TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Σάββατο, 1 Μαρτίου 2014

Το κοκοφρίγκι

ΤΟ ΚΟΚΟΦΡΙΓΚΙ
[του Γιάννη Αν. Σαντάρμη]
            Πέφτει αλαφρό ροβόχιονο στου Ζητουνιού τον κάμπο,
            ανταριαστήκαν τ’ Άγραφα, ντούχνιασαν τα Βαρδούσια,
            η Καταβόθρα έχει χιονιά, η Γκιών’ ασπρογαλιάζει,
            χιονίζει στη Σαράνταινα, χιονίζει στο Βελούχι,
            χιονίζει γύρα-ολόγυρα και στις κορφές της Γκούρας,
            ρίχνει και ρίχνει ο ουρανός, τούφες ρίχνει το χιόνι,
            σκαμάγγια ρίχνει δίπλατα, μεγάλες παπλαμίδες,
            λες σαν αφράτ’ ασπρόμαλλα, σαν απαλές τουλούπες,
            τουλούπες από πρόβατα, μαλλιά από αρνοπόκι.
            Εδώ ο Λιασκώνης χαμηλά στην Γκούρα ξεχειμάζει,
            πέρσι στις Αρκουδόπετρες, πρόπερσ’ ήταν στ’ Ασμάνι
            και φέτο ήρθε στο γούπατο, μές στου Χαλκιά τη Γούρνα.
            Σ’ άλλες στρούγκες κι άλλοι βοσκοί, στη στάνη του Λιασκώνη
            μαζώχτηκε το βλάχικο το σόγι για το γέννο,
            άλλοι σπάν’ τις αρνόπανες, προθήλυασμ’ άλλοι κάνουν,
            αρμένε άλλοι πρωτόγαλο, πρατίνα σε πρατίνα
            κι άλλοι το γάλα κουβαλάν στην τουρλωτή καλύβα,
            όλοι με ζα το κουβαλάν, με μούλες το παγαίνουν
            κι αυτή η γριά η Λιασκώναινα ζαλώθη ένα καρδάρι,
            ζαλώθη, ξεζαλώθηκε και στο κονάκι μπαίνει.
            -Παιδιά μ’, στρωθείτε ολόγυρα να φάμε κοκοφρίγκι,
            στον πυρομάχ’ ολόγυρα, στης παραστιάς το γύρο,
            αφρίζει το πρωτόγαλο, ζεστό μες στην καρδάρα
            και σαν το χιόνι ασπρολογά, που πέφτει όξω απόψε.
            -Είχαν γάλα οι νιόγεννες;
                                                   -Ρίγλωσα εφτά καρδάρια,
            ένα κράτησα για ταχιά, τα έξι εδώ τα φέρνω.

            -Γεια σου, βαβά χρυσόχερη, γεια σου, μανιά παράξια,
            γεια σου, βλαχο-Λιασκώναινα, και πάλι γεια χαρά σου,
            πρώτ’ είσαι στο κονάκι εσύ και πρώτη μες στη στάνη,
            στο σκάρο με την κονταυγή, στο γυρισμό το βράδυ,
            στο γέννο, στο προβύζασμα, στο άρμεγμα, στο στάλο,
            στον κούρο και στο γνέσιμο και στο καλό τραγούδι.
            -Παλιά ζακόνια εγώ κρατώ, αντέτια δε χαλάω.
            -Τώρα που ’ρχόσουν, τήραξες, το ’στρωσε καμιά ψίχα;
            -Όσο να σώσω απ’ το μαντρί κι από τον αρμεγώνα,
            δεν έβλεπα που πάταγα, με στράβωναν οι τούφες,
            τίναζα τη χοντρόκαπα κι αυτή γιόμωνε πάλι,
            όξω η καλύβα άσπρισε απ’ την κορφή ως τον πάτο.
            -Άσπρισε κι η κατσούλα σου, χιονένιο έχει κουϊρούκι
            κι όπως έτσι σε βλέπουμε, το μάτι δε γνωρίζει
            ποια να ’ναι η κατσούλα σου και ποιο το χιονοσούρι.
            -Με τέτοιο χιόνι, ως την αυγή, θε να το πάει ένα γόνα !
            -Σίμωσε για να πυρωθείς, να πάρεις λίγη ανάσα.
            -Έπεσε η νύχτα για καλά, για δείπνο είναι ώρα,
            απόψε θα δειπνήσουμε με νόστιμη κολάστρα,
            συνήθεια απόψε το καλεί πρωτόγαλο να τρώμε,
            πρωτόγαλο, πρωτόπιαστο και πρωτοαρμεγμένο,
            γαστράτο θα το κάνουμε, στη γάστρα και στο σάτσι.
            -Πόσες γάστρες θα ρίξουμε, να κανονίσω ξύλα,
            να κανονίσω κούτσουρα, να φέρω απ’ την τρακάδα,
            που ’ναι στεγνά κι ανάβροχα, για τη φωτιά απόψε;
            -Το συναγώι θα ’ναι πολύ, πολλά θέλουμε ξύλα,
            φουρνόξυλα και κούτσουρα, ξερά, καλοθρεμμένα,
            για γάστρα τα φουρνόξυλα, τα κούτσουρα για πύρα.
            -Σαν πόσοι τάχα θα ’μαστε, θα ’ρθουν κι άλλοι νομάτοι;
            -Όσ’ είμασταν και πέρυσι, το Λιασκωναίικο ακέριο,
            καν είκοσι  θε να ’μαστε.                          
                                                     -Βάνε και δέκ’ ακόμα,
            μήνυσ’ από την κοντινή να ’ρθουν εδώ τη στρούγκα,
            θα ’ρθει του Κώτσιου η φαμελιά, του γερο-Σκούρα η φύτρα.
            -Πλακώσαν κιόλας, τα σκυλιά το διαλαλούνε απ’ όξω,
            ακούσαν την κουβέντα τους, γρικήσαν τη φωνή τους
            και τα βαριά τσαρούχια τους κι αγρίεψαν και γαυγίζουν.
            -Τσουκιώτες είναι μπιστικοί, βλάχ’ είναι τσαρουχάδες.
            -Καλώς την πάνω τσοπανιά, το πέρα βλαχολόγι.
            -Ωρέ, τι ξύλα καίτ΄εδώ, μας βάρεσεν η πύρα,
            μας πήρε και μια μυρωδιά καλή από πρωτοράκι.
            -Πόντζι ψένουμε στη φωτιά, καθίστ’ εδώ σιμά της,
            ρακί, ν’ αναδριμώσετε, θα βάνουμε να πιείτε,
            τι η πάγρα σας κοκάλωσε, σας πούντιασε η τσιβούρα.
            Χοντροτετράψηλη φωτιά στον πυρομάχο καίει,
            τριζοβολάν τα έλατα, τα ολόχοντρα πουρνάρια,
            τα τσέρνα, τα ημερόδεντρα, οι κουμαριές, τα κέδρα,
            οι φλόγες λιανοπαίζοντας τα σύδαυλ’ αναγλείφουν
            και μουρμουράνε ασίγαστα, σαν φλύαρες λες γλώσσες.
            Τριάντα οι τσέργες οι χοντρές, τριάντα κι οι νομάτοι,
            σε κάθε τσέργα στρώνεται κι απ’ ένας σταυροπόδι,
            σε γενοβέλεντζα παχιά κι ο τσέλιγκας ξαπλώνει.
            Ένας δίνει σε κίκαρη ζεστό στους γέρους πόντζι,
            ανασυμπά άλλος τη φωτιά, καινούρια ξύλα ρίχνει
            κι άλλος μ’ ένα στραβόραβδο τραβάει παρόξω θράκα
            και μια γλυκιά περίγυρα σκορπολογιέται πύρα.
            Και της καλύβας η κυρά, τη γάστρα καίει στο πλάγι
            και ρίχνει το πρωτόγαλο και ψένει κοκοφρίγκι,
            μέσα σε τρίσβαθο ταψί, σε χάλκινο μπακίρι.
            Δεν ευωδιάζει ο αγριόκεδρος, που καίει στις φλόγες, τόσο,
            όσο μοσχοβολάει γλυκά η πρόβια χοντρομέντζα
            και με την πύρα της θρακιάς ψένεται και ροδίζει,
            αχνοροδίζ’ η κούια της, σαν την αυγή, όταν σκάει.
            Κενών’ η βλάχα το φαγί, πινάκι σε πινάκι,
            σε όλους βάνει ένα φελί, διπλό στο βλάχο ρίχνει,
            διπλό φελί κι ολόπαχο και καλοδιαλεγμένο.
            Και με το φως του καντηλιού, με το γλυκό το φως του,
            που πότε-πότε ξεψυχά και πότε-πότε ανάβει,
            γεύονται το ζεστό φαγί, απλό κάνουνε δείπνο.
            Ένας φυσά, ματαφυσά, να κρυώσει το κομμάτι,
            βγάνει  άλλος ένα τσάχαλο απ’ του φελιού την κόρα,
            άλλος, που ξέφαε γλήγορα, ματαχαλεύει κι άλλο,
            μικρό λέει το ταΐνι του πως ήταν ένας άλλος
            κι άλλος, καθώς δειπνά κι αυτός, παινεύει την κολάστρα,
            σαν μέλι ότ’ είναι νόστιμη, γλυκιά σαν την κερήθρα.
            Μια οι άλλοι λαντζοκόβονται, δυο λαχταράει ο βλάχος.
            -Για πάρε μας, συγκόρμισσα, όλους με την αράδα,
            πάρε μας πάλι απ’ την αρχή, δώσ’ μας ακόμα κι άλλο,
            το γάλα είναι περισσό, ψήσε και ματαψήσε.
            Ψένει αράδα η τσοπάνισσα, ψένει και ματαψένει,
            πάλι τους παίρνει στη σειρά, τους παίρνει έναν-έναν,
            πάλι με το ταψί περνά και ματαδευτερώνει,
            δευτέρωσε και τρίτωσε, πολλές κένωσε γάστρες
            και στις ευχές ανάμεσα κι ανάμεσα στα λόγια,
            τέτοια κρένει καθένας τους και τέτοια αραδιάζει.
            -Αφέντρα, στ’ άξια χέρια σου, στα ολάκριβά σου χέρια,
            το γάλα να ’ναι μάλαμα, το βούτυρο λογάρι
            κι εσύ, αφέντη, την κοπή να τη χιλιάσεις φέτο,
            να τη χιλιάσεις με τ’ αρνιά και με τα γεννητούρια.
                                             
Γλωσσάρι

αναδριμώνω = αναλαμβάνω δυνάμεις, ισχυροποιούμαι, αναδρομώνω.
ανασυμπώ= ανακατεύω τα ξύλα της φωτιάς να ζωηρέψει, συνδαυλίζω.
αντέτι, το= συνήθεια, έθιμο.
Αρκουδόπετρες, οι= τοποθεσία στο βόρειο μέρος του χωριού Τσούκα της Φθιώτιδας, πήρε δε την ονομασία της απ’ τις μεγάλες, ριζιμιές και στρογγυλές πέτρες, που έχουν το σχήμα της αρκούδας.
αρμεγώνας, ο= το μαντρί που σταυλίζονται και αρμέγονται τα γαλακτοφόρα γιδοπρόβατα, γαλάρι.
αρνόπανα, η= διαφανής μεμβρανοειδής κόλλα, που περιτυλίγει το αρνί ή το κατσίκι, κατά τη γέννησή του, κόλεθρο, γκάντινα.
αρνοπόκι, το= το σύνολο του μαλλιού, που μοιάζει σαν ρολό, από το κούρεμα του αρνιού.
Ασμάνι, το= τοποθεσία στο νότιο μέρος του χωριού Τσούκα της δυτικής Φθιώτιδας.
ασπρογαλιάζω= ασπρίζω έντονα.
γάστρα, η= κυκλικό με θόλο κατασκεύασμα από μέταλλο, στο θόλο του οποίου σκορπίζονται αναμμένα κάρβουνα και σκεπάζεται μ’ αυτό το ταψί να ψηθεί το φαγητό, το ψωμί ή η πίτα, σάτσι.
γενοβέλεντζα, η= φλοκωτό μάλλινο κλινοσκέπασμα, μπαστή.
Γκούρα, η= το βουνό η Όθρυς, Γούρα.
Γούρνα του Χαλκιά, η= τοποθεσία νότια και έξω από το χωριό Τσούκα της δυτικής Φθιώτιδας, όπου ήταν η στάνη του Βαγγέλη Κ. Λιασκώνη.
ζακόνι, το= συνήθειο, έθιμο.
ζαλίκι, το= το φορτίο που μπορεί να φέρει κανείς στην πλάτη του, ζάλωμα,ζαλιά.
ζαλώνομαι= φορτώνομαι φορτίο στην πλάτη ή στους ώμους.
Ζητούνι, το= η Λαμία.
ημερόδεντρο, το= είδος βελανιδιάς με ωραία, μικρά και στενά φύλλα, που έχουν ελαφρό χνούδι στο κάτω μέρος, χνοώδης δρυς, ρουπάκι, ημεράδι.
καρδάρα, η= δοχείο ξύλινο ή μεταλλικό, στρογγυλού σχήματος, όπου αρμέγεται το γάλα των γιδοπροβάτων, αρμεχτάρα.
καρδάρι, το= μεγάλο μεταλλικό δοχείο, χωρητικότητας 25-30 οκάδων, με καμπυλωτή τη μια πλευρά του και την άλλη κάθετη, ώστε να φορτώνεται σε ζώο απ’ την κάθετη πλευρά, στη δε θολωτή στέγη του σχηματίζεται λαιμός, ο οποίος κλείνει με χωνευτό αλυσοκρατούμενο καπάκι, χρησιμεύει το σκεύος για τη μεταφορά του γάλακτος.
Καταβόθρα, η= το βουνό η Οίτη, πήρε την ονομασία από τις καταβαραθρώσεις της, Πατροβούνι (Υπάτη= Νέα Πάτρα).
κατσούλα, η= κουκούλα.
κενώνω= αδειάζω από μαγειρικό σκεύος φαγητό στα πιάτα, σερβίρω.
κίκαρη, η= κούπα ξύλινη.
κοκοφρίγκι, το= το πρώτο γάλα των γιδοπροβάτων μετά τον τοκετό, που βρασμένο πήζει, είναι το πιο εύγευστο παρασκεύασμα στα γαλακτοειδή, κολάστρα, χοντρομέντζα.
κοπή, η= κοπάδι ζώων.
κούια, η= κόρα ψωμιού ή πίτας.
κουϊρούκι, το= το δέσιμο του μαντιλιού στο κεφάλι της γυναίκας, κότσος μαλλιών, σωρός.
λαντζοκόβομαι= ανυπομονώ, αγωνιώ, ανησυχώ.
Λιασκώνης Κων/νου Βαγγέλης= βλάχος με πρόβατα, απ’ το ορεινό χωριό Τσούκα της δυτικής Φθιώτιδας.
λογάρι, το= θησαυρός, χρυσάφι.
μανιά, η= γιαγιά, βαβά.
μαργώνω= παγώνω από το κρύο, κοκαλώνω.
ματαχαλεύω= ζητώ ξανά, γυρεύω πάλι.
μούλα, η= θηλυκό μουλάρι.
μπακίρι, το= χάλκινο σκεύος.
ντουχνιάζω= γεμίζω από πυκνό καπνό ή ομίχλη ένα μέρος, ντουμανιάζω.
πάγρα, η= παγωνιά, κρύο.
παπλαμίδα, η= πυκνή χιονόπτωση με χοντρές νιφάδες.
πόντζι, το= θερμαντικό ρόφημα από βρασμένο τσίπουρο.
πρατίνα, η= προβατίνα.
προθήλυασμα, το= η τοποθέτηση του αρνιού ή του κατσικιού στη θηλή του μαστού της μάνας, για να θηλάσει, προβύζασμα.
πυρομάχος, ο= τζάκι στη μέση της βλάχικης καλύβας, με πλακοστρωμένη βάση (βάτρα) και πλαισιωμένο από ορθόπλακες.
ριγλώνω= γεμίζω δοχείο ή σάκο έως επάνω, ξεχειλίζω, υπερπληρώνω.
ροβόχιονο, το= σφαιρίδιο χιονιού, όχι σαν κρύσταλλο, αλλά συμπυκνωμένο, αδιαφανές κι ελαφρό, που προαναγγέλει τη χιονόπτωση, κοκοσέλι, κοκορόβι.
Σαράνταινα, η= κορυφή της Οξιάς με 1925 μέτρα ύψος, που βρίσκεται στα σύνορα Φθιώτιδας, Ευρυτανίας, Δωρίδας και Ναυπακτίας.
σκαμάγγι, το= η τούφα του βαμπακιού στη βαμπακιά, τουλούπα μαλλιού, σκαπίνι, τούφα.
σκάρος, ο= το βγάλσιμο του κοπαδιού των γιδοπροβάτων στη βοσκή.
σκάω= προβάλλω, φαίνομαι, πλαντάζω.
Σκούρας Κώστας= βλάχος με πρόβατα, από το ορεινό χωριό Τσούκα της δυτικής Φθιώτιδας.
στάλος, ο= το μεσημέριασμα του κοπαδιού των ζώων στον ίσκιο, αδρανοποίηση.
συγκόρμισσα, η= η σύζυγος.
συναγώι, το= συνάθροιση ανθρώπων, συντροφιά.
ταΐνι, το= μερίδα φαγητού.
ταχιά, επίρρ.= την άλλη μέρα πολύ πρωί, αύριο.
τι, σύνδ.= γιατί, όταν.
τουρλωτή, η= αυτή που έχει το σχήμα του τρούλου, στενή επάνω και φαρδιά κάτω.
τρακάδα, η= σωρός από καυσόξυλα, τοποθετημένα με ή χωρίς ευταξία, το ένα επάνω στο άλλο, στίβα, ντούνα.
τσάχαλο, το= μικρό σκουπιδάκι, άχυρο ή ξυλαράκι.
τσέργα, η= κλινοσκέπασμα μάλλινο με φλόκους, βελέντζα.
τσέρνο, το= είδος βελανιδιάς, τα φύλλα της είναι μακριά και γλωσσοειδή, τα κύπελλα των καρπών της έχουν λέπια με μουστάκια, ζει σε μεγάλο ύψος, μαζί με τα έλατα, δρυς η ευθύφλοιος.
τσιβούρα, η= παγωνιά, κρύο.
Τσουκιώτης, ο= κάτοικος απ’ το ορεινό χωριό Τσούκα της δυτικής Φθιώτιδας.
φελί, το= κομμάτι ψωμιού ή πίτας.
ψίχα, η= ελάχιστη ποσότητα από ένα σύνολο, λίγο, τιγκάκι.

Επιμέλεια-Ανάρτηση: Τάκης Ευθυμίου

3 σχόλια:

Μάκης είπε...

Συντοπίτες μας αγαπημένοι
Δε μπορώ παρά να συγχαρώ τον συγγραφέα αυτού του απίθανου βουκολικού ποιήματος που με τις δικές μας λέξεις της περιοχής που μας γέννησε μοιάζει σαν να διαβάζεις Όμηρο!
Πραγματικά το "Κοκοφρίγκι" όπου κι αν μπεί και όποτε κι αν διαβαστεί θα κοσμεί το χώρο και την ώρα που αυτό θα γίνει.
Νάστε καλά κι εκείνος που το έγραψε αλλά κι εσείς που το ανεβάσατε στην ιστοσελίδα σας.
Ειλικρινά εύχομαι νάστε καλά αφού και οι λίγοι στίχοι του τίτλου σας με εκφράζουν απόλυτα.
Με ειλικρινείς πατριωτικούς χαιρετισμούς και ευχές για καλή χρονιά ενάντια σ' εκείνους που κατήντησαν επαίτη την έρμη πατρίδα μας,
Σας χαιρετώ
Μάκης Φλώρος
Κρίκελλο Ευρυτανίας

Μάκης είπε...

Αγαπητοί συμπατριώτες και κοντοχωριανοί
Διάβασα το βουκολικό ποίημα του Γιάννη Σαντάρμη στηνιστοσελίδα σας και δε μπορώ παρά να στείλω τα συγχαρητήριά μου τόσο στον κ Σαντάρμη όσο και στους υπεύθυνους της ανάρτησής του.
Οι λέξεις που χρησιμοποιεί διασώζουν σημαντικό μέρος της πρόσφατης ιστορίας της γής που μας γέννησε και ο τρόπος που είναι γραμμένο με παραπέμπει σε ομηρικά έπη!
Μπράβο σας! Νάστε πάντα καλά.
Πολύ άλλωστε με εκφράζει και το τετράστιχο που έχετε μαζί με το σήμα της ιστοσελίδας σας. Γιατί πράγματι αυτοί που μας κυβερνάνε είναι τουλάχιστον ευνούχοι στο μυαλό αν μη τι άλλο και δυστυχώς ευνουχίσανε την έρμη πατρίδα μας και την ξεπουλάνε καθημερινά!
Και πάλι μπράβο σας λοιπόν και
καλή αντάμωση εκεί στα άγια χώματά μας
Με τιμή
Μάκης Φλώρος
Κρίκελλο Ευρυτανίας

Ανώνυμος είπε...

Αγαπητοί συμπατριώτες
Ευχόμενος να έχουμε ένα καλό και δημιουργικό νέο χρόνο, σας συγχαίρω για τη δημοσίευσή σας όσον αφορά το Κοκοφρίγκι.
Είναι πράγματι ένα βουκολικό υπέροχο ποίημα και αξίζουν συγχαρητήρια και σε σας που το προβάλλετε αλλά και στον συγγραφέα του τον Γιάννη Σαντάρμη.
Νάστε όλοι καλά.
Έχετε τους χαιρετισμούς όλων των Κρικελλιωτών
Εκ μέρους του Δ.Σ. του συλλόγου Κρικελλιωτών Ευρυτάνων "ο Άγιος Νικόλαος"
Μάκης Φλώρος
Αντιπρόεδρος