TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2012

Μικρό Χωριό Ευρυτανίας

Μικρό χωριό Ευρυτανίας
(Το ειδύλλιο και το πένθος)
του Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου
Η καταστροφή…
 
..και η αναγέννηση του χωριού

Η δίδυμη πολιτεία, το Μικρό και το Μεγάλο Χωριό, βρίσκεται στο δρόμο, που οδηγεί από το Καρπενήσι στο μοναστήρι το μεγαλώνυμο του Μπρουσσού. Μια θάλασσα βουνό, που όσο ψηλώνουν τόσο ανοίγονται, που αλαφροκυματίζουν μέσα στο πολύ φως, ένα φροντιστήριο αναχωρητισμού, όπου οι ψυχές μαθαίνουν να συλλογιούνται. Τα φαράγγια είναι γεμάτα νερά, στις πλαγιές κατηφορίζουν τα έλατα, η ορεινή χλωρίδα η ακηλίδωτη. Διατηρώ πολύτιμες μνήμες από πολλά περάσματα. Μια μικρή ανταύγεια παραδείσου. Ο κόσμος εκεί πάνω είναι φιλέρημος, λιγοστός και γυμνός, ένας κόσμος αέναα στερημένος, που έχει συνηθίσει να πορεύεται με το τίπο­τε. Οι μεγάλες πολιτείες βρίσκονται πολύ μακριά, πίσω από τα τείχη των βουνών. Ο πάταγος τους, η θεαματική φωταψία τους αχρηστεύεται στο διάστημα.

Η πρώτη μου εντύπωση είναι μια εντύπωση ειδυλλί­ου. Έτσι συλλαμβάνει το τοπίο και τον άνθρωπο της μο­ναξιάς ο περαστικός που έχει συγκομίσει μέσα τον ανυ­πόφορο κάματο από την καθημερινή τύρβη, που δεν έχει τον καιρό και τον τρόπο να στοχασθεί τα ενδότερα. Φέρ­νει την εικαστική του όραση αντίκρυ στην εικονογραφη­μένη ζωή της ύπαιθρης γης. Η ηλικιωμένη γυναίκα, που σκαρφαλώνει στις απότομες γιδόστρατες, φορτωμένη το δεμάτι τα ξύλα και ο ράθυμος βοσκός, που παρακο­λουθεί το μικρό του κοπάδι στηριγμένος στη γκλίτσα του και το κορίτσι, που επιστρέφει από τη βρύση με το όρθιο λαγήνι στο κεφάλι, αντιπροσωπεύουν γραφικότητες που τις έχει λεηλατήσει η ηθογραφία. Αλλά το δεμάτι στην κυρτωμένη ράχη δεν παύει να έχει και το υλικό του βά­ρος. Και το λαγήνι επίσης. Και το κοπάδι είναι μια αστα­μάτητη αγωνία για το βοσκό. Πίσω από το ειδύλλιο πολύ συχνά υπάρχει η τραγωδία. Αυτό δεν ισχύει μονάχα για την Ευρυτανία. Ισχύει, λίγο ως πολύ, για όλη την ύπαιθρη Ελλάδα. Κι όταν έρχεται ο βουνήσιος χειμώνας, οι μέρες γίνονται δυσκολότερες και οι νύχτες πικρότερες. Πολλές φορές από τα απομονωμένα χωριά, από τους ανυπε­ράσπιστους οικισμούς έρχονται στις πολιτείες εκκλή­σεις, διαμαρτυρίες, παράπονα. Ακόμη και για ένα κομμά­τι ψωμί. Για ένα δάσκαλο. Για μια ρεματιά, που πρέπει να πάρει τον ίσιο δρόμο, για να γίνει ευεργετική αντί να προκαλεί ζημιές. Για ένα γεφύρι. Οι άνθρωποι της μονα­ξιάς είναι από τη φύση τους ολιγαρκείς. Έχουν μάθει να ελπίσουν ανέσεις, που οι άλλοι, οι άνθρωποι των μεγά­λων κέντρων, τις θεωρούν αυτονόητο δικαίωμα τους,

Αλλεπιτέλους! Είτε έτσι είτε αλλιώς, κάπως βολεύ­εται η ζωή. Ο χειμώνας είναι σκληρός, αλλη άνοιξη συ­χνά είναι πρόωρη και το καλοκαίρι γεμάτο δροσερό φως. Και να που έρχεται η καταστροφή! Ένας αιφνίδιος σπα­σμός των εγκάτων και το ελατόφυτο βουνό θρυμματίζε­ται και πέφτει επάνω στα μικρά αγαθά των ανθρώπων, και γκρεμίζει τα σπίτια και σκοτώνει όσους βρίσκει στην απροσδόκητη κάθοδο του. Εξήντα σπίτια. Δεκατρείς νε­κροί. Οι αριθμοί δεν προκαλούν τον πανικό, όπως σάλλες περιπτώσεις καταστροφών. Αλλά πόσο ήταν το Μικρό Χωριό, για να μπορέσουν να του λείψουν τα εξήντα σπίτια, χωρίς περί­που να το πάρει είδηση;

Αυτή η καταστροφή με κάνει να συλλογί­ζομαι, πως είμαστε οι ανήσυχοι κάτοικοι ενός ανήσυχου τόπου. Σε κάθε μας βήμα ενεδρεύει το απροσδόκητο, αυ­τό το απροσδόκητο, που είμαστε κι εμείς οι ίδιοι. Πότε θρηνούμε τα νησιά του Ιονίου, πότε την κατασπαραγμένη Σαντορίνη, πότε την Κορινθία, πότε τη Μαγνησία, πότε την άλλη Ελλάδα. Περπατούμε επάνω σε μιαν άστατη επιφάνεια. Από κάτω δουλεύουν οργισμένες δυνάμεις. Είναι το πνεύμα της τραγωδίας, που αγρυπνεί έτοιμο να δηλώσει, μόλις διαμορφωθούν οι κατάλληλες συνθήκες, την παρουσία του. Εδώ ανοίγονται χάσματα, εκεί κλυδωνίζονται τα βουνά. Έτσι από τη μια στην άλλη στιγμή, χω­ρίς προετοιμασία, βρισκόμαστε στο χείλος της αβύσσου, στα κράσπεδα της τρομαχτικής αβεβαιότητας. Η γη μας είναι πολύ άμορφη. Κι έχει, πικρό αντιστάθμισμα, τη μοί­ρα της ομορφιάς. Μια ιδιαίτερη γεύση, μια γεύση ματαιό­τητας. Εζήσαμε χιλιάδες χρόνια με τούτη τη γεύση στα χείλη, Στους πρώτους καιρούς μέσαπό τις απροσδόκη­τες καταστροφές εβλάσταιναν οι μύθοι. Έπειτα οι κατα­στροφές έγιναν ιστορία. Τώρα μπορεί και να μην είναι πια μόνο ιστορία. Μπορεί και να είναι μια υπόμνηση. Μια μι­κρή είδηση, που έρχεται να μας πει με τη συνταραχτική της απλότητα, πως έχουμε πολύ πιστέψει στον άνθρωπο και πως θα πρέπει να την ελέγξουμε την πίστη μας.



Ζούσε σε μια εποχή θαυμάτων. Οι ανακαλύψεις δια­δέχονται τις ανακαλύψεις, οι εφευρέσεις τις εφευρέσεις. Και να που ανάμεσα στις 8 και στις 8 και δέκα λεπτά, το πρωί μιας Κυριακής, τα βουνά αρχίζουν να λειώνουν. Και δεν απομένει τίποτα άλλο στον άνθρωπο παρά να ταφεί κάτω από τον όγκο του ή να προφτάσει να φύγει. Μέσα σε δέκα λεπτά, κάποτε μέσα σε δέκα δευτερόλεπτα, πολιτεί­ες καταβροχθίζονται, λίμνες αποξηραίνονται, θάλασσες μετατοπίζονται, τεράστια ποτάμια παραφρονούν, η φύση, που είναι μια αδυσώπητη ειμαρμένη, έρχεται να θυμίσει την ακαταμάχητη δύναμη της, ναποκριθεί στην ανθρώπι­νη οίηση μένα καταχθόνιο σκώμμα. Οι τυφώνες απογυ­μνώνουν ακαταμέτρητες εκτάσεις. Και οι άνθρωποι προ­σπαθούν να διατηρήσουν την αυτοπεποίθηση τους, δίνο­ντας τους θηλυκά ονόματα, που αποτελούν τραγικούς ευ­φημισμούς. Ακούτε να σας μιλούν για τον τυφώνα «Καρο­λίνα», σαν για μια καινούργια ποικιλία ρόδων, οφειλόμενη στην έμπνευση λυρικού ανθοκόμου. Και η «Καρολίνα» αυ­τή έχει συντρίψει καράβια, έχει απογυμνώσει πολιτείες, έχει ξεριζώσει δάση, έχει ενταφιάσει πολλές μικρές ευτυχίες.

Τώρα πρόκειται για μερικά σπίτια, για ένα χωριό της Ευρυτανίας. Αλλάλλοτε επρόκειτο για το Βεζούβιο, για την Αίτνα, για τα μεγάλα ηφαίστεια της Ιαπωνίας, για τις συμφορές, που εστοίχισαν τη ζωή σε χιλιάδες ανθρώ­πους, για τα πατριαρχικά ποτάμια της Κίνας, που σπέρνουν τον όλεθρο σεκατομμύρια, σε ολόκληρους λαούς. Οι άνθρωποι στιλβώνουν την επιφάνεια. Αλλά το βάθος περιμένει την ώρα του, για να σημάνει την παρουσία του. Έπειτα η Πομπηία μεταμορφώνεται σε μουσείο φρίκης. Η χλιδή και η αμεριμνησία αποκτούν εφιαλτικούς μορ­φασμούς. Καταρρέει το προσωπείο και την θέση του παίρνει το πρόσωπο. Όλα τούτα έχουν ένα θλιβερό μεγαλείο, ένα βιβλικό ανάστημα. Αφορμή απαισιοδοξίας; Όχι! Η δόξα του ανθρώπου είναι μια δόξα καμωμένη από αίμα και ιδρώτα. Η αμετάθετη επιταγή είναι: Ξαναδοκίμασε! Αυτού βρίσκεται η διάρκεια. Οι κατα­στραμμένοι οικισμοί ξαναχτίζονται. Τα δάκρυα στερεύ­ουν. Τα πένθη, με το πέρασμα του καιρού, ακυρώνονται.


Η ζωή ξαναρχίζει. Αν δεν είχαμε τη δύναμη να προσπα­θούμε, ολοένα να προσπαθούμε και να παίρνουμε από την κάθε πτώση το θάρρος για μια καινούργια ανάβαση, θα είχαμε χαθεί από το πρόσωπο της γης. Η ανθρώπινη Ιστορία είναι, από μιαν άποψη, και η Ιστορία των μεγά­λων καταστροφών. Αλλά και από την αντίθετη άποψη η Ιστορία των συνεχών αναβιώσεων. Αυτό είναι το χρέος μας και το δικαίωμα μας συνάμα. Να θάβουμε τους νε­κρούς μας και να προχωρούμε. Δηλαδή να υπάρχουμε.
Διαφορετικά δεν θα φερθούν και οι κάτοικοι της Ευρυτα­νίας, που είδαν το έδαφος να ανοίγεται σαν πελώρια στόμα μπροστά τους και το δάσος των ελάτων να μετα­βάλλεται σε δάσος του «Μάκβεθ». Καθώς δεν θα φερ­θούν διαφορετικά και οι εκατό χιλιάδες κάτοικοι του δυ­τικού Μαρόκου, που μια ακαταμέτρητη πλημμύρα, την ίδια περίπου στιγμή, τους άφησε ανέστιους. Ο άνθρωπος είναι πάντα οικοδόμος. Είναι ο κατασκευα­στής. Η έφεση της δημιουργίας, που είναι η έφεση του υπάρχειν, βρίσκεται μέσα στο ένστικτο του. Ας μη μας ξεγελούν οι ανίκανοι. Εκείνοι που τρέμουν μη λάχει και αναλάβουν την ευθύνη της κατασκευής, οι ανίκανοι. Εκείνοι που τρέμουν μη λάχει και αναλάβουν την ευθύνη της κατασκευής, οι αποκαμωμένοι πριν επιχειρήσουν τί­ποτε, οι νωθροί και οι άβουλοι, που αφήνουν τον καιρό τους διευθύνει, γιατί δεν έχουν την ικανότητα να τον διευθύνουν - κατά το μέτρο της ανθρώπινης εξουσίας, επί τέλους! Η συλλογική ανθρώπινη συνείδηση είναι συ­νείδηση ορμής, στραμμένη πάντα προς εκείνο που έρχε­ται, όχι προς εκείνο που έχει περάσει, θυμούμαι την αλ­λόκοτη εντύπωση, που μου είχε προκαλέσει, εδώ και δέ­κα περίπου χρόνια, η μεγάλη και ονομαστή πολιτεία της Κατάνης στη Σικελία. Θύμα της Αίτνας, που υψώνεται, σιμά της αγέρωχη και πάντα επίβουλη, έχει πάρει τα μαύρα, σκληρά και σον το πετσί του διαβόλου γυαλιστερά κομμάτια της λάβας και τα έχει χρησιμοποιήσει στην ανοικοδόμηση της. Κι ανάμεσα σε τούτα τα κομμάτια της λάβας φυτεύονται περιβόλια κι ανθίζουν λαμπρά λουλού­δια. Η ζωή συγκατοικεί με το θάνατο. Οι κάτοικοι της Κα­τάνης στρέφουν τα μάτια προς τα επάνω, κοιτάζουν την Αίτνα, ξέρουν, πως κάποτε θα ξεσπάσει και πάλι ο καταστρεπτικός της, θυμός και πορεύονται στα καθημερινά τους έργα χωρίς ανησυχία και, φυσικά, χωρίς περίσκε­ψη. Θα μπορούσαν να μετακινηθούν, ν' αλλάξουν τόπο. Αλλά δεν ξεριζώνονται. Αγαπούν αυτή τη μαύρη πέτρα, αυτό το εφιαλτικό βουνό, αγαπούν το πεπρωμένο, που τους εδόθηκε. Ίσως και να μην θέλουν να του υποτα­χθούν του πεπρωμένου, για να μην καταλύσουν την προ­σωπική τους αξιοπρέπεια. Ακριβώς όπως οι Ναπολιτά­νοι. Που βλέπουν το Βεζούβιο να καπνίζει, να βγάζει φλόγες, να φωτίζει τη νύχτα της αρχαίας Παρθενόπης και στέλνουν τα κοπάδια των περιηγητών να περιεργασθούν τον κρατήρα του και φυτεύουν στις πλαγιές του αμπέλια, για να πάρουν από τα σταφύλια του τα «Δά­κρυα του Χριστού», το κρασί του Βεζούβιου!

Πηγή: «ΕΥΡΥΤΑΝΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ»
Επιμέλεια-Ανάρτηση: Τάκης Ευθυμίου             

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το σημείωμα αυτό του Ι. Παναγιωτόπουλου είναι μια κραυγή στην ανθρώπινη ματαιοπονία μπροστά στην παντοδυναμία της φύσης και ταυτόχρονα ένα σοφό μήνυμα αισιοδοξίας, που ταιριάζει απόλυτα στους χαλεπούς καιρούς που βιώνουμε.
.............................................................................................................................


ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Ο Ιωάννης Παναγιωτόπουλος, του Μιχαήλ και της Ειρήνης, γεννήθηκε στο Αιτωλικό της Αιτωλοακαρνανίας. Το 1910 η οικογένειά του μετακόμισε λόγω οικονομικών δυσχερειών στην Αθήνα, όπου και εγκαταστάθηκε. Φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (1919 –1923) και παράλληλα ασχολήθηκε με περιοδικά όπως η «Διάπλασις των Παίδων» και η «Μούσα», είτε δημοσιεύοντας κείμενα είτε συμμετέχοντας στη διεύθυνσή τους. Έκανε την εμφάνισή του στα γράμματα το 1924, με "Το βιβλίο της Μιράντας".  
Εργάστηκε στο «Ελληνικόν Εκπαιδευτήριον Δ. Ν. Μακρή», το οποίο αργότερα μετονομάστηκε σε «Ελληνικόν Εκπαιδευτήριον Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου – Δ. Β. Ελευθεριάδη» και έπειτα σε «Ελληνικόν Εκπαιδευτήριον – Σχολή Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου» (όνομα που διατηρεί έως και σήμερα). Ανάπτυξε επίσης πλούσια διδακτική και πολιτισμική δράση.
Διετέλεσε υπουργός Πολιτισμού και Επιστημών στην υπηρεσιακή κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή (του πρεσβυτέρου) από το 1974, καθώς και πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ιδρύματος Ραδιοφωνίας και Τηλεόρασης.
Ο Παναγιωτόπουλος πέθανε το Μεγάλο Σάββατο, στις 17 Απριλίου 1982 και κηδεύτηκε στο Νεκροταφείο Αμαρουσίου.
 Διακρίσεις
§  Έπαθλο Παλαμά, μαζί με τον Γιώργο Σεφέρη (1944)
§  Πρώτο Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα «Τα εφτά κοιμισμένα παιδιά» (1956)
§  Πρώτο Κρατικό Βραβείο Ταξιδιωτικής Λογοτεχνίας για το έργο του «Η Αφρική αφυπνίζεται» (1963)
§  Πρώτο Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου για τη έργο του «Ο Σύγχρονος Άνθρωπος» (1966)
§  Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για το έργο του «Οι Σκληροί Καιροί» (1972)
§  Αναγόρευσή του ως επίτιμου διδάκτορα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών (1974)
 Επιλεγμένα έργα
Πεζογραφία:
Ποίηση:
§  Αλκυόνη
Ταξιδιωτικά:
Δοκίμια:
Κριτική:
§  Τα Πρόσωπα και τα κείμενα (σε έξι μέρη: Δρόμοι Παράλληλοι, Ανήσυχα χρόνια, Κωστής Παλαμάς, Κ. Π. Καβάφης, Ο λυρικός λόγος, Τα ελληνικά και τα ξένα).





2 σχόλια:

PHOTO ΤΙΤΛΟΙ είπε...

"είμαστε οι ανήσυχοι κάτοικοι ενός ανήσυχου τόπου."
------------------

Εάν και η σημερινή συλλογική μας συνείδηση μπολιαστεί ξανά με την παραπάνω αναφορά, τότε ίσως υπάρξει ελπίδα...
Καλημέρα.

Τακης είπε...

Ευχαριστώ για την ορθή επισήμανσή σου "photo τίτλοι" καθώς και το ενιδιαφέρον σου για τον "Φθιωτικό Τυμφρηστό".
Καλημέρα κι από μένα!