TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2011

Το παζάρι Υπάτης

ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΠΑΖΑΡΙ ΤΗΣ ΥΠΑΤΗΣ
[Νοσταλγικές εικόνες]
του Γιάννη Γ. Ρούσκα
(Το παλιό ξακουστό ετήσιο παζάρι της Υπάτης καθιερώθηκε από τα αρχαία χρόνια και παρουσίαζε πανελλήνιο χαρακτήρα. Φυσικό ήταν να συμμετείχαν και πολλοί χωρικοί της Δυτικής Φθιώτιδας, είτε ως παζαριώτες είτε ως πραματευές, γι’ αυτό το άρθρο που ακολουθεί  εμφανίζει άμεσο ενδιαφέρον και δικαιολογημένα κατέχει θέση σε τούτο το Ιστολόγιο )

Σπουδαίο εμπορικό κέντρο η Υπάτη πριν από τον πόλεμο, έσφυ­ζε από οικονομική ζωή. Στην Υπάτη συγκεντρώνονταν οι κάτοικοι από τα γύρω χωριά για να πουλήσουν τα προϊόντα τους και να κάνουν τα ψώνια τους στα μαγαζιά της. Σημαντικό ρόλο στην οικονομική της ζωή έπαιξαν το εβδομαδιαίο παζάρι της στην πλατεία κάθε Σάββατο και το μεγάλο τριήμερο ετήσιο παζάρι της. "Μεγάλη εμποροπανήγυρις και ζωοπανήγυρις Υπάτης", από 27-29 Σεπτέμβρη στα παραπήγματα στη Μηρά.Νύχτα ξεκίναγαν για το εβδομαδιαίο παζάρι της από τα χωριά τους οι χωρικοί για να μπάσουν νωρίς το πρωί στην Υπάτη. Τα ζώα τους φορτωμένα στάρι, καλαμπόκι» τουλούμια (δερμάτια) με τυριά και βουστίνες (τυριά από αποβουτυρωμένο γάλα), τενεκέδια με γλίνα (χοι­ρινό λίπος), τσιγαρίθρες (απομεινάρια τηγανισμένου χοιρινού λίπους), λουκάνικα, πατάτες. φασούλια, μαλλιά, κυδώνια και ξυνόμ'λα για να πουληθούν στο παζάρι, Κοφίνια με αυγά και κότες - κοκόρια με δεμέ­να πόδια συμπλήρωναν την εμπορική πραμάτεια.  

Στην οικονομική ανάπτυξη της Υπάτης ουσιαστικά συνέβαλε το ετήσιο παζάρι της. Αφίσες χρωματιστές με την πρόσκληση του Δημάρχου τοιχοκολλημένος σ’ όλη τη Στερεά και τη Θεσσαλία καλού­σαν τους παζαριώτες, εμπόρους και αγοραστές, στο μεγάλο παζάρι. Χιλιάδες οι παζαριώτες, συνέρρεαν στην Υπάτη από πολλά μέρη της Ελλάδος: Λιβαδιά: Θήβα, Χαλκίδα. Καρπενήσι, Ναύπακτο» Μεσολόγγι, Τρίκαλα. Λάρισα, Βόλο κ.ά,. Οι συναλλασσόμενοι συγκεντρώνονταν στη θέση "Μηρά", στα παραπήγματα. Πέτρινος μαντρότοιχος έκλεινε σε σχήμα τετράγωνο μεγάλη έκταση με είσοδο σε κάθε πλευρά και χαγιάτια (υπόστεγα) με κεραμίδια στο εσωτερικό του. Αυτά ήταν τα παραπήγματα. Άγνωστο πότε χτίστηκαν. Γνωστό είναι ότι γκρεμίστηκαν στη δεκαετία του ‘60 για να γίνει γήπεδο στη θέση του χωρίς να φωτογραφηθούν. Έξω από τον πέτρινο μαντρότοιχο πρόχειρες παράγκες σε χωρισμένες από το Δήμο θέσεις στέγαζαν πλα­νόδιους και ντόπιους εμπόρους, με ομοειδή εμπορεύματα στις ίδιες σχεδόν κάθε χρόνο θέσεις. Τα υπόστεγα και οι θέσεις έξω από το μαντρότοιχο, όπως και οι θέσεις στην πλατεία της Υπάτης, όπου μεταφέρθηκε το παζάρι μετά από το γκρέμισμα των παραπηγμάτων, νοικιά­ζονταν με δημοπρασία και εξασφάλιζαν στο Δήμο σημαντικά έσοδα.
Στα χαγιάτια των παραπηγμάτων στεγάζονταν τα εμπορικά με διάφορα υφάσματα (νιάουσες, ρετσίνες, ντρίλια, τσίτσια, αλατζάδες, ταφτάδες κ.ά.), με είδη προίκας (σεντόνια, προσόψια κ.ά.), με σκεπά­σματα (βελέντζες, φλοκάτες, μαντανίες, κιλίμια κ.ά.) με έτοιμα ρούχα και παπούτσια και με γυαλικά. Έξω από το μαντρότοιχο, στις παρά­γκες και τι δεν έβρισκες; Τουλούμια με τυριά και βουστίνες, μαλλιά άπλυτα και τ'λούπες (ξαμένα έτοιμα για γνέσιμο), τσουβάλια (σακιά) με κοκόσιες (καρύδια), τσάγαλα (αμύγδαλα), κάστανα, κυδώνια, ρόιδα, ξυνόμ'λα και καρούμπες (χαρούπια). Αλλού πάλι στη σειρά, ανοιγμένα τσουβάλια με φασόλια νεχωρίτικα ή καστανιώτικα, φακή, ρεβίθια από τη Γραμμένη, πατάτες και τριφυλλοσπόρια. Στις ίδιες πάντοτε θέσεις τα χαλκώματα: καζάνια. κακάβια, ταψιά, νταβάδες, τετζερέδια(κατσαρόλες), τηγάνια, χαβάνια (γουδιά), μύλοι του καφέ, λεγγέρια (πιάτα), τσ’κάλια (κανάτες), μαστραπάδες και κούτ'λες (κατσαρόλες με χερούλι). Παρακάτω οι τενεκιτζήδες με τα σάτσια (γάστρες), τα γκιούμια (τενεκεδένια δοχεία για νερό ή γάλα σε σχήμα μισού κυλίνδρου), ψήστες καφέ, καντηλοφάναρα, λαδίκες (δοχεία λαδιού), κλούβες (φανάρια για προστασία τροφών από τα έντομα), βιδούρια (μέτρα για σιτηρά), καρδάρες κ.τ,λ. Πιο πέρα τσουκάλια και κυπριά και κουδούνες με ξύλινες κουλούρες (περιλαίμια), σιδεροστιές, παλάντζες και καντάρια.
Ακολουθούσαν τσουβάλια με μαλλιά και ξαμένες τ ‘λούπες, ανέμες και λανάρια, φλοκάτες και μαύρα κι άσπρα βλάχικα υφάσματα του αργαλειού (απολυτά και δίμιτα). Τα είδη του αργαλειού έρχονταν στη σειρά: χτένια, αντιά, σαΐτες και μιτάρια. Στις θέσεις τους και τα πήλινα λαήνια (στάμνες), οι λαήνες (κιούπια) για τυριά, ελιές και τουρσιά, τα τσουκάλια για γιουβέτσια και γιαούρτια και οι γαβάθες σε διάφορα μεγέθη. Πιο κει ξύλινες νεροβάρελες, κάδες με τον κόπανο, τσίτσες, σκαφίδια, γουδιά, ρόκες με κεντίδια, γκλίτσες, κουτάλες, αδράχτια και σφοντύλια. Ακόμη σταροκόσκινα, καλαμποκόσκινα και σίτες ψιλές και χοντρές, καλαμάρια, σπάγγοι, τριχιές, λιτάρια, βιομηχανικά εργαλεία κάθε προέλευσης και χρήσης: τανάλιες, σκεχάρνια, βαριοπούλες και σφυριά, γεωργικά εργαλεία κάθε είδους: τσαπιά, δικράνια, σκεπαρνιές, λιάτες (μικρά τσεκουριά), κοσιές, κλσδευτήρες, κόφτρες, αλέτρια και. σβάρνες. Τέλος, οι σαμαρά­δες με τα δικά τους είδη: σαμάρια από πλατανόξυλο με κεντίδια, ζώστρες, μπαλτίμια, ζυγούς, λαιμαργίες, ξυστριά, και ζυγκιά (αναβο­λείς). Και στην ίδια πάντοτε θέση ο Σωτήρης με το μελένιο φαρσαλινό χαλβά και το στραγαλοχαλβά για να δοκιμάζεις την αντοχή των δοντιών σου, που αν κουνιόταν κανένα έμενε μαζί με το χαλβά. Κι όλοι να διαλαλούν τα εμπορεύματα τους και να περιμένουν τους αγοραστές!
Στην ανατολική πλευρά, στην πλαγιά με τα πλατάνια, πρόχειρα στημένα καφενεία πρόσφεραν νερό με λουκούμι, βανίλια, κουραμπιέ­δες, γλυκά κουταλιού και γκαζόζες. Οργανοπαίχτες και πριμαντόνες με ντέφια συνόδευαν το ψητό αρνί και τα κοκορέτσι. Το γλέντι άναβε το βράδυ στα καφενεία της πλατείας που η περίσταση με τις κομπανίες (μουσικά συγκροτήματα) μετέτρεπε σε "κοσμικά" κέντρα, όπου τα ψητά αρνιά και τα αραχωβίτικα κρασιά (παλιότερα κρασιά της Υπάτης ατό τα «αμπέλια» που κατάλαβε ο Ξεριάς) έδιναν κι έπαιρναν και καιγόταν το πελεκούδι.
Από την πλευρά του βόρειου μαντρότοιχου μέχρι τα Αλποχώρι στο δρόμο της Αμαλώτας, τον Πουρνιά προς τη Λαδικού και τον Ξεριά προς τη Μπουγομύλ' (Αργυροχώρι) ξαπλωνόταν το ζωοπάζαρο. Χιλιάδες ζώα δεμένα στα παλούκια τους, βόδια, άλογα, φοράδες, μου­λάρια και γ'μάρια {γαϊδούρια) με την καλαμποκιά (κλωνάρι, αραβόσι­του) στο σαμάρι ή στο λαιμό (δείγμα πούλησης τους) περίμεναν αγο­ραστή. Ανάμεσα τους πρόχειρα τσαρδάκια (κατασκευές με κλαδιά) με εμπόρευμα απ' τα κήπια και τα γιούρτια: κρεμμύδια, φασουλάκια, ντομάτες, καρπούζια και σταφύλια. Κι ακόμα να τριγυρνάνε πλανόδιοι καλιγωτές (πεταλωτές) με πέταλα, καρφιά, ψαλίδια και σφυριά για να αλλάξουν "τα πέταλα" στα ζώα. Και παντού το "άγρυπνο" μάτι των φορατζήδων (ενοικιαστών του δημοτικού φόρου μεταβίβασης των ζώων), έτοιμο να πιάσει τη συναλλαγή και να βεβαιώσει την είσπραξη του φόρου.
Όλη αυτή η οχλοβοή και το ασταμάτητο πέρα-δώθε σταματούσε με μιας, μόλις φαινόταν κανένα συννεφάκι και όλα τα μάτια έστρεφαν στον ουρανό. Όταν έπιανε καμιά ξαφνική φθινοπωριάτικη μπόρα, τυχεροί ήταν μόνο όσοι είχαν την πραμάτεια τους στα χαγιάτια. Πολλές φορές εμπορεύματα παρασύρθηκαν και καταστράφηκαν από τη βροχή και ζώα πνίγηκαν από τα νερά του Ξεριά που ζωντάνευε ξαφνικά από την ορμητική κατεβασιά. Και την οχλοβοή διαδεχόταν σιωπηλή κατήφεια και άφατη θλίψη!
Ο γράφων, που με νοσταλγία θυμάται τη μεταπολεμική εποχή των παζαριών, όταν οι χαρούμπες ήταν το μοναδικό γλυκό, ο φαρσαλινός χαλβάς "επουσιώδης πολυτέλεια εν ανεπάρκεια", τα λαστιχένια παπούτσια από το παζάρι "αναγκαία εν επαρκεία πολυτέλεια", καθώς και τα αραδιασμένα στη σεντούκα του μύλου μας δερμάτια με τυριά προϊόν παζαριώτικης ανταλλαγής με καλαμπόκι από το μύλο, αισθάνε­ται υπερήφανος για τη γενέτειρα γη, όπως κάθε Πατρινός συμπατριώ­της.

Επιμέλεια-Ανάρτηση: Τάκης Ευθυμίου


Δεν υπάρχουν σχόλια: