TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2012

Η πιπινούζα στο Κωσταλέξι

Το καλαμπόκι, το λιοράβι
και η πιπινούζα στο Κωσταλέξι
(του Δημήτρη Κανατά)
Ο Δημήτρης Κανατάς ξεφλουδίζει καλαμπόκια

Στα δύσκολα χρόνια του ‘40, το καλα­μπόκι ήταν το μεγαλύτερο αγαθό και η κυ­ριότερη τροφή, κυρίως για τον κοσμάκη, τη φτωχολογιά, και χαρά σαυτόν που θα κατάφερνε να εξασφαλίσει μια μεριά κα­λαμπόκι για τη φαμελιά του. Γιαυτό, ε­κείνο που ρωτούσαν οι άνθρωποι μεταξύ τους τότε ήταν: «τοβγαλες το ψωμάκι της χρονιάς;» Αυτό μετρούσε και τίποτε άλλο. Τα στάρια ήταν λίγα, τα είχαν οι μεγαλονοικοκυραίοι, ενώ η φτωχολογιά σπά­νια ζύμωνε σταρίσιο αλεύρι και μόνο για καμία λειτουργιά, δω και κει για τον παπά. Μέχρι που κάποιος φουκαράς παπάς, που είχε μεγάλη φαμελιά έφτασε να πει στο εκκλησίασμα: «Χωριανοί, φτιάξ' τε καμιά λειτουργιά και ας είναι και από μπομπότα, γιατί μαζεύτηκαν οι ψυχές να με φάνε!»
Έτσι το καλαμπόκι ήταν στις δόξες του και ό,τι χωραφάκια είχε ο κόσμος τα ‘βαζε καλαμπόκι, τη λεγόμενη κονιάρα1, που ή­ταν γλύκισμα, όταν γινότανε τριψιάνα στο γάλα ή καμιά μπαμπανέτσα με κείνες τις δαχτυλιές από κάτω με τη γλίνα.
Η στρεμματική απόδοση ήταν πολύ λίγη και έφθανε περίπου τις εκατό οκάδες, για­τί σπερνόταν αραιά, στο μέτρο ή —όπως λέγανε— να χωράει να κοιμηθεί ανάμεσα ένα βόδι. Σκαλιζότανε σε κουμούλια, χωνό­τανε ειδικά στα άνυδρα, ενώ τώρα με τα υβρίδια μπορεί να φθάσει ένα και ενάμισι τόνο το στρέμμα, άσχετα αν δεν το τρώει ο άνθρωπος.
Όταν το καλαμπόκι έστριβε, μάζευαν την καλαμποκιά και την έβαζαν στους α­χυρώνες για τα ζώα, ενώ το καλαμπόκι μα­ζευόταν στα αλώνια για ξεφλούδισμα και για στούμπισμα ή αλώνισμα. Στο ξεφλούδι­σμα μαζευόταν όλη η οικογένεια, οι γείτο­νες, αλλά και πολλοί άλλοι, κάνοντας μια ωραία παρέα. Είτε δανεικά, πότε στο ένα αλώνι και πότε στο άλλο, περνούσαν ω­ραίες βραδιές καλαμπουρίζοντας και τραγουδώντας.
Μετά το ξεφλούδισμα αφήναν τα κορμούζια να στεγνώσουν και στη συνέχεια γινότανε το στούμπισμα με τα λιοράβια ή διράβδια, ήταν ένα μεγάλο ξύλο, 150 περί­που εκατοστά και ένα μικρό, 40-50 εκατο­στά, που συνδεόταν με ένα κομμάτι τρι­χιάς ή αλυσίδα 30-40 εκατοστά για να περιστρέφεται, αλλά κυρίως για να καταφέρ­νει καλύτερα χτυπήματα και να απομονώ­νει τους κραδασμούς στα χέρια του εργάτη.
 Αργότερα κυκλοφόρησαν κάποιες χει­ροκίνητες μηχανές με γρανάζια, που έτρι­βαν τα κορμούζια. Ήταν δηλ. κάτι σα μεγάλο χειροκίνητο μίξερ. Με την εξέλιξη κά­πως της τεχνολογίας, κάποιοι που είχαν κά­νει στο εξωτερικό, φτιάξανε μεγαλύτερη αυτή τη μηχανή, η οποία ήταν δύσκολο να μετακινηθεί και τη φορτώνανε πάνω σε κά­ρο για να μεταφερθεί στα αλώνια που εί­χαν συγκεντρωθεί τα καλαμπόκια.
Αυτά τα αλώνια ήταν διάσπαρτα στο χω­ριό κατά γειτονιές και μαχαλάδες και όπου βέβαια ήταν κατάλληλος ο τόπος, ίσωμα, αλλά και καραούλι μαζί να το παίρνει ο αέ­ρας για το λίχνισμα, που ακολουθούσε με τα ξύλινα καρπολόγια και στη συνέχεια στα κοτσέκια για στέγνωμα. Τέτοια αλώνια υ­πήρχαν στα ντάμια του Ταραπέρα, το Λαζέικο στη κορυφή του χωριού, το Πανταζέικο στου Τριαντάφυλλου Καρμάλη, το Μπουροτέικο στου Νίκου Αλεξίου, του Κωνσταντή Κώστα Αναγνώστου, πάνω από την αχυρώνα του Χασιώτη, στην αχυρώνα του Κώστα Περγολιού (σημερινή κατοικία Σοφίας Καρμάλη), του Αχιλλέα Αναγνωστό­πουλου (σημερινή κατοικία Δημητρίου Ευ­θυμίου) και το Κεφαλαίικο.  
 Αυτή η εποχή τελείωσε όταν εμφανί­στηκαν οι πρώτες αυτοκινούμενες καλαμποκομηχανές και τότε δημιουργήθηκε και η πρώτη συνεταιριστική ομάδα εργα­σίας, την οποία αποτελούσαν οι: Καρμάλης Βασίλειος, Καρμάλης Αθανάσιος, Καρμάλης Τριαντάφυλλος, Καρμάλης Ηλίας. Ο Βασίλειος Καρμάλης έχοντας κάποια πείρα λόγω προεργασίας με τον Αθανάσιο Τρια­ντάφυλλου από τις Κορμποτάδες, αλλά κυρίως επειδή είχε κάνει στην Αμερική και είχε κάποιες γνώσεις μηχανολογίας και κατασκεύασε τη λεγόμενη και ανεπανάλη­πτη πιπινούζα, το πιο επεισοδιακό και δια­σκεδαστικό μηχάνημα για την εποχή του. Ήταν ένα παλιό αυτοκίνητο Σεβρολέτ, που αρχικά το είχε ο Λούμπας Αποστόλης από τις Μεξιάτες, παρμένο προίκα της γυ­ναίκας του από το Λιανοκλάδι. Επειδή ό­μως τη γραμμή Υπάτης - Λαμίας την είχαν οι Υπατείς, δεν τον αφήναν σε χλωρό κλαρί και συνέχεια του κάνανε μηνύσεις και πολλές φορές κλείστηκε και στη φυλακή. Έτσι, μη μπορώντας ναντέξει το κυ­νηγητό, πούλησε αυτό το ταξί για παλιοσίδερα και το πήρε η ομάδα, ο συνεταιρι­σμός αυτών των ανθρώπων, που αναφέ­ρουμε πιο πάνω και ο Βασίλης Καρμάλης το μετέτρεψε σε καλαμποκομηχανή. Ίσα-ίσα που σημάδευε για αυτοκίνητο, ένα σα­σί, καρφωμένες κάποιες πόρτες επάνω στο πάτωμα, τέσσερις ρόδες με φτερά και λάστιχα σωμένα σα σαμπρέλες. Η μηχανή του έπαιρνε μπρος με τη μανιβέλα, στην κατηφόρα ή με σπρώξιμο και όταν έπαιρνε  μπρος με το πέρασμα της ξάφνιαζε ό,τι έβρισκε μπροστά της, κότες, ζώα, αλλά α­κόμη και ανθρώπους, γιατί δεν υπήρχε εξά­τμιση με σελασιέ ή καθόλου εξάτμιση.
Πού τέτοια λεπτομέρεια, λες και ήταν  ελικόπτερο χάλαγε ο κόσμος. Πάνω στο σασί τοποθέτησε τη μηχανή (τρόμπα), που κινούταν με λουρί από ειδική τροχαλία το­ποθετημένη στον πίσω τροχό. Βέβαια για να μεταδώσει την κίνηση σήκωνε τον τρο­χό με το γρύλο στον αέρα.
Καλαμποκομηχανή
Έτσι αυτή η επιχείρηση που δημιουργή­θηκε από τους τέσσερις είχε ως αποτέλε­σμα τον εκσυγχρονισμό του αλωνισμού. Όσο και αν φαίνεται παράξενο, αρκετές οικογένειες είχαν ένα εισόδημα και πέρα από τους συνεταιρισμένους ιδιοκτήτες του αλωνιστικού συγκροτήματος, εργάζονταν και πολλοί νέοι κοντά στη μηχανή, τόσο για την τροφοδοσία, όσο και για τη μεταφορά κατοίκων. Μεταξύ αυτών δούλευε και ο πρώην ιδιοκτήτης ως οδηγός μέχρι να μά­θουν οι άλλοι.
Η πιπινούζα, όταν πρωτοεμφανίστηκε, λό­γω ελλείψεως τέτοιων μηχανών, ήταν περιζήτηση και δεν περιοριζόταν μόνο στο χωριό μας, αλλά και σε πολλά άλλα χωριά, και σε μεγάλη ακτίνα, έφθανε δηλ. μέχρι Σπερχειάδα και Μώλο. Να σημειωθεί ότι η πιπινούζα ήταν το πρώτο αυτοκινούμενο τροχοφόρο που κυκλοφόρησε στο χωριό μας, γιαυτό είχε και πολύ ενδιαφέρον. Ειδικά για τους μικρούς ήταν κάτι το συναρπαστικό και όλοι τρέχαμε κοντά για να κρεμαστούμε και να «πάμε καβάλα» - έ­τσι τη λέγαμε τότε τη βόλτα και ήταν κάτι παρόμοιο με τους σημερινούς νέους που λαχταράνε τα νέα μοντέλα, Μερσεντές, Μπε-εμ-Βε, Άουντι κ.λπ.
 Τα αυτοκίνητα τότε ήταν μετρημένα σε όλη την περιοχή και σπάνια στους δρό­μους περνούσαν ένα δύο αυτοκίνητα την ημέρα, και όταν βλέπαμε εμείς οι νέοι από τη ράχη κάποιο αυτοκίνητο ή την πιπινού­ζα στον κάμπο να πλησιάζει προς τη γέ­φυρα, φωνάζαμε ρυθμικά όλοι μαζί «επά­νω, επάνω», δηλ. να έρθει πάνω στο χωριό και όλοι μαζευόμαστε στη στροφή, στον Άγιο Αθανάσιο για να δούμε αυτά τα ε­πεισοδιακά για την εποχή τους αυτοκίνητα.
   Η πιπινούζα πέρα από τον συγκεκριμένο σκοπό για τον οποίο κατασκευάστηκε (αλωνισμός), εξυπηρετούσε και άλλες ανά­γκες: μεταφορά ασθενών στην Λαμία, μετά των νέων για διασκέδαση στα γειτονοχώρια και πανηγύρια. Κάποια φορά όμως μετέφερε και έναν κλινήρη ψηφοφόρο που δε μπορούσε να περπατήσει από το σπίτι του στο εκλογικό τμήμα του Δη­μοτικού Σχολείου του χωριού μας. Και επειδή ήταν απαραίτητη έστω και μια ψήφος, γιατί κινδύνευε να χάσει τις εκλογές ο υποψήφιος Πρόεδρος, μεταφέρθηκε, αλλά κατόπιν εορτής. Λόγω των πολλών προβλημάτων, που παρουσίασε η μηχανή κατέληξε να φθάσει στο σχολείο μετά τη δύση του ηλίου και κατά συνέπεια έκλεισε η κάλπη, χωρίς να ψηφίσει ο μπάρμπα-Μήτσος. Και όχι μόνον αυτό, αλλά στην επι­στροφή τους πήρε η κατηφόρα και δε σταμάταγε με τίποτα. Ευτυχώς όμως, ε­πειδή ξέρανε τα χούγια της, είχαν πάντα έναν, επιφορτισμένο μέναν τάκο στο χέ­ρι και όταν δεν έπιαναν τα φρένα, αμέσως τακαριζότανε. Αυτός ήταν ο Μιχάλης Ραχαβέλης. Δεν ήταν όμως μόνον αυτό: όταν χρειαζόταν να βάλει μπρος, δούλευε η μα­νιβέλα για πολλή ώρα και όταν κουραζόταν ο ένας, ακολουθούσε άλλος.
Τα σωληνάκια έχαναν από παντού και τα κολλούσαν πρόχειρα με λουκούμι μέχρι να πάνε στη Λαμία και η απορρόφηση του καρμπυρατέρ ήταν μόνιμη από τον κατα­σκευαστή και χειριστή Βασίλη Καρμάλη, που ήταν κομμένα τα δάχτυλα του από το χέρι και αυτό διασκέδαζε τους άλλους, που παρακολουθούσαν την αγωνία του.
 Το  ψυγείο διαρροής, αλλά και  κακής λειτουργίας έβραζε, χούχλαζε το νερό και ειδικά όταν έπαιρνε την ανηφόρα, πεταγό­ταν το νερό σα σιντριβάνι, βράζοντας, από την τάπα του ψυγείου, που δεν ήταν δική του, αλλά ένα κότσιαλο από καλαμπόκι και κάθε φορά που το πέταγε η θερμοκρασία βάζανε και νέα τάπα - νέο κότσιαλο.
Όμως, η πιπινούζα ήταν ένα κινητό τε­χνικό σχολείο εκπαίδευσης για όλους αυ­τούς που εργάζονταν κατά διαστήματα μα­ζί της και έτσι μάθανε όλοι οδηγοί και μη­χανικοί, γιατί —όπως είπαμε και πιο πά­νω— ο Βασίλης Καρμάλης έκανε στην Α­μερική και γνώριζε πολλά που εδώ φθάσανε ύστερα από χρόνια. Έλεγε π.χ.: «Εγώ μπορώ να φτιάξω μία μηχανή, που θα παίρ­νει το νερό από το Σπερχειό ποταμό και θα το ανεβάζει πάνω στην κορυφή του χω­ριού, στην Τρίφτρα»2.


Και αυτό το άκουσμα στους παριστάμε­νους εθεωρείτο ακατόρθωτο και γελούσαν λέγοντας: «μα είναι δυνατόν, το νερό να πάρει τον ανήφορο;». Δεν πιστεύανε στην τεχνολογική εξέλιξη. Βέβαια όλα αυτά τα διαπιστώσαμε με την πάροδο του χρόνου και τα ζούμε σήμερα με τις μηχανές ά­ντλησης, τις πομόνες στις γεωτρήσεις και τα πηγάδια.
  Όσο για την πιπινούζα τη διαδέχτηκαν οι πατόζες και οι σύγχρονες θεριζοαλωνιστικές μηχανές, όπως η ευρεσιτεχνία του Πλαστήρα, που εκτίθεται από το Λαογρα­φικό Μουσείο Λαμίας στην έκθεση γεωρ­γικών μηχανών. Αργότερα και σήμερα, οι αυτόματες κομπίνες, σου παραδίδουν τα πάντα κομπλέ, καρπό, αλλά και δεματοποιημένο το άχυρο και φκιάνοντας εκείνους τους μικρούς και μεγάλους σωρούς, ανά­λογα με το αλώνι και στη συνέχεια το ‘παίρνε η πρέσσα ή μπαλαριστική μηχανή και το ‘φτιαχνε μπάλες. Παλαιότερα φορτώνονταν τα ζώα με τη βριζώνια για να με­ταφερθεί στις αχυρώνες. Εκεί βέβαια γίνο­νταν τα μεγάλα παιχνίδια από τους μι­κρούς, που βουτούσαν και ξάπλωναν πάνω στα λαμνιά, τους σωρούς, που μοιάζανε με μικρούς λόφους, διάσπαρτους, ένας δίπλα στον άλλο, θυμίζοντας Αίγυπτο και τις πυ­ραμίδες του Χέοπος. Αυτά τ’ αλώνια βρί­σκονταν στους πρόποδες του χωριού, από το αυλάκι μέχρι το νεκροταφείο. Σήμερα, όπου χωράφι και αλώνι, γεμίζει ο κάμπος από σύγχρονα μηχανήματα.
Μα όλα εκείνα τα παραδοσιακά εργα­λεία, το λιοράβι, το καρμπολόι, το λύχνισμα και η πιπινούζα στα παραδοσιακά αλώνια του χωριού αποτελούν την πυτιά της ση­μερινής τεχνολογίας στην εξέλιξη της γεωργίας. Σίγουρα οι παλαιότεροι θα θυμού­νται όλα αυτά, τα περασμένα δύστυχα ή ευτυχισμένα χρόνια, αλλά θα πρέπει να τα γνωρίσουν και οι νεότεροι.
«Απ’ το Λυχνάρι»
1.  Κονιάρα = Ποικιλία σπόρου.
2.  Τρίφτρα = Υψηλός λόφος του χωριού.

Επιμέλεια-Ανάρτηση: Τάκης Ευθυμίου






Δεν υπάρχουν σχόλια: