TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Σάββατο, 21 Ιουλίου 2018

Το λίχνισμα τρου σιταριού


ΤΟ ΛΙΧΝΙΣΜΑ ΤΟΥ ΣΙΤΑΡΙΟΥ
[Του Γιάννη Αν. Σαντάρμη]
           Πηγή φωτο: https://www.google.com/search?q=λιχνισμα&safe 

       Βασίλεψεν ο αυγερινός και με το χάσιμό του,
στον ουρανό ο κορυδαλλός τη μέρα χαιρετάει,
την ώρ' αυτή την αυγινή και την περίκαλλη ώρα,
ξεπροβοδίζει τους βοσκούς, που τις κοπές σκαρίζουν,
τους νιους, που παν για πότισμα, στο δρόμο συντροφεύει,
                           τραβάνε οι κόρες για κλαρί, τραβάει κι αυτός μαζί τους
                           και μ' όμορφα λαλήματα και χαρωπά τραγούδια
και το ζευγά στ' αλώνι του γλυκά καλωσορίζει,
στ' αλώνι με το μάλαμα, με του σταριού το λιώμα.
Κι είναι τ' αλώνι διάπλατο, στρογγυλοκάμωτο είναι,
έχει τον πάτο πέτρινο, τα χείλια λιθαρένια,
έχει κι αυτόν τον τόπο του σε ψήλωμα κι αγνάντιο
κι όπως φυσά από το βουνό και ροβολάει ο αγέρας,
το κρούει το ροδοχάραμα, το κρούει το μεσημέρι,
το κρούει και το κοντόβραδο, όσο να φέξ' η μέρα.
Η μέρα φέγγει κι η αυγή και με το φώτισμά της,
πιάνει φτερό ο λιχνιστής, λιανό φρύγανο παίρνει
και τ' αμολά κι όπως αυτό φεύγει και κάνει πέρα,
του δίνει γνώρο πως περνά και πως φυσάει ο αγέρας
και με τ' αγεροφύσημα, αρχίζει το ξαχέρι.
Αδράχνει το ξυλόφτυαρο, αδράχνει το βουκούλι
και παίρνει από το μάλαμα κι από το λιώμα παίρνει,
παίρνει απ' τ' αλογοπάτητα κι αλωνισμέν' αστάχυα
και προς τα πάνω τα πετά, τινάζει το σιτάρι.
Αράδ'-αράδ' αναπετά, λιχνίζει αράδ'-αράδα,
αράδα και οι λιχνισιές, η μια πίσω απ' την άλλη,
παγαίνουν στον ανήφορο, στον ουρανό ανεβαίνουν,
που μοιάζουν λες σαν ξέμακρη ουρά αστεριού που πέφτει,
κι ανάγερ' ανταμώνεται κι ανάγερα φιλιέται
τ' αγέρι με το άχερο, τ' αγέρι με το στάρι.
Τ' άχερο, σαν ανάλαφρο κι άβαρο, αποτραβιέται,
αποτραβιέται με χορό, αποτραβιέται πέρα
και το σιτάρι, ολόγιομο και καλομεστωμένο,
κάν' ίσια κάτου κι έρχεται, γοργό στ' αλώνι πέφτει,
πέφτει στον καλοσάρωτο και τον καθάριο τόπο.
Κι όπως ο ήλιος τα σπυριά φωτοχτυπά απ' αγνάντια,
φέγγουν αυτά σαν µάλαµα, γυαλίζουν σαν ασήµι.
Κι όσο να κάτσει τ' άχερο κι  οσ'  ο πραχνός να πέσει,
απλώνει, απλώνει και σκορπά κι όσο σκορπά κι απλώνει,
σαν σύγνεφο λες φαίνεται και σαν αντάρα µοιάζει,
σαν σϋγνεφ' ολοκάτασπρο, σαν βαµπακάτη αντάρα
κι ετούτο τ' άσπρο σύγνεφο κι η αντάρα η αχυρένια,
κάνουν θολό τον ουρανό, κάνουν θολό τον ήλιο,
κάνουνε και το λιχνιστή κι αυτόν κουρνιαχτισµένο.
Λαµνί στ' αλώνι στρώνεται µακρόστενο το στάρι
κι όσο αυγαταίνουν οι φτυαριές, τόσο κι αυτό ψηλώνει,
στη µια στάρι πυργώνεται, στην άλλη τσαρατόρι.
Ακάλεστα παν κι έρχονται για σπόρους τα µυρµήγκια,
ακάλεστα και τα πουλιά στ' αλώνι χαµηλώνουν,
κάτι κι αυτά να πάρουνε, κάτι κι αυτά να κλέψουν.
Διαβαίνουν τα παιδόπουλα και στέκουν κι αγναντεύουν
και πότε στα λιχνίδια παν κ
αι τρέχουν από κάτου
και πότε πέφτουν στ' άχερα, χώνονται µες σ' εκείνα.
Σαν κόψει ο αγέρας µοναχά, παίρνει ο αφέντης ανάσα
και τότε η ζευγολάτισσα και τ' αλωνιού η σαρώστρα,
συχνογυρίζει το σωρό, τη στίβα φέρνει γύρα
και µε φοκάλι φουντωτό το στάρι λαγανίζει.
Είναι το λίχνισµα χαρά στου λιχνιστή τα χέρια,
χαρά 'ναι και στα µάτια του, που βλέπουν το σιτάρι
να λάµπει ανάερα στο στερνό το φως που βασιλεύει,
να λάµπει σαν λογάρι λες, ν' αστράφτει σαν χρυσάφι.
Κι εκεί που γέρνει στο βουνό και κρύβεται ο ήλιος
κι εκεί που λέει τον ύστερο σκοπό κι ο κατσουλιέρης
κι αφήνει πια τον ουρανό και πάει για να κουρνιάσει,
αφήνει το ξυλόφτυαρο κι ο γερο-ζευγολάτης.
Μεράδι βγάνει του παπά, µεράδι του πρεδάρη,
µεράδι και στους θεριστές, που κάνανε το θέρο.
Πλήθος περνάν περαστικοί,
πλήθοσ λόγια αγρικούνται,
άλλος για την καρπογονιά τρανή πως είναι λέει,
άλλος ζυγιάζει το σωρό πάνω από χίλια µόδια
παινολογά άλλος τα σπυριά τα ψωµωµένα κι άλλος
πόσων λογιώνε νοµατά στάρια έχει το σµιγάδι,
σιτάρι ασπροβέλιτσα, σιτάρι µαυραγάνι,
άλλο αρναούτι, άλλο γκρινιάς, σταφυλοσίταρο άλλο,
ντιβέτα, ερέτρια, κουτουρλιάς, θαλάσσα, κουαντέρνα,
ξαγώνι κι ανοιξιάτικο, ξαθέρι και ζελίτσα.
Κι ένας, κείθε διαβαίνοντας, στην ώρα, διακσνιάρης,
ανοί το ψωµοσάκι του, που το βαστάει στον ώµο,
και στο γεωργό αραδιάζει ευχές, ευχές και στην ξωµάχα,
για τον καρπό που δέχεται, το φίλεµα που παίρνει.
Χαίρεται ο δολιο-ζήτουλας, που φεύγει φορτωµένος,
χαίρεται κι ο γερο-γεωργός, καθώς λογιάζει ο νους του
πόσα ο καρπός θα βγει καδιά, πόσα η σοδειά καρδάρια
και πόσα µε το γέννηµα αµπάρια θα γιοµίσει.

Γλωσσάρι
αμπάρι, το= ξύλινο δοχείο με μεγάλη χωρητικότητα και με τρύπα στο κάτω μέρος, στο οποίο αποθηκεύεται το σιτάρι. 
ανοιξιάτικο, το= σιτάρι που σπέρνεται όψιμα, δίνει σε τρεις μήνες καρπό, σπέρνεται την άνοιξη, τριμήνι, ψιμόσταρο.
αρναούτι, το= σιτάρι με πυκνές αγάνες στο στάχυ, δίνει ψωμί νόστιμο κι αφράτο, το προζύμι του είναι ιδανικό στο εύκολο άνοιγμα των φύλλων για πίτες.
ασπροβέλιτσα, η= σιτάρι με άσπρα σπυριά, δίνει καλό ψωμί.
βουκούλι, το= ξύλινο φτυάρι με δύο ή τρία ή τέσσερα δόντια πλατιά μπροστά, κατάλληλο κυρίως κατά το πρώτο λίχνισμα του σιταριού στ' αλώνι, στο να εισέρχεται και να πιάνει μαζί με τον καρπό του σιταριού και τα άχυρα και τα τυχόν άσπαστα στάχυα, καρπολόγι, δικριάνι, τυχούλι, λιχνιστήρι.
γέννημα, το= το εισόδημα των δημητριακών καρπών, του σιταριού, του κριθαριού, του καλαμποκιού και άλλων.
γκρινιάς, 0= σιτάρι αγανόσταχο, τα σπυριά του είναι κοκκινόχρωμα.
γνώρος, 0= σημάδι αναγνώρισης, γνωριμία, είδηση.
διακονιάρης, 0= ζητιάνος, ψωμοζήτης.
Ερέτρια, η= σιτάρι με μαύρο σπυρί και μαύρο ψωμί, έχει κοντές αγάνες στο στάχυ.
ζελίτσα, η= σιτάρι με ψιλό σπυρί.
θαλάσσα, η= σιτάρι με αγάνες στο στάχυ και κίτρινα σπυριά, δίνει καλό ψωμί.
καδί, το= ξύλινο δοχείο, ευρύχωρο, για την τοποθέτηση καρπών ή για διάφορες χρήσεις.
καρδάρι (για καρπούς), το= δοχείο ξύλινο ή μεταλλικό, που χρησιμοποιείται σαν μέτρο χωρητικότητας για τα δημητριακά, που ισοδυναμεί με 10-12 οκάδες.
κατσουλιέρης, 0= το πουλί ο κορυδαλλός, μικρότερο απ' τη γαλιάντρα, έχει φτέρωμα ομοιόχρωμο με το έδαφος, ξανθό, που δύσκολα το διακρίνει κανείς σ' αυτό, το χαρακτηριστικό σημάδι του είναι μια μικρή φτεροδεσμίδα, σαν λοφίο (κατσούλα), που φέρνει επάνω στο κεφάλι, τρέφεται με σπόρους, νωρίς το πρωί κελαδεί χαρούμενα στον ουρανό, κατσουλέτρας, κατσουλάνι, σκορδιαλλός.
κοπή, η= το κοπάδι των ζώων.
κουαντέρνα, η= σιτάρι με άσπρα σπυριά, το ψωμί του μαλακώνει και σκάει.
κουρνιαχτισμένος, 0= σκονισμένος.
κουτουρλιάς, 0= σιτάρι χωρίς αγάνες στο στάχυ, κάνει άσπρο και νόστιμο ψωμί, αλλά σκάει.
κρούω = αγγίζω, πιάνω, φθάνω.
λαγανίζ(ι)= καθαρίζω το σιτάρι στ' αλώνι απ' τα κότσαλα με σκούπα φτιαγμένη από ειδικό φουντωτό φυτό, που λέγεται λαγανιά ή φοκαλιά, σαρώνω.
λαμνί, το= στενόμακρη λωρίδα από καρπό σιταριού, σε σχήμα ορθογώνιο τετράπλευρο και με μικρό ύψος, που σχηματίζεται από το σιτάρι κατά την πτώση του, όταν ο λιχνιστής το λιχνίζει με το φτυάρι στ' αλώνι, διαφέρει δε από το σωρό στο ότι αυτός είναι σχεδόν κυκλικός και έχει μεγαλύτερο ύψος.
λιχνίδι, το= οποιοδήποτε περιττό αντικείμενο, είτε άχυρο, είτε αγάνα, είτε ξεφλούδι, είτε   ξυλαράκι, αποτελεί σκουπίδι και πετάγεται έξω απ' τ' αλώνι, κατά το λίχνισμα του σιταριού.
λιχνίζω= απαλλάσσω το σιτάρι από το άχυρο με ειδικό φτυάρι και με τη βοήθεια του αγέρα στο αλώνι, ξαχερώνω, ξεχυρώνω.
λιχνισιά, η = η κίνηση του ειδικού φτυαριού που κάνει ο λιχνιστής για ν' αποχωρίσει το σιτάρι από το άχυρο με τη βοήθεια του αγέρα στ' αλώνι, ξαχερισιά, ξεχυρισιά.
λίχνισμα, το= αποχώρισμα του σιταριού από το άχυρο με ειδικό ξύλινο φτυάρι και με τη βοήθεια του αγέρα, στ' αλώνι, ξαχέρισμα, ξεχύρισμα, ξαχέρι.
λιχνιστής, 0= αυτός που αποχωρίζει το σιτάρι από το άχυρο με ειδικό φτυάρι και με τη βοήθεια του αγέρα στο αλώνι, ξαχεριστής, ξεχυριστής.
λιώµα, το= το µίγµα στο αλώνι, που αποτελείται από το σιτάρι και το άχυρο, µόλις γίνει το αλώνισµα, µάλαµα.
λογάρι, το= θησαυρός, χρυσάφι.
µάλαµα, το= βλέπε λέξη: λιώµα,
µαυραγάνι, το= σιτάρι µε άσπρα σπυριά, κάνει άριστης ποιότητας ψωµί, νόστιµο και µαλακό, οι αγάνες του σταχυού του είναι µαύρες.
µόδι, το= µέτρο µέτρησης καρπών, ένα µόδι αντιστοιχεί σε µισό κοιλό, ένα κοιλό αντιστοιχεί σε 24 οκάδες, 1.000 µόδια καρπός είναι 12.000 οκάδες.
ντιβέτα, η= σιτάρι µε µακρουλά ασπροκίτρινα σπυριά, ντιβές, ντιβέτι.
ξαγώνι, το= σιτάρι µε κοντό και χοντρό στάχυ, τα σπυριά του είναι κοκκινωπά και εξάγωνα, απ' όπου πήρε τ' όνοµά του.
ξαθέρι, το= σιτάρι µε σπυριά τετράγωνα.
ξαχέρι, το= το λίχνισµα του σιταριού, το αποχώρισµα δηλαδή του σιταριού από το άχυρο, ξαχέρισµα, ξεχύρισµα.
ξυλόφτυαρο (λιχνίσµατος), το= ξύλινο φτυάρι µε ένα µόνο πλατύ στόµα µπροστά, που χρησιµοποιείται για το δεύτερο λίχνισµα του σιταριού στ' αλώνι, αφού προηγουµένως αυτό απαλλαχθεί απ' τα πολλά άχυρα και τα περιττά ξένα σώµατα, φτυάρι, λιχνιστήρι.
πραχνός, 0= το ψιλό ψιλό άχυρο µαζί µε τη σκόνη στ' αλώνι, ύστερ' απ' τ' αλώνισµα ή το λίχνισµα του σιταριού, προύχνη, πραχνούδι, πράχνα, πραχνάδα.
πρεδάρης, 0= ο φύλακας των αµπελιών, ο αγροφύλακας.
σκαρίζω= βγάζω το κοπάδι των γιδοπροβάτων στη βοσκή.
σµιγάδι, το= µίγµα.
σταφυλοσίταρο, το= το πιο πλούσιο σε καρπό σιτάρι, το στάχυ του µοιάζει σαν σταφύλι σταυρωτό, συνυπάρχουν δύο ή τρία στάχυα µαζί, σταυρόσταρο.
στίβα, η = σωρός οµοειδών ή ανοµοιοειδών πραγµάτων µε ή χωρίς τάξη, στιβανιά, ντσύνα.
τσαρατόρι, το = σωρός από άχυρα.
φίλεµα, το = προσφορά σε είδος, φιλοδώρηµα.
φοκάλι, το = είδος σκούπας φτιαγµένης από ειδικό φουντωτό φυτό, που λέγεται φοκαλια ή λαγανιά, που χρησιµοποιείται στο καθάρισµα του σιταριού στ' αλώνι απ' τα κότσαλα, φόλι.

Επιμέλεια-Ανάρτηση: Ευθυμίου Τάκης




Δεν υπάρχουν σχόλια: