TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2012

Το λίμπισμα

ΤΟ ΛΙΜΠΙΣΜΑ
[του Γιάννη Σαντάρμη]
 Ο Κώστας Λιασκώνης & η αρραβωνιστιακιά του Βάγια Ζαφείρη
σε φωτογραφία στην αυλή του μοναστηριού του Προυσσού το
1925, λίγες ώρες πριν απ' το περιστατικό με τους ληστές

Η Βάγια η Τσουκιώτισσα, αυτή η Ζαφειροπούλα,
του νιου Λιασκώνη η καλή, του Κώστα η συβασμένη,
είναι ψηλή, είναι λιγνή, φεγγαροπρόσωπη είναι,
έχει τα μάτια γαλανά, τα φρύδια σα γιοφύρια,
φοράει στα ολόξανθα μαλλιά πανώρια καρφοδέλα
και την οχιά την παρδαλή γιορντάνι στο λαιμό της.
Αστράφτει το γελέκι της, σπιθάν τα πιλιτζίκια,
λάμπει τ’ ασημοζώναρο με το θηλυκωτάρι,
κρέμεται η καμουζέλα της με τα πολλά λαγγιόλια,
βροντάν ταλύσια στην ποδιά, τα χαϊμαλιά στο στήθος,
βροντάν και τα τσαρούχια της τα καρφοπεταλάτα,
καθώς πατάνε το ζυγκί και το φαρί φτερνίζουν.
Τη στράτα πήρανε και πάν οι δυο αρραβωνιασμένοι,
καβάλα ο Κώστας στάλογο, σε μούλα απάνω η Βάγια,
η Βάγια μέσα στα πλουμιά, μες στάρματα του ο Κώστας,
βράδυ κάνουνε στον Προυσσό, πρωί στη Χελιδόνα
και μες στο χάνι του Μπαλτά για γιόμα ξεπεζεύουν.
Τ’ άλογα δένουν στην αυλή, στο καπελειό ανεβαίνουν.
- Φέρε μας, χανιτζή, φαγί, φέρε κρασί να πιούμε.
Φέρνει ο Μπαλτάς χιονόκοτες, πέρδικες κουβαλάει,
φέρνει κι ένα γλυκό κρασί και δωδεκαχρονίσιο.
- Κώστα μου, βγάνε τ’ άρματα και τα βαριά κουμπούρια
κι ακούμπησέ τα πλάγι σου, μην τα βαστάζεις κρόκο,
μια ψίχα για ν’ αλαφρωθείς, να φας, να ξεδιψάσεις.
- Βάγια μου, εδώ περνάν κακοί, μπαίνουν αρματωμένοι,
βαρούνε και λογαριασμό δε δίνουν σε κανέναν.
Τα λόγια του δεν πρόκαμε για ναποσώσει ο Κώστας
και μες στο χάνι μπαίνουνε Παρούσης και Μανσόλας,
Παρούσης κλέφτης στα βουνά, Μανσόλας στα δερβένια,
όπου τους σκιάζεται ο ντουνιάς, που τους φοβάται ο κό­σμος.
Σένα σοφράναι ο Κωνσταντής, σένα σοφρά κι η Βάγια
και σε τραπέζι άλλο πιο εκεί κι αγνάντια σάλλη τάβλα
αντάμα τρων και πίνουνε Παρούσης και Μανσόλας,
Παρούσης απτη μια μεριά, Μανσόλας απτην άλλη.
Ο Κώστας είναι ο αυγερινός, η Βάγια είναι η πούλια,
λάμπει η πούλια κι ολόβολο το καπελειό ένα γύρα
χωρίς καντήλα φέγγει λες, χωρίς φέξο φωτιέται,
χωρίς αργυρολύχναρο στραφτοκοπάει σαν ήλιος.
Την πούλια τη φωτόχυτη τη χιλιοζηλεμένη
Παρούσης τη θιαμαίνεται, Μανσόλας την τηράζει,
θιαμαίνονται τη νιότη της, τηράν την ομορφιά της.
- Μπαλτά, για κέρνα τα παιδιά, κέρνα το νιο ζευγάρι.
Το μαστραπά ο χατζής αρπά, κρασί μια οκά τους πάει.
Το διάγγι πίνει ο Κωνσταντής, το διάγγι πίνει η Βάγια.
- Κέρασε πάλι τα παιδιά, κέρασε το ζευγάρι.
Πάει κι έρχεται ο χανιτζής με το κρασί στο χέρι,
μα ο Κώστας πανηρεύεται και κρυφοσυλλογάται
πως παν να τον μεθύσουνε, να πάρουν την καλή του.
Καλεί κοντά του το χατζή και προσταγή του δίνει.
- Μπαλτά, για κέρνα τα παιδιά, κέρνα τα παλικάρια,
να ζήψουν μια, να ζήψουν δυο, να ζήψουν τρεις οκάδες.
Να τους κεράσω σκιάζομαι, κρασί να πάω ντιριέμαι,
τι αυτοίναι κλέφτες ζάβαλοι, ρίχνουν και με σκοτώνουν.
Σύρε και πές τους, χανιτζή, σύρε και μήνυσε τους
πως τους κερνάει ο Κωνσταντής, του Κίτσου του Λιασκώνη
ο γιος, πουναι στης Αίγινας τις φυλακές σοβίτης!
Γροικά ο Μπαλτάς από ποια ο νιος γονοκρατιέται φάρα
και ράγι τότε κάνει του κι αλλιώς τον κουβεντιάζει.
Α! τώρα, καπετάνο μου, να πάω να τους ποτίσω,
να πάω με μια, να πάω με δυο, να πάω με τρεις οκάδες.
Τρεις μαστραπάδες παίρνει αυτός, κρασί τους πάει γιομά­τους.
- Παιδιά, κερνάει ο Κωσταντής, του Κίτσου του Λιασκώνη
ο γιος, που 'ναι στης Αίγινας τις φυλακές σοβίτης.
Εκείνοι τα’ αφουγκράζονται και ταραχή τους πιάνει.
Απλώνει τότε ο Κωσταντής το χέρι στο σελάχι,
τραβάει το βαριοκούμπουρο και τρεις σπαλιόρες ρίχνει,
τους μαστραπάδες σπάει ευτύς, τους τρεις αράδα-αράδα.
Απ’ το πολύ το κιότεμα κι απ’ το πολύ βροντίδι,
απ’ το παράθυρο έδωσαν Παρούσης και Μανσόλας!
Τρέχει κι απ’ το παράθυρο τους κουμπουριάζει ο Κώστας
κι αυτοί στη σάρα του βουνού, στο πλάι της Χελιδόνας
ανακολάν και πιλαλάν και χάνονται και πάνε.
Το Χάνι του Μπαλτά
(Πηγή φωτο: Σπύρος Ι. Μαντάς)
Γλωσσάρι
αλύσι (ποδιάς), το = η κάθε μια σειρά από τις επίχρυσες ή ασημένιες αλυσίδες που, πιασμένες απ’ την πόρπη της ζώνης κι από μια της κόπιτσα στα δεξιά, καμπύλωναν χαριτωμένα ως κάτω και στόλιζαν τη γυναικεία ποδιά.
γιορντάνι, το = περιδέραιο.
δερβένι, το = στενός δρόμος ή πέρασμα ανάμεσα σε βουνά.
διάγγι, το = παλιό κρασί.
ζάβαλος, ο = δύστροπος, ανάποδος.
ζήβω =πίνω, ρουφώ.
ζυγκί, το = μεταλλικό ημικύκλιο που κρέμεται με λουρί απ’ τη σέλα και χρησιμεύει στον καβαλάρη για αναβατήρας στο άλογο.
θηλυκωτάρι, το = πόρπη μεταλλική ή αργυρή ή χρυσή που, τοποθετημένη μπροστά για στόλισμα, ενώνει τις δυο ά­κρες της γυναικείας ζώνης, θηλυκωτήρι, κλειδωτάρι ή κλείδωμα, κομποθηλιά.
θιαμαίνομαι = μου φαίνεται άξιο απορίας και θαυμασμού, θαυμάζω.
καρφοδέλα, η = συγκρότημα μεταλλικό με τουρλωτό σχήμα από μικρά συνδεδεμένα αντικείμενα και με μυτερή βε­λόνα, 10-12 εκατοστών, που περνιέται στα γυναικεία μαλλιά και χρησιμοποιείται για κόσμημα, κεφαλοκαρφίτσα, καρφοβελόνα.
κιότεμα, το = δειλία, φόβος, ατολμία.
κρόκος, ο = «ταχει κρόκο τάρματα», λέγεται ο λόγος αυ­τός για τον οπλίτη που έχει έτοιμο τον οπλισμό του για επίθεση ή άμυνα.
λαγγιόλι, το = η κάθε δίπλα της φουστανέλας, το λοξό φύλ­λο της σεγκούνας ή του φουστανιού, μπουγιέτα, πτυχή, λόξα.
Λιασκώνης Κώστας = κάτοικος απτην Τσούκα, ορεινό χω­ριό της δυτικής Φθιώτιδας, και θείος μου από τη γυναίκα του Βάγια Λιασκώνη, το γένος Γεωργίου Ζαφείρη, η ο­ποία ήταν αδερφή της μάνας μου. Ο Κώστας Λιασκώνης πήγε με την αρραβωνιαστικιά του Βάγια, το έτος 1925, στο μοναστήρι του Προυσσού, στις 23 Αυγούστου που γιορτάζει. Πήγαν καβάλα ο Κώστας σάλογο, ντυμένος την πατροπαράδοτη φουστανέλα και αρματωμένος στο σελάχι με ταασημοκούμπουρα, καβάλα κι η Βάγια σάλ­λο άλογο, φορώντας κι αυτή την παραδοσιακή τοπική στολή, το κεντημένο γιλέκο, τη ζώνη στη μέση με το θηλυκωτήρι (πόρπη), την πολυλαγγιολάτη φούστα, τα τσουράπια και τα φουντωτά τσαρούχια, κρατούσε ακό­μα καλοκαιρινή ομπρέλα για τον ήλιο, κι όπως ήταν ψη­λή, λεπτή με ξανθοκάστανα μαλλιά, με μάτια γαλανά και πάρα πολύ όμορφη στο πρόσωπο, έλαμπε, πράγμα­τι, σαν αστέρι. Αφού τελείωσε η γιορτή, έφυγαν την κυριώνυμη μέρα οι μνηστευμένοι και φτάνοντας στο χάνι του Μπαλτά, που βρίσκεται κοντά στη μονή, στην πλα­γιά της Χελιδόνας, στάθηκαν εκεί, να ταΐσουν τάλογα, να φάνε και να ξεδιψάσουν κι οι ίδιοι. Στην απέναντι γωνιά απτο τραπέζι τους κάθονταν κι έπιναν μαζί δυο ονομαστοί ληστές της Φθιώτιδας, ο Παρούσης κι ο Μανσόλας, γενειασμένοι κι αρματωμένοι. Τα μάτια τους έ­πεσαν αμέσως στη νέα γυναίκα, στη Βάγια, στην αρρα­βωνιαστικιά του Κώστα Λιασκώνη, τον οποίο οι ληστές δε γνώριζαν, αλλούτε κι αυτός τους ήξερε. Η τόση ο­μορφιά της, τους έκανε να την ορεχτούνε κι άρχισαν να καταστρώνουν σχέδιο. - Κέρνα, λένε στον Μπαλτά, από λόγου μας το ζευγάρι μια οκά κρασί. Δέχτηκαν οι αρρα­βωνιασμένοι το σκόπιμο κέρασμα των ληστών και το ήπιανε, αφού προηγουμένως είχαν πιει και μια οκά κρασί απτη δική τους παραγγελιά. Στη συνέχεια οι ληστές, α­φού έγινε καλόδεχτο το πρώτο κέρασμα τους, στείλανε με το χανιτζή κι άλλη οκά κρασιού στους δυο νέους. Ο Κώστας Λιασκώνης, τότε, κατάλαβε πια ότι με το δεύτε­ρο κέρασμα του κρασιού αποσκοπούσαν οι ληστές να τον μεθύσουν και κατόπιν, αφού αυτός θα είχε χαμένες τις αισθήσεις του, χωρίς καμιά αντίσταση, να πάρουν την αρραβωνιαστικιά του και να φύγουν. Εφάρμοσε κι αυτός άλλο πράγμα. Διάταξε αμέσως, χωρίς να χάσει χρόνο, τον Μπαλτά να πάει στους ληστές τρεις οκάδες κρασί, κέρασμα τώρα αυτό δικό του. - Πώς να το πάω, παλικάρι μου, το κρασί, αυτοί είναι ληστές που τους τρέμει όλος ο κόσμος, είναι ο Παρούσης και ο Μανσόλας, και μπορεί να το κακοπάρουν το κέρασμα και να ρί­ξουν και να με σκοτώσουν. - Τράβα, Μπαλτά, τον πρό­σταξε ξανά ο Κώστας Λιασκώνης, το κρασί και πες τους πως τους κερνάει ο γιος του Χρήστου Λιασκώνη, του σοβίτη στις φυλακές της Αίγινας! - Ε, τότε, καπετάνο μου, να το πάω! είπε ο χατζής και κοίταξε πατόκορφα με θαυμασμό και εκτίμηση τον αρματωμένο νέο, μαθαί­νοντας τώρα πως είναι το παιδί του Χρήστου Λιασκώνη, που είναι φυλακισμένος για όλη τη ζωή του στις φυλακές της Αίγινας. Υπακούοντας, ο Μπαλτάς πήγε τρία οκάρικα πήλινα δοχεία με κρασί στους ληστές, τους οποίους πληροφόρησε ποιος είναι αυτός που τους στέλνει με τη σειρά του το κέρασμα. Ύστερα ακούμπη­σε τους μαστραπάδες και τραβήχτηκε. Ακούοντας αυτοί τόνομα του ισοβίτη στις φυλακές της Αίγινας Χρήστου Λιασκώνη, ταράχτηκαν, σκεφτόμενοι ότι θα βρει τώρα ευκαιρία ο γιος του να τους σκοτώσει και να πάει τα κε­φάλια τους, όπως ίσχυε τότε, στην Κυβέρνηση για αμνήστευση του πατέρα του. Και, χωρίς να προφτάσουν να κάνουν τίποτε, ούτε ακόμα να ρίξουν μια ματιά σαυ­τό το θαρραλέο παλικάρι, που τους έστελνε να πιούνε υποχρεωτικά το κέρασμα του κρασιού, ο Κώστας Λιασκώνης, γρήγορος όπως ήταν και άριστος σκοπευτής, τράβηξε το γεμάτο κουμπούρι απτο πλευρό του και έναν-έναν σπάει τους μαστραπάδες στη σειρά! Δεν ήθε­λε να τους σκοτώσει... Θέλησε μόνο να τους φοβίσει, να πάρουν τα μάτια τους, να σηκωθούν να φύγουν, να γλυτώσει απτα χέρια τους τη μνηστή του. Οι δυο λη­στές, βλέποντας τα δοχεία του κρασιού που έσπασαν απτις αντίπαλες σφαίρες τόσο γρήγορα και τόσο αλάθευτα, κιοτεμένοι, αντί να αντιδράσουν, όπως θα περί­μενε κανείς να κάνει η εκδικητική θηριωδία τους, πηδά­νε έξω απτο παραθύρι του χανιού και κατρακύλησαν στην απότομη κατηφορική πλαγιά του βουνού, για να σωθούν! Τρέχει στο ανοιχτό παράθυρο ο Κώστας Λιασκώνης και ρίχνει με το κουμπούρι πίσω τους, όχι να τους πετύχει και να τους σκοτώσει, αλλά ρίχνει στον α­έρα, να τους τρομάξει και πάλι ακόμα πιο πολύ. Έπειτα από καιρό, ξαναπέρασε ο Κώστας Λιασκώνης απτο χάνι κι ο Μπαλτάς, αφού τον ευχαρίστησε πάλι για την απαλλαγή του απτη ληστρική μάστιγα, του είπε πως έχουν χρόνια να πατήσουν οι δυο ληστές στο χάνι του, από τότε που έγινε το επεισόδιο εκείνο.
λίμπισμα, το = επιθυμία, πόθος, λαχτάρα.
μαλλίνα, η = υφαντό φουστάνι με δίπλες που φοριόταν από τη μέση και κάτω.
μαστραπάς, ο = μεταλλικό ή πήλινο δοχείο με λαβή στο πλάγι και περισφιγμένη τη μέση που χρησιμοποιείται σαν ποτήρι για την τοποθέτηση κρασιού ή νερού.
μούλα, η = θηλυκό μουλάρι.
ντιριέμαι = ντρέπομαι, επιφυλάσσομαι, δεν τολμώ για κάτι.
πιλιτζίκι, το = βραχιόλι.
ράγι, το = υποταγή, προσκύνηση.
σάρα, η = χαλικότοπος σε πλαγιά που τροφοδοτείται με πέ­τρες κάθε μεγέθους από την αποσαράθρωση των υπερ­κείμενων βράχων.
σελάχι, το = πέτσινη ή υφαντή φαρδιά ζώνη με θήκες για κουμπούρια, μαχαίρια, χρήματα κι άλλα μικροαντικείμε­να, σελαχλίκι, κεμέρι.
σοφράς, ο = στρογγυλό και χαμηλό ξύλινο τραπέζι φαγη­τού γύρω από το οποίο κάθονται αυτοί που τρώνε.
σπαλιόρα, η = πυροβολισμός με κουμπούρα, πιστολιά.
συβασμένη, η = η μνηστή, αρραβωνιαστικιά.
φάρα, η = γένος, σόι, οικογένεια, φυλή.
φαρί, το = άλογο.
φέξος, ο = λυχνάρι, φως.
φτερνίζω = χτυπώ και κεντώ με το σπιρούνι (οδοντωτό με­ταλλικό αστερίσκο) το άλογο, να επιταχύνει το βήμα του, σπιρουνιάζω.
χαϊμαλί, το = αντικείμενο ιερό που φέρνει κανείς επάνω του με σκοπό να τον προφυλάγει από κινδύνους, φυλαχτήρι.
χιονόκοτα, η = ολόλευκη αγριόκοτα με μαύρη μύτη και ου­ρά που ζει στις κορυφές των βουνών, ιδίως της Οίτης, βουνοχιονόκοτα.
ψίχα, η = ελάχιστη ποσότητα από ένα σύνολο, λίγο.

Πηγή: «ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΣ», Μάιος – Ιούνιος 1995
Επιμέλεια-Ανάρτηση: Τάκης Ευθυμίου


3 σχόλια:

ΕΥΡΥΤΑΝΑΣ ΙΧΝΗΛΑΤΗΣ είπε...

Γλυκόπιοτη η διήγηση σαν το κρασί του γερο Μπαλτά.
Να είσαι καλά συμπατριώτη.

Τακης είπε...

Τα εύσημα ανήκουν στον φίλτατο και ανεξάντλητο Γιάννη Σαντάρμη.
Να είμαστε όλοι καλά και θα τον απολαμβάνουμε συχνά αγαπητέ γείτονα Ευρυτάνα! Μου έχει εμπιστευθεί αρκετό υλικό πέραν από τη συνεργασία μας, το οποίο κατά καιρούς θα δημοσιεύω.

Ελένη Σαντάρμη είπε...

Τα καλά σας λόγια με μεθούν κι εμένα, σαν το ποιητικό κρασί, όταν συνέθετα το εν λόγω ποίημα με τα ιδιόλεκτα, που ήταν ένα κοινωνικό γεγονός της ένοπλης εκείνης εποχής. Τα πρωταγωνιστικά πρόσωπα των αρραβωνιασμένων είναι συγγενικά μου, η μνηστή ήταν αδελφή της μάνας μου.
Ο συγγραφέας
Γιάννη Αν. Σαντάρμης