TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Τρίτη, 28 Μαρτίου 2017

Οι δύο .Αμερικάνες...



Οι δυο Αμερικάνες...
[Ιστορίες του Νικόλα από τη θητεία του στο στρατό]
Νίκος Δ. Παπαδιονυσίου
Ο Νικόλας καλοκαίρι της στρατιωτικής του θητείας...
Ένας 35άρης στρατιωτικός ιερέας με βαθμό λοχαγού, τα τρία αστράκια τα είχε καρφιτσωμένα στο μαύρο του ράσο στη θέση της καρδιάς, ωραίος άντρας, μορφωμένος, μέτριος στο μπόι, λυγερός, πολύ συμπαθής, ερχόταν από τις πρώτες μέρες του Νικόλα στην Μονάδα. Είχε την έδρα του στη Μεραρχία. Λειτουργούσε, εξομολογούσε όποιον ήθελε, κοινωνούσε και μιλούσε για λίγο στους στρατιώτες. Τελειώνοντας, έχοντάς του μεγάλη συμπάθεια, τον μόνο με τον οποίο μπορούσε να κάνει ένα σοβαρό διάλογο, τον ξεσήκωνε και τον έπαιρνε μαζί του με το υπηρεσιακό jeep του με στρατιώτη - οδηγό, για επίσκεψη στα Μετέωρα.
Οι δυο τους, ο νέος κι’  εντυπωσιακός παπάς με τ’ αστράκια του λοχαγού κι’ αυτός, νεαρός, γυμνασμένος, μαυρισμένος, με καλοκαιρινή στολή, έκαναν ένα αξιοσημείωτο ντουέτο, πράγμα που άρεσε στον παπά αλλά και σε τρίτους που τους έβλεπαν, ντόπιους και τουρίστες. Έμοιαζαν διαφήμιση του αμίμητου «Ελλάς ελλήνων χριστιανών». Εντύπωση έκαναν και στις καλόγριες των γυναικείων Μονών όπου τον πήγαινε συχνότερα απ’ ότι στις ανδρικές. Σε κάθε τους επίσκεψη τους  έδειχναν αξιοθέατα που δεν έβλεπαν άλλοι επισκέπτες, τους κερνούσαν υπέροχες ρακές και δικά τους γλυκά κουταλιού, τους κάθιζαν σε μέρη απίστευτης θέας του κάμπου μη προσπελάσιμα από άλλους επισκέπτες.
Εντύπωση έκαναν και στις δυο νεαρές αμερικάνες τουρίστριες, φίλες.
Πριν τις γνωρίσουν, τις πέτυχαν ν’ ανεβαίνουν ένα κλιμακοστάσιο για την είσοδο σε Μονή, μάλλον του Αγίου Στεφάνου. Αυτές προηγούνταν, έτσι που  οι κοντές φουστίτσες τους που ανέμιζαν, αποκάλυπταν τα καλογυμνασμένα κάλλη τους.
Από την Ιερά Μονή Αγίου Στεφάνου..(Φωτό από Internet)
Τα νιάτα του Νικόλα φούντωσαν καθώς κάρφωσε πάνω τους το βλέμμα του. Ο παπάς βλέποντας τον πειρασμό του, μπήκε μπροστά του και του’ κλεινε τη θέα με την παλάμη του κολλητή στα μάτια του αποτρέποντάς τον, κάτι μεταξύ σοβαρού κι’ αστείου:
·        Μη τις βλέπεις. Ο σατανάς τις έβαλε να σε κολάσουν !.
Αργότερα διασταυρώθηκαν στον υπαίθριο χώρο της Μονής. Οι αμερικάνες σταμάτησαν ξαφνιασμένες πρωτοβλέποντάς τους. Ακούσιος συμβολισμός της χούντας. Τους φωτογράφισαν πολλές φορές παιχνιδιάρικα, δίνοντας αφορμή να μειδιάσουν προς αλλήλους και να γνωριστούν. Μη δίνοντας σημασία τότε, σήμερα σκέφτεται την ανοησία του ο Νικόλας, να μην ζητήσει να εμφανίσουν τα φιλμς και του δώσουν φωτογραφίες τους..
Έμαθε από τις κοπέλες ότι θα έμεναν συνολικά περίπου δέκα ημέρες. Ήλθαν μαγεμένες για την μοναστηριακή πολιτεία από φωτογραφίες σε περιοδικό. Ήθελαν να την γνωρίσουν καλά, να τη φωτογραφίσουν.
Ο Νικόλας έμαθε ότι ήσαν ηθοποιοί, όχι από τις πρώτες, είχαν όμως συνεχή δουλειά. Έπαιζαν σε θέατρα στο Broadway. Δεν ήσαν ευρωπαϊκής ρίζας. Ήσαν λατίνες, γέννημα- θρέμμα της Ν.Υ.  Μελαχρινές, λεπτές, μικρόσωμες, τσουπωτές, χαριτωμένες, περίπου 27-28 χρόνων. Φαίνονταν κάτι περισσότερο από φιλενάδες. Δεν θυμάται να είδε τη μια σε απόσταση μεγαλύτερη από τρία μέτρα από την άλλη. Στην εμφάνισή τους βλέποντάς τες από απόσταση τρία- τέσσερα μέτρα, έμοιαζαν σαν δίδυμες, με το ίδιο ντύσιμο, κούρεμα και κτένισμα, τις ίδιες εκφράσεις, χωρίς να έχουν συγγένεια. Τόσο μεγάλη αφοσίωση  έδειχναν η μια για την άλλη που αν τις γνώριζε σήμερα, θα υποψιαζόταν κάτι πολύ πιο πάνω για το είδος της φιλίας τους, αδύνατο να το σκεφτεί στην αφέλειά του τα χρόνια της νιότης του.
Του ζήτησαν, μην έχοντας τί να κάνουν τ’ απόγευμά τους, να συναντηθούν. Συναντήθηκαν συνολικά πέντε απογεύματα- βράδια πριν φύγουν. Τις πήγε σε ταβερνούλες κοντινών χωριών με ντόπια κουζίνα και καλό κρασί όπου έδειχναν να διασκεδάζουν με την παρέα του, το χρώμα της φύσης της περιοχής, τα γελαστά πρόσωπα και την περιποίηση των ιθαγενών.
Το τρίτο βράδυ που αντάμωσαν, τρεις ημέρες πριν φύγουν, μισοσουρωμένοι,  σε καλή διάθεση από ρετσίνα «διεφθαρμένη» από …γκαζόζα, ηλίθια συνήθεια της εποχής, τις πήγε μέχρι την είσοδο του ξενοδοχείου τους. Περπατώντας αγκαλιασμένοι στον κατηφορικό ερημικό δρόμο όπου ήταν το ταβερνάκι προς το ξενοδοχείο τους, η μια δεξιά η άλλη αριστερά του, βάδιζαν με στρατιωτικό βηματισμό σαν για να τον πειράξουν, κάνοντάς τον ν’ ακολουθήσει κι’ αυτός. Τραγουδούσαν κι’ οι τρεις δυνατά σε ρυθμό εμβατηρίου το Yellow submarine των Beatles, εποχή που ο John Lennon είχε γνωρίσει την Γιόκο Όνο και άρχισαν οι αντιπάθειες μεταξύ τους που τελικά τους χώρισαν. Οι κοπέλες ήσαν αυτό που σήμερα λέμε ακτιβίστριες, κατά του πολέμου του Βιετνάμ που βρισκόταν στην έξαρσή του, με συνεχείς ειρωνικές αναφορές προσέχοντας μην και τυχόν τον φέρουν σε δύσκολη θέση, και για την ελληνική χούντα.
Στην είσοδο  του ξενοδοχείου, τους πρότεινε να συνεχίσουν την διασκέδασή τους στο δωμάτιό τους. Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους θέλοντας να διαβάσουν η μια την άλλη. Δικαιολογήθηκαν ότι είναι κουρασμένες. Θα έπεφταν για ύπνο. Αντιπρότειναν ν’ ανταμώσουν την άλλη μέρα απόγευμα.
Θέλοντας να κόψει βλέποντας ότι δεν υπήρχε ..πρόοδος εκτός από κάτι φιλιά παρόλες τις συναντήσεις τους, ισχυρίστηκε ότι θα είναι απασχολημένος.
Το άλλο απόγευμα καθισμένος στο καφενείο των «ξένων»της κωμόπολης, μικρός τότε ο τόπος, τις είδε να περνούν μπρος του. Τις συνόδευε ένας «ξένος» τραπεζιτικός, χοντρούλης φαλάκρας στα 30-33 του, για τον οποίο είχε ακούσει  τα χειρότερα. Ήταν φανερό ότι τους ρίχτηκε, γνωστός στη κωμόπολη σαν «καμάκι». Τις περνούσε απ’ το κέντρο για να δείξει τί «γκόμενες» κυκλοφορεί. Η ματιά τους έπεσε στον Νικόλα. Αμέσως αφήνουν σύξυλο τον χοντρούλη και τρέχουν σ’ αυτόν. Τον αγκάλιασαν ανακουφισμένες και χαρούμενες μπρος στους άλλους θαμώνες, δικαστικούς, καθηγητές και δασκάλους, υπαλλήλους, κάποιους ντόπιους. Τι να κάνει;. Άφησε το  καφενείο και τις πάει στο …απέναντι ζαχαροπλαστείο, το «κοσμικό», όπου κάθισαν μέχρις αργά οι τρεις. Ο χοντρούλης εξαφανίστηκε. Χωρίζοντας, του είπαν ότι ήθελαν να τον δουν και το άλλο απόγευμα-βράδυ. Ήθελαν να τον αποχαιρετήσουν. Έφευγαν. Ήθελε κι΄ αυτός καθώς αισθανόταν τρυφερά γι’ αυτές. Την άλλη ημέρα όμως ήταν Αξιωματικός Υπηρεσίας. Τους είπε ότι ήταν αδύνατο εξηγώντας τους τον λόγο.
Του πρότειναν να έλθουν αυτές με ταξί στη Μονάδα του. Τους άρεσε, είπαν, όλη η περιοχή με τη βλάστησή της και το ποτάμι που περνούσε κοντά της. Την  είχαν ιδεί απόγευμα όταν τις πέρασε από τη δημοσιά δίπλα στη Μονάδα. Ήθελαν πολύ να τον δουν. Τους εξήγησε ότι αυτό απαγορεύεται.
Βλέποντας την απογοήτευσή τους, ξαναμμένος τελικά κι’ ο ίδιος να τις δει,  τους πρότεινε μια μεσοβέζικη λύση. Να έλθουν  αργά το απόγευμα, με τη δύση του ήλιου μετά την υποστολή της σημαίας, συγκεκριμένη ώρα, όταν μετά από λίγο οι στρατιώτες θα αποσύρονταν, άλλοι στις σκοπιές τους και άλλοι στους θαλάμους τους. Τότε θα έβγαινε από την πύλη. Θα έλεγε στον αλφαμίτη, παιδί απόλυτα αφοσιωμένο σ’ αυτόν, ότι πάει βόλτα στο ποτάμι για να ξεσκάσει. Αν κάτι συμβεί, να στείλει αμέσως κάποιον να τον βρει. Συνήθως δεν συνέβαινε τίποτε.
Φωτό του 2011 από την είσοδο της Μονάδας, εγκαταλειμμένης από πολλά χρόνια..(Φωτό από.. Internet.). Αριστερά η σκοπιά του Α.Μ και η άκρη θαλάμου οπλιτών. Απέναντι το ΚΨΜ, αριστερά του τα γραφεία..
Έτσι και έγινε. Δεν πέρασαν δέκα λεπτά από τότε που κατέβηκε στη δημοσιά και να οι κοπελιές έρχονταν έχοντας αφήσει το ταξί λίγο πιο πίσω. Φορούσαν φουστίτσες και πουκαμισάκια, παπουτσάκια αθλητικά, «κουνιστές και λυγιστές», φρέσκες και μυρωδάτες, χαρωπές για την περιπέτεια. Ο ίδιος φορούσε τη στολή του αγγαρείας. Στον ταξιτζή είχαν πει να έλθει μετά μιάμιση ώρα και να τις περιμένει στο ίδιο μέρος που τις άφησε. Αν δεν τις  εύρισκε σε πέντε λεπτά, να έφευγε και να ξαναερχόταν μια ώρα μετά. Ολόκληρος σχεδιασμός.
Είχε σουρουπώσει. Πέρασαν την δημοσιά προς την όχθη του ποταμιού, μέσα στην οργιαστική βλάστηση. Ακολούθησαν το γνωστό του μονοπάτι των στρατιωτών που πήγαιναν για ψάρεμα στην όχθη του. Η φεγγαράδα φώτιζε τα πάντα. Μαγεμένες, έβλεπαν τα νερά του ποταμιού ν΄ ασημίζουν, το θαύμα της βλάστησης. Περιβάλλον δροσερό μέσα στη ζέστη. Σύντομα, σε μέρος με χαμηλό χορτάρι που λες και τους καλούσε να καθίσουν για να βλέπουν τα νερά, ξάπλωσε και τεντώθηκε, σταυρώνοντας τα χέρια του  κάτω από το κεφάλι, σαν μαξιλάρι. Πίσω, αριστερά και δεξιά, καλύπτονταν από πυκνούς θάμνους και δένδρα.
Σαν να έδωσε το σύνθημα, αμέσως ξάπλωσαν δίπλα του, κολλητά του, αριστερά και δεξιά του. Τραβώντας η κάθε μια από ένα χέρι του, το έβαλαν προσκέφαλο κάτω από τα κεφαλάκια τους. Άρχισαν το παιχνίδι.
Άναψαν τσιγάρο μετά κι’ αυτές παρόλο δεν κάπνιζαν. Απολάμβαναν ησυχία, συντροφικότητα, την αναμονή στη φεγγαράδα, νοιώθοντας  πρωτόπλαστοι σε  Παράδεισο.
Μια αγριοφωνάρα γεμάτη πάθος από μίσος τα χάλασε όλα. Πάσχισαν να καλυφθούν:
-      Ανθυπολοχαγέ!. Εγκαταλείπεις τη θέση σου γι΄ αυτές τις  πουτάνες. Αύριο πάω στη Μεραρχία. Θα σε καρφώσω!
Τον αναγνώρισε. Δεν χρειαζόταν και πολύ. Η φαλάκρα του γυάλισε στη φεγγαράδα παρόλο πίσω απ’ τους θάμνους. Καθώς ήταν στα μέτρα του, όρμησε να τον προφθάσει. Αυτός το ‘βαλε στα πόδια προς τη δημοσιά. Πρόλαβε τα πίσω φώτα του αυτοκινήτου του καθώς ξεκινούσε φουλαριστός επιστρέφοντας στη κωμόπολη.
Οι κοπέλες έφτασαν πίσω του αναστατωμένες. Χωρίς να καταλάβουν τίποτε απ’ αυτά που ξεφώνισε ο φαράκλας, ούτε καν ποιος ήταν, εύκολο τους ήταν ν΄ αντιληφθούν πως ήσαν δυσάρεστα για τον Νικόλα.
Ήταν ανήσυχος. Το μίσος του χοντρούλη ήταν φανερό. Άσχετα με τη ζημιά που τους έκανε, ήξερε ακόμα πόσο κακό μπορούσε να του κάνει. Έκρυψε την ανησυχία του καθώς περίμεναν κι’ οι τρεις το ταξί με τις πλάτες σ’ ένα τεράστιο επίπεδο κεκλιμένο βράχο. Οι αποδείξεις της συγκίνησή τους περίσσευε.
Χωρίσανε δίνοντάς του διευθύνσεις στη Ν.Υ., καλώντας τον να τις επισκεφτεί, να μείνει μαζί τους όταν τελειώσει την θητεία του.
Φορτισμένος, μόλις έφυγαν, πάει στο εξωτερικό τηλέφωνο και παίρνει τον φίλο του τον μόνιμο εξ εφέδρων, τον ντόπιο, τον Βασίλη που ήταν δίπλα στον στρατιωτικό διοικητή της περιοχής. Ήξερε πως θα τον εύρισκε στο γραφείο του. Ο Βασίλης γνώριζε τους πάντες και τα πάντα. Του τα είπε όλα. Ήδη γνώριζε τη φιλία του με τις αμερικάνες. Του είχε μιλήσει γι’ αυτές και τον είχε ιδεί μαζί τους. Του περιέγραψε τι προηγήθηκε, το επεισόδιο με τον χοντρούλη και τα λόγια του. Ο Βασίλης τον καθησύχασε.
-        Μη στεναχωριέσαι!. Να δεις τι θα του κάνω. Τον ξέρω τι π….  είναι.
Την άλλη μέρα πρωί –πρωί ο Βασίλης τον παίρνει τηλέφωνο στη Μονάδα.
  • Έστειλα φαντάρο και μου τον έφερε μετά που με πήρες. Ήρθε χεσμένος.  «Ποιος νομίζεις ότι είσαι ρε βρομιάρη, του λέω, που τολμάς και απειλείς αξιωματικό;. Θα σε συλλάβω και θα βάλω Εσατζήδες  να σε κάνουν μαύρο στο ξύλο. Μας έκανες ρεζίλι και στις αλλοδαπές, τις αμερικάνες. Τι θα λένε ρε στην πατρίδα τους για μας;. Θα πάρω τον διευθυντή σου να σε διώξει». Αυτός χέστηκε. Άρχισε να ζητά συγνώμη, μόνο που δεν έκλαιγε. Μου είπε να σε παρακαλέσω να ξεχάσεις το επεισόδιο. Τον ρώτησα πως βρέθηκε στην περιοχή. Είπε ότι παρακολουθούσε τις αμερικάνες όσο βρίσκονταν στη κωμόπολη. Τις είδε που πήραν ταξί. Όταν ο ταξιτζής γύρισε, τον ρώτησε που τις πήγε. Αυτός του είπε πού τις άφησε προσθέτοντας ότι «ο ανθυπολοχαγός θα φάει καλά». Πάνω στη ζήλια του, ξεκίνησε με το αυτοκίνητό του, το παρκάρισε κάπου στη δημοσιά κοντά στη Μονάδα σου στο σκοτάδι κι’ άρχισε να ψάχνει στα μονοπάτια, μέχρι που σας ανακάλυψε.
Δεν έδωσαν συνέχεια. Και στη φύση του Βασίλη δεν ήσαν πράξεις σαν αυτές που απείλησε τον χοντρούλη για να τον φοβίσει. Μόνο που αυτός όταν  έβλεπε τον ένα ή τον άλλο, ξέστριβε όπως ο διάβολος στο λιβάνι.
Νίκος Δημητρίου Παπαδιονυσίου

Επιμέλεια-Ανάρτηση: Τάκης Ευθυμίου





Δεν υπάρχουν σχόλια: