TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

Άτακτα σώματα

Τα άτακτα σώματα στην επανάσταση του ‘21
(του αείμνηστου Τάκη Λάππα)
Τον στρατό στην Επανάσταση πρέπει στην αρχή να τον ξεχωρίσουμε. Ήταν δυο λογι­ών. Ο τακτικός στρατός, με τους οργανω­μένους τακτικούς στρατιώτες, και τα πο­λεμικά σώματα, όπως τα λέγανε τότε, δη­λαδή σώματα καμωμένα από άτακτους. Κι αν ήταν λιγοστός ο τακτικός στρατός, πάρα-πολύ λίγος, δημιουργήθηκε όμως από τον πρώτο χρόνο της Επανάστασης. Ο Δη­μήτρης Υψηλάντης, ακολουθώντας το σύ­στημα του αδελφού του Αλεξάνδρου, το καλοκαίρι του 1821, σχημάτισε το πρώτο τακτικό σώμα στρατού. Μα δε κράτησε για πολύ. Από τότε, κατά καιρούς γίνονταν κά­θε τόσο διάφορα τακτικά σώματα, με ορ­γανωτές Φιλέλληνες Ευρωπαίους στρατιω­τικούς. Διάφοροι λόγοι όμως, τα αναγκάσανε κι αυτά να μη ζήσουν για πολύ... Ας είναι.
Εδώ μας ενδιαφέρουν τα πολεμικά σώ­ματα με τους άτακτους. Αρχηγοί σαυτά τα σώματα πολέμησαν ο Καραϊσκάκης, ο Κολοκοτρώνης, οι Μποτσαραίοι, ο Αντρούτσος και τόσοι άλλοι ήρωες. Ας δούμε, λοιπόν, ποια ήταν η οργάνωση, τα έθιμα, ο πολεμικός τρόπος στα σώματα αυτά.
Τα άτακτα αυτά σώματα, δεν ήταν τίποτάλλο παρά η συνέχεια της κλεφτουριάς. Άλλωστε δεν του χώριζε και πολύς και­ρός από τότε. Γιαυτό και κράτησαν την κλέφτικη ζωή, την κλέφτικη παράδοση και τον ίδιο τρόπο της πολεμικής τους. Κατά το διάστημα του Αγώνα πήρανε κι αυτά μια μικρή εξέλιξη, μα πάντα μένανε πιστά στην παλιά κλέφτικη ζωή.
Ο Μοριάς δε συντηρούσε μόνιμα άτακτα σώματα, μα όταν η ανάγκη το καλούσε, έ­τρεχε ο λαός κι έμπαινε κάτω απτις δια­ταγές των καπεταναίων. Καμιά φορά δεί­χνανε απροθυμία και γι' αυτό ο Γέρος του Μοριά αναγκαζόταν να κάνει επιστράτευση υποχρεωτική. Στη Στεριά όμως, εξόν από την Αττική, ήταν μόνιμα οργανωμένα τα άτακτα αυτά σώματα. Μπορεί να ήταν μικρά σε αριθμό, μα πάντα η μαγιά υπήρχε. Αυτό το χρωστούσανε γιατί ήταν μαθημένοι από τα κλέφτικα σώματα - «νταϊφάδες», από τους Σουλιώτες κι απτους διάφορους Ρουμελιώτες καπεταναίους, που αρκετοί είχαν μαθητέψει στα Γιάννενα, στο σχο­λειό του Αλή πασά.
  Με τα πρώτα επαναστατικά καριοφίλια που βρόντηξαν, τρέξανε όλοι οι ραγιάδες να πάνε στους παλιούς καπεταναίους. Οι πιο πολλοί, ξαρμάτωτοι. Άλλοι με σκου­ριασμένα γιαταγάνια, με τσεκούρια, άλλοι με ξινάρια, με δικράνια ακόμα και με σού­βλες, ακολούθησαν τους ντόπιους καπε­ταναίους. Ήταν σίγουροι πως δε θαργούσανε ναρματωθούνε από λάφυρα. Κι είναι αλήθεια πως δε γελάστηκαν. Έτσι, λοιπόν, δημιουργήθηκε ο πρώτος στρατός της ε­παναστατημένης Ελλάδας. Άτακτα σώμα­τα μόνιμα ήταν τα Ρουμελιώτικα, Ηπειρω­τικά, Θεσσαλικά, Σουλιώτικα, Μακεδονικά, του Όλυμπου και μερικά Μοραΐτικα. Τρέ­χανε να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ανάλογα με τις ανάγκες ή κατά διαταγή της Διοίκησης (Κυβέρνησης).
Οι αρχηγοί τους ήταν παλιοί αρματολοί ή καπεταναίοι. Τα στελέχη πάλι ήταν παλι­κάρια που είχαν ζήσει την τραχιά ζωή του κλέφτη. Το ίδιο και πολλοί μαχητές. Αλλά υπήρχε κάποια διαφορά τώρα στην Επανά­σταση. Ενώ παλιά χτυπούσαν τον κατακτη­τή από εκδίκηση και μανία, με τον ξεση­κωμό απόχτησαν επαναστατική εθνική συ­νείδηση. Ξέρανε όλοι τους τώρα πια πως πολεμούσαν για τη λευτεριά του δουλωμέ­νου Γένους!
Τα σώματα αυτά μπορεί να τα κάνανε ά­τακτοι, μα δε θα πει πως κι ο καθένας έκα­νε του κεφαλιού του. Υπήρχε ένας Οργα­νισμός. Άγραφος, μα σεβαστός και σχε­δόν ιερός.
Το κάθε σώμα είχε δύο τάξεις. Η μια ή­ταν η μάγκα, που είχε γύρω στους δέκα ά­ντρες με κεφαλή τον μαγκατζή. Η δεύτερη ήταν το μπουλούκι, με εικοσιπέντε νομάτους, με κεφαλή τον μπουλουκτσή. Το κά­θε μπουλούκι είχε δυο ως τρεις μάγκες. Και κάμποσα μπουλούκια, ανάλογα με τη δύναμη, κάνανε το «σώμα», που πρώτος ήταν ο καπετάνιος τους. Τρία, τέσσερα και συχνά περισσότερα ακόμα «σώματα», κατά την περίσταση, φτιάχνανε ένα πολεμικό σώμα», με κεφαλή τον αρχηγό. Τέτοια «πολεμικά σώματα» δεν είχαμε πολλά. Ήταν του Κολοκοτρώνη, του Καραϊσκάκη, του Αντρούτσου, τα Σουλιώτικα και μερικά ακόμα. Παίρνανε τότε το όνομα του αρχη­γού: Κολοκοτρωναίοι, Αντρουτσαίοι, Καραϊσκαίοι, κ.λπ.
Τα σώματα ήταν πάντα μισθοφορικά και ο μισθός, ο «λούφες», άρχιζε από 25 γρόσια και πάνω. Το κάθε μπουλούκι είχε τον τροφοδότη, «τσαούση», τους οπλοδιορθωτές, «ντουφεκτσίδες», τον κουρέα «λάμψα», τους μπαλωματήδες, που οι λογιώτατοι τους λέγανε «νευρορραφείς», και τους ψυχογιούς. Οι ψυχογιοί φτιάχνανε το φαγητό, ζύμωναν το ψωμί, κουβαλούσαν τα ασκιά και τις τσίτσες -βομβύλη τη θέ­λανε τη τσίτσα οι γραμματισμένοι!- και τις ζυμωτήρες. Μια κι ο λόγος για τροφή, ας δούμε τι τρώγανε. Αυτά που λέγονται για ψημένα αρνιά, κοκορέτσια κ.λπ., τα γεύονταν μια ή δυο φορές το μήνα. Καμιά φορά περνούσε κι ολάκερος μήνας χωρίς να βά­λουν κρέας στο στόμα τους. Τις πιο πολ­λές φορές, η τροφή τους ήταν φτωχικιά και «ξηρά». Το ταγάρι τους στην πλάτη, θα είχε μέσα ελιές, τυρί, κρεμμύδια, σκόρδα και κανένα παστόψαρο. Η φλάσκα όμως με το κρασί ή το ρακί δεν τους απόλειπε. Το ψωμί τους ήταν από καλαμπόκι ή σμιγάδι -κριθάρι και καλαμπόκι. Κι αυτό ανάλατο και ψημένο στη θράκα. Ήταν σχεδόν άγνωστο για κείνους το σταρένιο ψωμί και η μπο­μπότα ήταν το καθημερινό τους.
Ο αρχηγός και καμιά φορά οι καπετα­ναίοι, είχε κοντά του και τον γραμματικό του, τον σημαιοφόρο, «μπαϊρακτάρη», και τους ψυχογιούς. Ο γραμματέας έκανε χρέη υπασπιστή, έγραφε τα γράμματα που ο αγράμματος καπετάνιος με κόπο υπό­γραφε, βάζοντας τη σφραγίδα του, τη «βού­λα». Οι πιο πολλοί όμως καπεταναίοι δεν συμπαθούσαν τους γραμματικούς και τους είχαν για κατώτερους ανθρώπους μια και δε μπορούσαν να χειριστούν το γιαταγάνι, Παρά μονάχα τον «κάλαμον». Ο μπαϊρακτά­ρης κρατούσε τη σημαία, το «μπαϊράκι» ή και «φλάμπουρο». Ήταν φτιαγμένο με διάφορα χρώματα, και τις πιο πολλές φορές είχε κεντημένο πάνω τον Άη Γιώργη. Οι ψυχογιοί φέρνανε νερό στον καπετάνιο με το αργυρό τάσι, κερνούσαν κρασί, φτιάχνανε το τσιμπούκι κι ετοίμαζαν το μέρος που θα έμενε. Γιατί τα παλικάρια θα κοιμόνταν κάτω από τα δέντρα, στις σπηλιές, στον αρχηγό όμως θα στήνανε με κλαριά την καλύβα του, το «τσαρδί». Σαν θα στρατοπέ­δευαν κάπου στο ύπαιθρο, «ρίχνανε το ορ­δί», όπως λέγανε τη στρατοπέδευση, πρώ­τη τους δουλειά ήταν να καταπιαστούν ό­λοι και να στήσουνε το τσαρδί του καπετά­νιου. Τους ψυχογιούς απαγόρευσε όταν ήρθε ο Καποδίστριας.
Ο καπετάνιος, και πιο πολύ ο αρχηγός, ό­ταν θα ξεμάκραινε έστω και σαπλή επίσκε­ψη, θα τον ακολουθούσαν καμιά πενηντα­ριά παλικάρια αρματωμένα, η «ουρά», όπως τη λέγανε κοροϊδευτικά. Ήταν η τιμητική συνοδεία, μα κάνανε και χρέη σωματοφύ­λακα.
Οι στρατιώτες μπορούσαν εύκολα να πηγαίνουν από σώμα σ’ άλλο σώμα. Η πει­θαρχία λιγοστή. Σαν δεν ήταν η περίσταση δύσκολη και δεν είχαν πολεμικές επιχειρή­σεις, τότε το σκάζανε αρκετοί απτα κοντινά μέρη. Όταν γύριζαν, βρίσκανε τη δι­καιολογία «πήγα ναλλάξω». Έμεινε γνω­στή η φράση τους αυτή και σε λιποταξία ακόμα ειρωνικά λέγανε «πήγανε ναλλά­ξουν!»...
  Δεν είχαν όμως άδικο να θέλουν ναλλάξουν και να βγάλουν από πάνω τα βρώμικα ρούχα τους. Ήταν αβάσταγη η λέρα. Να τι γράφει κάποιος ιστορικός του καιρού τους: «Περί καθαριότητος, ως αδυνάτου ούσης, ότε επί της σαρκός όλων, από του ανωτέρου μέχρι του κατωτέρου, το βασίλειον των φθειρών ήκμαζε και ουδόλως κατεβάλλετο μεθόλην την δια πολλών τρόπων ενεργουμένην σύντονον καταδίωξιν και θραύσιν... Ο αδιάκοπος κνησμός ανυποφόρητος εγίνετο, και ξυόμενοι διετέλουν οι πάντες άνευ περιστολής τινός, διό­τι το κακόν γενικόν ήτο».
  Οι καπεταναίοι, μάλιστα για ευκολία, είχαν την ξύλινη ξύ­στρα, τη «Γιαννούλα», όπως τη λέγανε, κι ανακουφίζανε του κορμιού τους τη φαγού­ρα. Αλλά ας μη μας κάνει τόση εντύπωση. Εκείνον τον καιρό, οι πουδραρισμένες περούκες των Ευρωπαίων ευγενών στο­λίζονταν από άφθονα τέτοια ζωύφια...
Η τακτική τους στη μάχη, ήταν σχεδόν πάντα ο κλεφτοπόλεμος. Στην αρχή του Αγώνα, θέλησαν δυο τρεις φορές να δώ­σουν μάχη «εκ παρατάξεως», μα αποτύχανε. Ο κλεφτοπόλεμος αυτός ήταν που τσάκιζε τον εχθρό, γιατί εκείνος βρισκόταν οργανωμένος. Οι Τούρκοι είχαν από πολλά χρόνια οργανωμένα σώματα: Το πυροβολι­κό, ιππικό, βομβαρδιστές, μηχανικό, σκα­πανείς, που τους λέγανε τοπτσίδες, ντελίδες, κουμπαρατσίδες, μεντήσιδες, λαγουμιτζήδες. Πειθαρχημένοι απόλυτα και φα­νατισμένοι θρησκευτικά. Άσε που είχαν ό­λα τα εφόδια, τρόφιμα, μπαρουτόβολα, πά­ντοτε καλοπληρωμένοι, μα και πολυάριθ­μοι. Τα τουρκικά σώματα είχαν από 2.000-5.000 πολεμιστές. Ολότελα το αντίθετο α­πό τους Έλληνες. Γιαυτό οι επαναστά­τες βρήκανε πιο αποτελεσματικό τον κλεφτοπόλεμο και τον καθιέρωσαν. Πιάνα­νε, λοιπόν, οι Έλληνες τις πιο δύσκολες θέσεις, στενώματα, ψηλώματα, απόκρη­μνες πλαγιές, χαντάκια και ρεματιές. Κει καρτερούσαν τον εχθρό. Άλλοτε στήνανε ενέδρες (χωσιές), κι άλλοτε φτιάχνανε τα­μπούρια και χαρακώματα. Απόφευγαν, όσο μπορούσαν, τους κάμπους και τις πολι­τείες, γιατί ο εχθρός και περισσότερος ή­ταν και ιππικό και κανόνια είχαν, που αυτοί δεν είχαν.
Τα τελευταία χρόνια απόχτησαν ένα πρωτόγονο ιππικό και μερικά κανόνια.
Τα ταμπούρια τους ήταν καμωμένα από πέτρες, κούτσουρα, αγκωνάρια και το ύψος τους ως ένα μέτρο. Ήταν αρκετό για να τους προστατέψει, γιατί δεν πολεμούσαν ποτέ όρθιοι, μα πλαγιαστοί ή γονατιστοί. Άλλες πάλι φορές πιάνανε φυσικά οχυρά, μεγάλους βράχους ή κλείνονταν σε ξωκλήσια, πύργους, ληνούς, μύλους, κ.λπ. Στους τοίχους τότε άνοιγαν πολεμίστρες (μασγάλια), απέξω στενές, για να προφυλά­γονται από τα εχθρικά βόλια, και φαρδιές μέσα, για νακουμπάνε και να σημα­δεύουν.
  Σαν θέλανε να ντουφεκάνε ακατάπαυ­στα (πυκνό ντουφεκίδι), οι μισοί ρίχνανε κι οι άλλοι από πίσω γιόμιζαν τα άδεια καριοφίλια. Στο «ψιλό ντουφέκι» ή «λιανοντούφεκο», δηλαδή κατά διαστήματα, γιόμιζε κι έριχνε ο ίδιος πολεμιστής.
Φτιάχνοντας τα ταμπούρια τους, φρόντι­ζαν ν’ ασφαλίζουν τις πλάτες τους σε εν­δεχόμενη φυγή. Δε χρειάζεται να πούμε, πως ο αρχηγός ή ο καπετάνιος ήταν πάντα πρώτος και στην πιο επικίνδυνη θέση για να τους εμψυχώνει.
  Όταν βλέπανε πως ο εχθρός άρχιζε να τσακίζει και να οπισθοχωρεί, τότε η φωνή του αρχηγού έδινε το σύνθημα για επίθε­ση. Μέσα σε λίγο καιρό απόχτησαν μερικοί και σάλπιγγες και το σύνθημα δινόταν με σάλπισμα πια.
Κι άρχιζε τότε η έφοδος, το «γιουρού­σι». Με τα γιαταγάνια στα χέρια οι μαχητές, βρίζοντας και ξεφωνίζοντας για να τρομο­κρατήσουν τον εχθρό, πέφτανε καταπάνω του με γρηγοράδα αφάνταστη. Οι πρώτοι που θα ρίχνονταν, ήταν οι ελαφροί στο «γε­λέκι» όπως τους λέγανε. Δεν είχαν απάνω τους κανένα βάρος ταγάρια, τσίτσες, α­κόμα και κάπες. Μήτε καριοφίλια, παρά μονάχα τα δυο κουμπούρια και το γιαταγάνι στο χέρι. Φορούσαν τη φουστανέλα και το γελέκι «στο γελέκι», με ανασηκωμένα τα μανίκια του πουκάμισου τους. Άρχιζε η μάχη κορμί με κορμί πια. Δούλευε το για­ταγάνι ή με το χαρμπί.
Μα σαν τσάκιζε για καλά ο εχθρός, τότε αφήνανε κι οι άλλοι τα ταμπούρια κι ορμού­σαν κι εκείνοι. Δε θέλανε μονάχα ν’ απο­τελειώσουν τον εχθρό, μα ήταν και για τα λάφυρα, τα πλιάτσικα. Άρχιζε το πλιατσικολόγημα στους σκοτωμένους, λαβωμέ­νους κι αιχμαλώτους. Πρώτα άρπαζαν τ’ άρματα κι ύστερα το «κεμέρι», το σακούλι με τα χρήματα, που το κρύβανε στο ζωνάρι τους. Στο τέλος τους βγάζανε και τα χρυ­σοκέντητα ρούχα τους. Ύστερα κόβανε τα κεφάλαια από τους σκοτωμένους και τους βαριά λαβωμένους, και φέρνοντας τα στον καπετάνιο τους θα παίρνανε το φιλο­δώρημα (μπαχτσίσι), που ήταν ανάλογο με το βαθμό του σκοτωμένου Μουσουλμά­νου. Αν ήταν πολλά τα κεφάλια, στήνανε πυραμίδα -τα βουτάγανε στον ασβέστη για να μην αποσυντεθούν- ή κόβανε τα αυτιά και τα περνούσαν σε σκοινιά αρμαθιά. Τρόπαια απάνθρωπα, μα συνήθεια παρμένη από τους Οθωμανούς.
Τους αιχμαλώτους τους σέβονταν, γιατί «προσκυνημένο κεφάλι δεν κόβεται», και τους κρατούσαν για να κάνουν με καιρό αλλαξιά με τους δικούς τους. Τα λάφυρα, όταν ήταν πολλά, τα σύναζαν κι ο αρχηγός θα τα μοίραζε στους μαχητές ανάλογα, κρατώντας το μεγάλο μέρος για το έθνος. Την όψη που παρουσίαζαν οι Έλληνες ύ­στερα από τη μάχη, μας τη δίνει ένας σύγ­χρονος τους. «Βαμμένα τα πρόσωπα τους από τα βαρούτια, αιματωμένα, κονιαρτισμένα τα πρόσωπα και τα μαλλιά των, εφαίνοντο ωσάν να έβγαιναν από κανέναν φούρνον. Αιματωμένες οι φουστανέλες των και φορέματα των εφαίνοντο πάλιν ωσάν μακελλείς».
Είχαν κι αυτοί όμως τα θύματα τους. Γιατί «γάμος χωρίς σφαχτά δε γίνεται» έ­λεγε μια παροιμία. Ύστερα, ας μη ξεχνάμε πως η καλύτερη τους ευχή ήταν: «καλό βό­λι». Μάζευαν τους σκοτωμένους τους, μα πρώτα παίρνανε τους λαβωμένους. Πιο μεγάλη ντροπή δεν ήταν από το να δείξει ο λαβωμένος λιποψυχιά κι ότι υπόφερε. Έκρυβε τον πόνο του τραγουδώντας. Νο­σοκομειακή περίθαλψη δεν είχαν, ούτε γιατρό. Στα τελευταία χρόνια του Αγώνα, οργανώθηκαν μερικά νοσοκομεία με κα­λούς γιατρούς. Για τούτο, τους λαβωμέ­νους, στην αρχή, τους στέλνανε να γιάνουν στα κοντινά χωριά και στα μοναστή­ρια. Χρέη γιατρού κάναν οι πρακτικοί, οι γριές, οι καλόγεροι και μεταχειρίζονταν βό­τανα, αλοιφές με λάδι και κερί κ.λπ. Και μια ιδέα της θεραπευτικής τους μας δίνουν τούτα τα απίστευτα: «Η διά κεφαλών μυρμήκων ραφή των τραυμάτων, γνώριμος τοις εμπειρικοίς ιατροίς των χρόνων εκεί­νων, εγίνετο ως έξης· προσαγόμενοι μεγά­λοι ζωντανοί μύρμηκες έδακνον τα χείλη του τραύματος κεκλεισμένα, αμέσως δαποκοτομένου του σώματος αυτών, έμενεν η κεφαλή σχηματίζουσα ούτω βελονιάν ικανώς ισχυράν!»... Και για κάποιον που του εφαρμόσανε αυτή την παράξενη ραφή στο τραύμα του, να τι γράφει ο Μακρυγιάννης: «Τράβηξε ο καημένος κοντά έναν χρόνον να γιατρευτεί. Γέρευε και πάλι ξηλώνεταν κι έβγαιναν οι κοπριές απτην κοιλιά οπούταν η πληγή».
Στη μάχη πάνω, αν σκοτωνόταν ή λαβω­νόταν βαριά κανείς κι ήταν δύσκολο να τον πάρουν για να μην πέσει στα χέρια του ε­χθρού, οι σύντροφοι του του κόβαν το κε­φάλι. Σκληρές μάχες ξετυλίγονταν γύρα από το κουφάρι του σκοτωμένου ή από τον λαβωμένο για να του πάρουν το κεφάλι. «Να μην το πάρει η Τουρκιά το παν στα βιλαέτια βλέπουν οχτροί και χαίρονται και φίλοι και λυπούνται» όπως μας λέει κάποιο δημοτικό τραγούδι. Το παλιό αυτό κλέφτικο έθιμο, έκανε τον Βαλαωρίτη να γράψει ένα απτα ωραιότε­ρα ποιήματα του, τον «Αστραπόγιαννο».
Μα οι Έλληνες δε νικούσαν όλες τις φορές. Το βάζανε και κάποτε στα πόδια. Κι όπως στη νίκη, έτσι και στη φευγάλα, ήταν ακράτητοι. Μάταια οι καπεταναίοι τους φωνάζανε: «Ορέ σταθείτε». Έφτανε λίγοι να κάνουν την αρχή, για νακολουθήσουν κι οι άλλοι.
Η μάχη τέλειωσε. Ο εχθρός καταδιωγμέ­νος αλάργεψε. Οι νικητές, δε στολίζανε μονάχα το κορμί τους με λάφυρα - άρμα­τα, αλλά συχνά και το κεφάλι τους με α­γριολούλουδα και στεφάνια.

πηγή: «ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΣ», τ. 4, Ιαν 1994
Επιμέλεια-Ανάρτηση: Τάκης Ευθυμίου




Δεν υπάρχουν σχόλια: