίου «Στα ψηλώματα του Παρνασσού» το 1937.
Περισσότερο τον τράβηξε η ιστορία της ιδιαίτερης πατρίδας του, της Ρούμελης, κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, της Ελληνικής Επανάστασης και κατά τους μετέπειτα χρόνους.
Ο Λάππας χειριζόταν με ευχέρεια και ζωντάνια τη δημοτική γλώσσα που έχει προσδώσει στο έργο του ένα προσωπικό λογοτεχνικό ύφος.
Κυκλοφόρησε 85 βιβλία. Τα 50 με ιστορικά θέματα, βιογραφίες, λαογραφικά κλπ. Τα 35 για παιδιά και εφήβους με βιογραφίες ηρώων κι αγωνιστών του Εικοσιένα, εικονογραφημένα από διαφόρους εκλεκτούς καλλιτέχνες. Σε ημερήσιες εφημερίδες και γνωστά περιοδικά έγραψε πιο πολλά από 600 άρθρα με θέματα: Ιστορικές μελέτες και δοκίμια, άρθρα, αφηγήματα ιστορικά, λαογραφικά, διηγήματα, λογοτεχνικές διατριβές και διάφορες ανακοινώσεις, θεατρικές εικόνες, ταξιδιωτικές εντυπώσεις κλπ. Μερικά απ’ αυτά κυκλοφόρησαν σε ανάτυπα. Σπάνια έγραφε με το ψευδώνυμο, στην αρχή «Τάκης Λειβαδίτης »και ύστερα ΤΑΛΑΟΣ. Απ’ τ’ αρχικά του ονόματος του.
Έδωσε ομιλίες με ιστορικό περιεχόμενο στην Αθήνα, Λιβαδειά, Λαμία, Δίστομο, Αράχωβα κι άλλες πόλεις. Συνεργάστηκε πολλά χρόνια με την ελληνική τηλεόραση και μεταδόθηκαν πάνω από 50 ραδιοφωνικές ιστορικές λαογραφικές σκηνές, και πλήθος από ραδιοφωνικές ομιλίες.
Για τα έργα του γράψανε κατά καιρούς κριτικές οι Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, Κ. Δημαράς, Π. Χάρης, Σίσυφος (Μαν. Κανελής) Γ. Χατζίνης, Γ. Μ. Μυλωνογιάννης, Μ. Κλάρας, Δ. Μπόγρης, Μ. Ροδάς, Χρ. Αγγελομάτης, Κλ. Παράσχος, Φ. Μιχαλόπουλος κι άλλοι.
Ήταν ιδρυτικό μέλος του «Συνδέσμου Ελλήνων Λογοτεχνών» (1942), της Εταιρίας Στερεοελλαδικών Μελετών (1964) και του «Πνευματικού Κέντρου Ρουμελιωτών» (1967). Μέλος της «Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών» (1949) κι ύστερα (1962) της «Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών». Αντιπρόεδρος της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος» (1932), του «Συνδέσμου Ιστορικών Συγγραφέων», του «Κύκλου Παιδικού Βιβλίου», της «Ελληνικής Περιηγητικής Λέσχης», του «Συλλόγου Λεβαδέων ο Λάμπρος Κατσώνης» (1922), του «Συλλόγου Ιστορικών Μελετών του Αγώνος στη Στερεά Ελλάδα» (1974), και επίτιμο μέλος του «Εκπολιτιστικού Συλλόγου Λεβαδείας» (1979).
Κατά καιρούς τιμήθηκε με τα πιο κάτω μετάλλια: - Της Ιεράς Πόλεως Μεσολογγίου (1960) - Της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος: α) Των 150 χρόνων της Επαναστάσεως (1971) β) των 150 χρόνων της Ναυμαχίας του Ναυαρίνου (1977), γ) Των 100 χρόνων απ’ την ίδρυση της Εταιρείας (1982), δ) Των 40 χρόνων της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών (1978), ε) Της Βοιωτίας (Α. Τσούρα) (1979), ζ) Του Μορφωτικού και Εκπολιτιστικού Συλλόγου Λεβαδείας: 1) Του Πλουτάρχου, Λεβάδεια (1979) και 2) της Έρκυνας (1981).
Το (1990) βραβεύτηκε από τον «Κύκλο του Παιδικού Βιβλίου» με το πρώτο βραβείο της «Πηνελόπης Δέλτα» για τα 35 παιδικά βιβλία του.
Αρχείο του λογοτέχνη υπάρχει στο Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (Ε.Λ.Ι.Α.)
Έχει πάρει πολλές διακρίσεις, όπως:
  • το πρώτο βραβείο του Συνδέσμου Ελλήνων Λογοτεχνών (1944, για το έργο του «Οι Ρουμελιώτες στην Επανάσταση»,
  • το βραβείο από την Ακαδημία Αθηνών (1946, για το βιβλίο του «Θανάσης Διάκος»),
  • το Χρυσούν Μετάλλιον Ιεράς Πόλεως Μεσολογγίου (1960, για το βιβλίο του «Τύπος Ρουμελιώτικος»),
  • το βραβείο της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς (1967, για το μυθιστόρημα «Δοξασμένη Έξοδος»,
  • το «Βραβείο Κώστα και Ελένης Ουράνη» το 1981 από την Ακαδημία Αθηνών για το σύνολο των τριάντα πέντε βιβλία βιογραφιών του για εφήβους.

Πηγή Βιογραφικού: viotikoskosmos.wikidot.com/lappas-taki
Επιμέλεια-Ανάρτηση: Τάκης Ευθυμίου

Δεν υπάρχουν σχόλια: