TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

Το πάθημα του λαγού

       Το πάθημα ενός λαγού       
και το μάθημα των κυνηγών
(του Ζάχου Ξηροτύρη)
Πέρασαν τώρα κοντά πενήντα χρόνια. Νεαρός ο υποφαινόμενος πήρε το δί­πλωμα της Νομικής και έκαμε την καθιερωμένη εξάσκηση για να υποστεί νέες εξετάσεις στον Άρειο Πάγο για την άδεια του Δικηγορείν. Ως ασκού­μενος έπρεπε να προσφέρω τις υπηρεσίες μου δωρεάν, στάθηκα όμως λίγο τυ­χερός και ο μακαρίτης τώρα συνάδελφος Π... μου έδινε κάποιο μηνιάτικο χαρτζηλίκι, κι αυτό αν του πήγαιναν καλά οι δουλειές. Έτσι πού ήταν τα πράγματα, δεν πείραζε αν το ‘σκαγα κάπου - κάπου για πεντέξι μέρες και πήγαινα στο χωριό.

Ξέσκαζα λίγο κυνηγώντας, με χαρτζηλίκωνε κι εκεί ο γέρο - πατέρας μου και ξαναγύριζα στη ρουτίνα του ασκούμενου δικηγόρου.

Τα χριστοήμερα όμως παρέτεινα αυτή την εκούσια άδεια και παρέμενα στο χωριά, όλο το δωδεκαήμερο των εορτών. Είχα προσβληθεί από μικρός από τον αθεράπευτο αυτά κυνηγετικό ιό, και τώρα κατάλαβα ότι η νόσος αυτή δεν είναι επιδημική, να περνάει, αλλά χρόνια και αθεράπευτη. Μόλις έφθανα στο χωριό, πρώτη μου δουλειά ήταν να συναντήσω τους καλύτερους κυνηγούς, αν και κείνοι με περίμεναν. Ήμουν δε και ο μόνος δικηγόρος, όπως μ' έλεγαν στο χωριό, και με είχαν καμάρι, περισσότερο όμως γουστάριζαν για τους πολλούς ντουμπλέδες που έριχνα στις πέρδικες που ήταν μιλιούνια τότε, ενώ οι άλλοι δεν τις πυροβολούσαν εκτός αν τις έβλεπαν να περπατούν κοπαδια­στές, γιατί τα σκαγομπάρουτα τότε ήταν ακριβά και αν δεν ήταν αυτά ακρι­βά, ήταν τα λεφτά δυσεύρετα.

Χριστούγεννα., λοιπόν, παραμονή, συναγερμός ολονύκτιος στο χωριό, όλοι στο κυνήγι γιατί ήταν και ένα φρέσκο χιονάκι ως είκοσι πόντιους και τότε ούτε άδειες ούτε θηρευτικές διατάξεις εφαρμόζονταν, ήταν άγνωστες και ανε­φάρμοστες ιδία στα ορεινά χωριά, τότε όλοι οι δυνάμενοι να φέρουν όπλα ξε­κίναγαν για λαγό.
Ξεκίνησα και γω  με  άλλους τρεις χωριανούς πού ήταν ατσίδες στην εξιχνίαση των ιχνών, μόνο για μένα ήταν δύσκολα όλα αυτά και τα θεωρούσα άλυτους λογάριθμους, γι’ αυτό και μ’ έβαλαν σε καλό καρτέρι.., που θα περ­νούσε ο λαγός και να μου δώσουν και την ευκαιρία, να ξεθυμάνω. Το ‘φερε ο διάβολος και του Μανώλη η σκούφια να περάσει από μένα ο λαγός, του ‘ριξα και τον τραυμάτισα, μάλλον ζαλίστηκε και κυλίστηκε ανάμεσα σε κέδρα και κοντοέλατα, έτρεξε ένας άλλος σύντροφος μου και τον πήρε. Ήταν ακόμα ζωντανός, τον έδεσε μπροστινά και πίσω πόδια με ένα γερό σχοινί και τον κρέμασε απ’ έξω από την μικρή κάπα (κοντοκάπι) που φορούσε, όπως το λέμε στη Ρούμελη, ήθελε να τον πάει στο χωριό ζωντανό όπως έλεγε. Τα μανικοκάπια για πιο εύκολη χρήση του όπλου κρέμονταν από τον καρπό και κάτω. Γυρίσαμε ώρες ως το μεσημέρι και λαγό άλλον δεν χτυπήσαμε, εν τω μεταξύ άρχισε νέο χιονόνερο και αποφασίσαμε να φύγουμε. Κάποτε όμως βλέ­πω κείνον που είχε τον λαγό κρεμασμένο και προπορευόταν να μην έχει η κάπα του δυο μανίκια και μου έκανε εντύπωση, πώς συμβαίνει- αυτό σε και­νούργια κάπα. Θανάση, του λέω, δεν είχε δυο μανικοκάπια η κάπα σου; Γέλασε ξεκαρδιστά και μου απαντάει. Το μυαλό σου παιδί μου σου το πήραν τα γράμματα, γίνεται κάπα χωρίς δυο μανικοκάπια; και έκαμε μισή στρο­φή να δει τους άλλους που έρχονταν πίσω του. Και φυσικά γέλασαν και κείνοι με την ψυχή τους και επαύξησαν την κοροϊδία τους λέγοντας: σε είχαμε με μυαλό βρε Ζάχο, πώς έγινε έτσι; Πού είδες κοντοκάπι με ένα μανίκι; Εγώ επέμενα πιο πολύ, γυρίζει και κείνος, κοιτάζει για μανικοκάπι, μα δεν βλέπει δεύτερο. Πετάει, κάτω το λαγό ζωντανό αλλά δεμένο, γδύνεται την κάπα ταυ και τότε καταλάβαμε όλοι, και αυτός μαζί, ότι ο λαγός τόσες ώρες δαγκά­νοντας και δαγκάνοντας από το κακό του με τα κοφτερά του δόντια, έκοψε το μανικοκάπι και κείνο κάπου έπεσε και δεν το καταλάβαμε.

Θυμώνει, ο μακαρίτης ο Θανάσης και γίνεται μπαρούτι, εμείς σκάσαμε στα γέλια, μα εκείνος ετοιμάστηκε να τον τουφεκίσει δεμένον, αλλά μετάνιωσε και ντράπηκε να σκοτώσει δεμένο λαγό! Κόβει με το σουγιά (Κολοκοτρώνη) το σχοινί, πιάνει το λαγό από τα αυτιά και τον πετάει δέκα μέτρα μπροστά. Ρίχνει ένα ντουμπλέ, μα ο λαγός φεύγει, και ως που να συνέλθουμε και μεις ρίχνουμε άλλους τρεις ντουμπλέδες μέσα στη λάκα στο κατακάθαρο, μα ο λαγός έφευγε σαν αστραπή κι ακόμα φεύγει.

Πώς γυρίζουν τώρα στο χωριό χωρίς λαγό και χωρίς μανικοκάπι; Σε ποιόν να πει ότι χάσαμε δεμένο λαγό και μας έφαγε ο λαγός την κάπα; Και όμως έγινε και όταν το θυμούμαι και το διηγούμαι γελάω μόνος μου για το πάθημά μας, που μας έγινε όμως μάθη­μα και κάθε τουφεκισμένος λαγός έτσι και κούναγε το αυτί του δεχόταν και νέα ντουφέκια για να ‘χουμε σιγουριά...

Πηγή: Περιοδικό «Υπάτη»
Επιμέλεια-Ανάρτηση: Τάκης Ευθυμίου

Δεν υπάρχουν σχόλια: