TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2012

Το Νεραϊδοβούνι

Το Νεραϊδοβούνι & οι νεράιδες του

(του Στάθη Δ. Καρρά)
Οι θρύλοι και οι παραδόσεις των βουνών μας δεν έχουν τελειωμό. Ακόμα και η πιο ανάμερη βουνοκορφή τούτου του τόπου, δε γίνεται: Θα ‘χει το μικρό ή το μεγάλο παραμύθι της. Και λέει το παραμύθι αυτό για δράκους και για στοιχειά, και μάγισσες απίθανες και μακρινές. Εμείς εδώ, θα ιδούμε ποιο 'ναι το παραμύθι που πλέκεται γύρω από ένα βουνό της Ρούμελης: Το Νεραϊδοβούνι.
*
Πρόκειται για βουνό πού υψώνεται εκεί κατά τα νότια, ή καλλίτερα, κατά τα νοτιοανατολικά του Καρπενησίου, ανάμεσα στα χωριά Μυρίκη και Κρίκελο. Το καλοκαίρι, σα δεν έχει κατα­χνιά, εκείνος που θα βρεθεί πρωί -πρωί κατάκορφα, μπορεί ν' αγναντέψει από κει ως κάτω, ως τη θάλασσα της Στυλίδας.

Αλλά θα ρωτήσετε: Από πού ή ονομασία του βουνού; Μα Θέλει ρώ­τημα; Το όνομα μιλάει μόνο του, «Νε­ραϊδοβούνι»: Που σημαίνει βουνό, τρι­γυρισμένο από τις μυθικές μάγισσες, τις νεράιδες! Και πραγματικά, αυτή είναι η παράδοση. Οι νεράιδες, παρακινη­μένες άγνωστο από ποια περίεργη αιτία, είχαν κάμει τούτο το βουνό ταχτικό τους διάβα και ορμητήριο. Κι έτσι, κάθε βράδυ, μόλις άρχιζε να πέφτει το σού­ρουπο, οι νεράιδες — λέει — άφηναν τα κρησφύγετά τους κι άρχιζαν να περι­φέρουν τη λυγερή σιλουέτα τους στα μονοπάτια και στις πλαγιές του στοι­χειωμένου βουνού.

Αλλοίμονο τότε στο ξεμοναχιασμένο πλάσμα, που θα τύχαινε να συναπαντήσουνε στο δρόμο τους. Οι νερά­ιδες, και που θα το ατενίζανε μονάχα με τα παράξενα, τα μαγικά τους μάτια, το λιγότερο που θα μπορούσαν να του κάμουν, ήταν να του κλέψουνε τη φωνή:
- Το νου σου, γιέ μου - συμβουλεύανε συχνά οι γεροντότεροι, καθισμέ­νοι τις ατέλειωτες νύχτες του χειμώνα στο παραγώνι. Τα μάτια σου τέσσερα σαν τα φέρει η δουλειά σου να νυχτο­περπατάς στο Νεραϊδόβουνο. Σίγουρα, οι νεράιδες θα βρίσκονται εκεί και θα χτενίζουν τις μακριές πλεξούδες τους στις πηγές και στις κρυόβρυσές του. Δεν έχει να κάνει που δεν τις βλέπεις εσύ. Αυτές, παιδί μου, είναι μάγισσες κι αερικά και ξεγελάνε τους διαβάτες. Το λοιπόν, το νου σου. Την ώρα που διαβαίνεις βράδυ μπρος από βρύση, χαμήλωνε τα μάτια και κούνησε φιλικά το κεφάλι, τάχατες σε χαιρετισμό. Την καλοπιάνεις έτσι τη νεράιδα, γιε μου. Και κείνη τότε, βλέποντας πώς είσαι φίλος, μπορεί να μη σου κάνει κακό. . .
Αλλά γινόταν να ‘χει κανένας μπέσα στα «ξωτικά»; Καλή και άγια, βέ­βαια, ήταν η χαιρετούρα. Καλύτερα όμως ήτανε, φτάνοντας κανένας στο σπιτικό του, να κοιτάξει να «ξορκίσει» το στοιχειό. Κι αλήθεια, αυτό γινότανε. Φτάνοντας ο υποτιθέμενος «νεραϊδοχτυπημένος» στο σπιτικό του, πετούσε από πάνω του τα μολεμένα από το άγγιγμα της νεράιδας σκουτιά και καλούσε το ταχύτερο τον «νεραϊδάρη». Ήταν ο γιατρός της περιστάσεως, ο ειδικευμένος — Θα λέγαμε — πάνω στις αρρώστιες, που προκαλούσε στους ανθρώπους το συναπάντημα με τις νεράιδες.

Επακολουθούσε τότε στο σπίτι του νεραϊδοχτυπημένου ιεροτελεστία ολά­κερη. Καψαλίζανε τις άκριες των «μολεμένων» σκουτιών στις φλόγες του τζακιού, απαγγέλνανε ξόρκια, δίνανε στο νεραϊδόπληχτο να πιει αμίλητο νερό…

Κι έτσι, ο μπαμπούλας της νεράιδας, δεμένος αναπόσπαστα με το στοιχειω­μένο βουνό, διαιωνιζόταν από γενιά σε γενιά.

Δεν είναι ένα και δύο τα ανέκδοτα που πλέχτηκαν κατά καιρούς με κέν­τρο πάντα το Νεραϊδοβούνι και ήρωες απλοϊκούς χωριάτες, που έζησαν κατά τα μέρη κείνα. Τα ανέκδοτα αυτά κυ­κλοφορούν από στόμα σε στόμα ανά­μεσα στους κατοίκους της περιοχής κι αναφέρονται συχνά σε περιστατικά, αληθινά σπαρταριστά. Και να, αίφνης, ένα από τα πολλά:
Κάποτε — λέει — ένας αγαθός γέρον­τας, ο Μπάρμπα - Γιαννιός, είχε ένα χω­ράφι κει κατά το Νεραϊδόβουνο. Ήτανε καλοκαίρι κι ο Μπάρμπα-Γιαννιός μό­λις είχε τελειώσει το θερισμό. Το δίχως άλλο, λοιπόν, κάποιος έπρεπε να μείνει το βράδυ κει, φυλάγοντας τη σοδειά. Αλλά ποιος; Ο καλός άνθρωπος δεν είχε — βλέπεις — αρσενικούς στο σπίτι του για ν’ αποτολμήσουνε τούτον τον ηρωισμό. Ποιον να ‘στελνε; Τη γριά του ή τις κόρες του; Θέλοντας και μη, θα ‘πρεπε να διανυχτερέψει εκεί ο ίδιος. Μια και δυο, ο γέροντας τακτοποίησε όσο μπορούσε καλλίτερα το θερισμένο καρπό, άπλωσε σε μια γωνιά του χω­ραφιού την κάπα του, έβαλε το ταγάρι του για προσκεφάλι, έκαμε το σταυρό του και πλάγιασε.

Αλλά κάποια στιγμή, κει που ο Μπάρμπα - Γιαννιός, βρισκότανε μετα­ξύ ύπνου και ξύπνου, ένιωσε να σαλεύει πάνω από το κεφάλι του σκιά φοβερή. Μήπως και γελιόταν; Όχι, όχι. Αλλοίμονο! Ήτανε πραγματικότητα. Το στοιχειό τον είχε ανακαλύψει και τώρα βρισκόταν εκεί, πάνω από το κεφάλι του, απαίσιο, απειλητικό. Ο Μπάρμπα -Γιαννιός πάγωσε σύγκορμος. Κρύος ι­δρώτας αισθάνθηκε να τον ψυχρολούζει. Κι η δόλια η καρδιά του πήγαινε να σπάσει η έρημη. Σαν από ένστιχτο, δοκίμασε να κινήσει το χέρι του σε προσευχή. Αλλά το χέρι του δεν εν­νοούσε να κινηθεί. Έλεγες και είχε παραλύσει. Τι θα ‘κανε: Κάθε στιγμή που περνούσε άπραχτη ήταν εις βάρος του. Άλλη λύση δεν υπήρχε, παρά αυτή: Η φυγή. Συγκέντρωσε, λοιπόν, όσες δυ­νάμεις μπορούσε να διαθέτει, είπε από μέσα του ένα «ελέησαν με ο Θεός» όπως τα ‘κουσε να το λέει ο παπάς στην εκ­κλησιά, τινάχτηκε απάνω και, μ’ όλα τα χρονάκια του, ρίχτηκε στον κατή­φορο που ξανοιγόταν μπροστά του. Αλλά τι έκπληξη! Λίγα μέτρα πια κάτω, τον καρτερούσε η λύση της ιλαροτραγωδίας. Ο Μπάρμπα - Γιαν­νιός σκόνταψε πάνω σ’ ένα καπίστρι. Τι είχε συμβεί; Απλούστατα: Κάποιο γαϊδουράκι είχε βρεθεί να περι­φέρεται κει κοντά. Όταν, κάποια στι­γμή, καθώς περιφερόταν, επεσήμανε το ταγάρι του γέρου. Μέσα κει — βλέπεις — βρισκόταν λίγη μπομπότα και λίγο τυρί. Έτσι το τετράποδο, πλησιάζον­τας δοκίμασε να λεηλατήσει το ταγάρι του γέρου. Αυτό ήταν όλο !

Ο Μπάρμπα - Γιαννιός ανάπνευσε βαθειά. Τ' αφιλότιμο το ζωντανό. Τι λαχτάρα ήταν αυτή που του ‘χε σκα­ρώσει έτσι, στα καλά καθούμενα, π’ α­νάθεμα το!
*
Βρεθήκαμε μια συντροφιά φίλων ν’ ανηφορίζουμε ένα φεγγαρολουσμένο κα­λοκαιρινό βράδυ τις ελατοσκέπαστες πλαγιές του νεραϊδοπάτητου βουνού. Αλλά οι νεράιδες απαξίωσαν — φαίνε­ται — ν’ ασχοληθούνε κείνο το βράδυ με την ταπεινότητά μας. Τριγύρω μας, τα πάντα απλώνονταν γαληνεμένα κι όμορφα. Κι εμείς, όλο κι ανηφορίζαμε σωπαίνοντας. Όχι, βέβαια, από το φόβο μη μας πάρουν οι νεράιδες τη φωνή — όπως το ήθελε η παράδοση. Αλλά πειθαρχώντας — θα ‘λεγες — σε μια ακατανίκητη φωνή της ίδιας μας της ψυχής που, μέσα στη νυχτερινή γαλήνη του βουνού, ήταν σα να ‘θελε ν’ αφουγκραστεί κείνο το βράδυ την ίδια την ανάσα του Θεού.

Πηγή: «Φθιωτικά Γράμματα»
Επιμέλεια-Ανάρτηση: Τάκης Ευθυμίου



1 σχόλιο:

ΕΥΡΥΤΑΝΑΣ ΙΧΝΗΛΑΤΗΣ είπε...

Πολύ ωραίο κείμενο, με εξαιρετική γραφή!
Η περιήγηση στην παράδοση του τόπου μας είναι πάντα σαγηνευτική.