TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2014

Βρίζοντας και πολεμώντας

ΒΡΙΖΟΝΤΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΕΜΩΝΤΑΣ 
«Έλα δω Σκατότουρκε, έλα δω Εβραίε, σταλμένε από τους Γύφτους, έλα να ακούσεις τα κέρατα σας! Τι θαρέψατε κι είναι ο πόλεμος και τον εκάνατε; Και τώρα δε ντρέπεστε να ζητάτε ειρήνη με κοτζάμ σκατοσουλτάνο Μαχμούτη που έχετε; Να χέσω κι αυτόν και τον βεζίρη σας και τον Σαλιχτέρ Μποδά την πουτάνα!»

Της ΜΑΡΙΑΣ ΕΥΘΥΜΙΟΥ
επ. καθηγήτριας, Τομέας Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών

Λαλιά, η καθημερινή ομιλία του ’21, δεν είναι εύκολο να μας είναι γνωστή στη φυσικότητα της. Οι αδροί και αμόρφωτοι χωρικοί που κράτησαν στους ώμους τους τον Αγώνα δεν είχαν τρόπο να αποτυπώσουν σε χαρτί την υφή και τη ροή του λόγου τους. Τα κείμενα και οι προκηρύξεις της Επανάστασης, τα Συντάγματα και οι αποφάσεις της συντάχθηκαν από άτομα υψηλής μόρφωσης, Φαναριώτες και προύχοντες, σε μια γλώσσα αποκαθαρμένη, πλούσια και επιμελημένη. Η αλληλογραφία των οπλαρχηγών, που θα μπορούσε, από την πλευρά αυτή, να μας μεταφέρει την υφή του απλού λόγου των αμόρφωτων η ελάχιστα μορφωμένων αυτών ανθρώπων, δεν Βοηθά, συχνά, ούτε κι αυτή, καθώς τη σύνταξη των μηνυμάτων και των επιστολών τους αναλάμβαναν οι «γραμματιζούμενοι» γραμματικοί τους.
Αν το πρόβλημα αυτό για την ελληνική γλώσσα είναι μεγάλο, γίνεται αξεπέραστο και πελώριο όταν πρόκειται για τη γλώσσα των πολυάριθμων εκείνων αγωνιστών που ήταν αλλόγλωσσοι ή δίγλωσσοι, και μάλιστα σε γλώσσες προφορικές και όχι γραπτές, όπως συνέβαινε με τους Βλάχους και τους Αρβανίτες.
Σπάνια από τα κείμενα-πηγές του Αγώνα μπορούμε να αντλήσουμε έστω μνεία γι’ αυτές: έτσι π.χ., ο Ν. Κασομούλης στα απομνημονεύματά του, τα τόσο πολύτιμα και λεπτομερή, αναφερόμενος σ’ ένα περιστατικό που αφορά τον -ως Υδραίο- αρβανιτόφωνο Κουντουριώτη, καταγράφει την παροιμία που αυτός ανεφώνησε εις άπταιστον αλβανικήν «βάτε με κάλε, έρδε με γκομάρ» (που θα πει «πήγε με άλογο, γύρισε με γαϊδούρι»). Κατά τον ίδιο τρόπο, ο Κ. Μεταξάς στα απομνημονεύματά του, αναφερόμενος σε μια ομιλία του Μάρκου Μπότσαρη προς τους συμπολεμιστές του Σουλιώτες, αρκείται να σημειώσει: «τους ελάλησεν εις την γλώσσαν των, αλβανιστί, οι δε λόγοι του ήσαν πλήρεις ενθουσιασμού και πατριωτισμού…».
Το ότι οι αγωνιστές του ’21 -είτε ελληνόφωνοι είτε αλλόφωνοι είτε δίγλωσσοι- βωμολοχούσαν και έβριζαν είναι περισσότερο από βέβαιο. Οι βωμολοχίες αυτές μόνο σε λίγες περιπτώσεις καταγράφτηκαν κι έφτασαν ως εμάς· η ευπρέπεια που υποβάλλει ο γραπτός λόγος, καθώς και η επιδίωξη λόγιου λόγου που επέλεξαν οι περισσότεροι από τους αγωνιστές όταν αργότερα, μετά τον Αγώνα, έγραφαν τα απομνημονεύματα τους, δεν επέτρεψαν να γνωρίζουμε πολλά για το θέμα αυτό.
Γνωρίζουμε ότι πριν από τις μάχες οι αντίπαλοι συνομιλούσαν κατ’ αρχάς ήρεμα, για να καταλήξουν -συνήθως αλβανιστί- σε ύβρεις αισχρές ο ένας για τη θρησκεία του άλλου, ύβρεις που από μόνες τους έδιναν το σύνθημα της μάχης και περιέγραφαν το μίσος και το πάθος. «Τούρκε, γαμώ την πίστη σου και το συκώτι σου», κραύγαζαν οι Έλληνες της Νάουσας, όταν κατά την εξέγερση τους έσφαζαν τους παλιούς τους φίλους(sic) Τούρκους συντοπίτες τους, όπως με φρίκη καταγράφει ο Κασομούλης στα απομνημονεύματα του. Οι «φιλοφρονήσεις», όμως, δεν λείπουν και μεταξύ συναγωνιστών και ομοφύλων: «σκατόβλαχο» αποκαλεί ο προύχοντας της Πελοποννήσου Κανέλλος Δεληγιάννης τον Κολοκοτρώνη, «αλιτήριο» και «εξωλέστατο» τον ιερωμένο Παπαφλέσσα ο επίσης ιερωμένος Π.Π.Γερμανός, «κερατοκαλόγερο» ο Μακρυγιάννης έναν καλόγερο, φίλο των Κολοκοτρωναίων.
Ο Μακρυγιάννης είναι στ’ αλήθεια πολύτιμη πηγή απτού, αμέσου και πηγαίου λόγου της εποχής, Ο πληθωρικός αυτός άνθρωπος γράφει ειλικρινά και παρορμητικά τα απομνημονεύματά του με τα λίγα γράμματα που μόλις έμαθε. Δεν γνωρίζει από ψευτοσυστολές και επιτηδεύσεις, γι’ αυτό κανείς μπορεί να βρει σ’ αυτόν λαγαρές φράσεις, όπως αυτές που χρησιμοποιεί για να περιγράψει την ανυποχώρητη αντίσταση που συνάντησαν οι Έλληνες εκ μέρους των αμυνόμενων Τούρκων, όταν επιχείρησαν να ανακαταλάβουν το κάστρο του Ακροκορίνθου, ένα κάστρο που λίγο πριν, από πανικό και φόβο, παρέδωσε στους επιτιθέμενους Τούρκους ο Έλληνας υπερασπιστής του Αχιλλέας, παρ’ ότι είχε επαρκή κάλυψη από άντρες, τρόφιμα και πολεμοφόδια, «…Οι Τούρκοι μας έβαλαν εις το κανόνι οπού δεν είδαμε πούθε να κάμωμε. Δεν ήταν ο Αχιλλέας, ο φρούραρχος της Διοίκησης, οπού τ’ αφήνει εφοδιασμένο και φεύγει· είναι Τούρκος, πολεμάγει δια την πίστη του. Ο Τούρκος έτρωγε ποντίκια και μας γάμησε το κέρατο με τα κανόνια και τις μπόμπες. Ο Αχιλλέας, αρνιά και κριάρια μέσα, τ’ αφήνει όλα και πάει ναύβρη τούς συντρόφους του οπού τον διορίσαν…».
Εκείνος, όμως, από τούς αρχηγούς του ’21 που χαρακτηριζόταν περισσότερο απ’ όλους για την ανεξέλεγκτη γλώσσα του ήταν ο Γεώργιος Καραϊσκάκης. Ορεσίβιος και αδρός, άνθρωπος που έζησε μέχρι τέλους της ζωής του τη φτηνή ειρωνεία όσων ήθελαν να θυμούνται πως ήταν «ο μούλος» «γιος της καλογριάς», βρήκε διέξοδο, για να ξεπεράσει την οργή του και να επιβληθεί σ’ ένα δύσκολο γι’ αυτόν κοινωνικό περιβάλλον, στον παραληρηματικό Βωμολοχικό λόγο. Η Βωμολοχία του ήταν τόσο συνεχής και έντονη που οι συναγωνιστές του χρειάστηκε να αποδεχθούν το ελάττωμα του αυτό ως «χούι», προκειμένου να μπορέσουν να συνυπάρχουν και να συμπολεμούν μαζί του.
Η αυτοσυγκράτηση αυτή δεν επιτυγχανόταν, πάντως, απ’ όλους τούς συμπολεμιστές του και σ’ όλες τις περιστάσεις. Να πώς απαντά ο Καραϊσκάκης στην πρόταση συμφιλίωσης που του στέλνει στα 1824 με επιστολή ο οπλαρχηγός της Ρούμελης Ν. Στορνάρης: «Γενναιότατε αδελφέ καπ. Νικόλα, …είδα όσα με γράφεις. Έχει και τουμπλέκια [τουρκικά όργανα του ιππικού] ο πούτζος μου, έχει και τρουμπέτες [ελληνικά όργανα]. Όποια θέλω από τα δυο θα μεταχειρισθώ…». Η ανταπάντηση ήρθε στο ίδιο κλίμα: «Επειδή έχεις και τουμπλέκια και τρουμπέτες βάστα, λοιπόν, διότι ο πούτζος μας και με τουμπλέκια και με τρουμπέτες θέλει σε κυνηγήσει…».
Πραγματικό, όμως, ρεσιτάλ ύβρεων απίστευτης σύλληψης και γλαφυρότητας περίμενε τους Οθωμανούς συνομιλητές του, όταν αυτοί έρχονταν σε επαφές μαζί του σε περιόδους που ο Καραϊσκάκης δεν βρισκόταν στις συνηθισμένες μέχρι το 1825 γι’ αυτόν συνδιαλλαγές μαζί τους για να κρατήσει το αρματολίκι των Αγράφων. Έτσι, στα 1823 ο Καραϊσκάκης λέει απευθυνόμενος στον απεσταλμένο του αρχηγού του τουρκικού στρατεύματος των Τρικάλων Σιλιχτάρ Μπόδα: «Έλα, σκατότουρκε… έλα Εβραίε, απεσταλμένε από τους γύφτους έλα ν’ ακούσεις τα κερατά σας, -γαμώ την πίστιν σας και τον Μωχαμέτη σας. Τι θαρεύσετε κερατάδες… Δεν εντρέπεσθε να ζητείτε “από ημάς” συνθήκην με “έναν” κοντζιά σκατο-Σουλτάν Μαχμούτην -να τον χέσω και αυτόν και τον Βεζίρην σας και τον Εβραίον Σιλιχτάρ Μπόδα την πουτάνα!».
Οι ύβρεις του Καραϊσκάκη, διαλεγμένες μία μία, επιδιώκουν να καταδείξουν στον άτυχο Τούρκο συνομιλητή του τη νέα τάξη πραγμάτων, τις καινούργιες κοινωνικές και πολιτικές ισορροπίες που η Επανάσταση έφερε, και τη θέση, πια, που έχει ο Καραϊσκάκης μεταξύ των Ελλήνων, των Ελλήνων που, λίγο παρακάτω, προσδιορίζονται και πάλι από τον Καραϊσκάκη με το γνωστό του τρόπο ποιοι είναι: «Ιδού οι Έλληνες! Αυτοί σας χέζουν και τώρα και πάντα».
Ο Καραϊσκάκης ήταν, βέβαια, κάτι πολύ περισσότερο από αυτή τη ζωώδη βωμολοχία. Αυτός ο παλιός κλέφτης, με τους βάναυσους τρόπους και την ασαφή κατά τα πρώτα τέσσερα χρόνια του Αγώνα εθνική συνειδητοποίηση και στάση, θα εξελιχθεί μαζί με την Επανάσταση και θα την υπερασπίσει με την ίδια του τη ζωή, σε μια ευγενή τελική πορεία που ανέδειξε τη μαχητικότητα, την ευφυΐα, το πείσμα, την αντοχή, τη στρατηγικότητα και την παλικαριά του.

Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΩΝ ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ
Η καθημερινή ομιλία των αγωνιστών του 1821, αλλά και γενικότερα της κλεφτουριάς, δεν είχε βέβαια τίποτα από εξιδανικευμένο των επισήμων εγγράφων που έφτασαν μέχρι σε εμάς, αυτά ήταν γραμμένα από μορφωμένους Φαναριώτες ή λογιότατους , ακόμα και αυθεντικές διηγήσεις των αγωνιστών έχουν τύχει της ωραιοποίησεως των γραμματέων οι οποίοι μετέφεραν στο χαρτί τις διηγήσεις των αγραμμάτων πολεμιστών.
Έτσι τα κείμενα του Ν. Κασομούλης και του Μακρυγιάννη αλλά και οι σκόρπιες περιγραφές από περιστατικά μας δίνουν μια εικόνα για ποια γλώσσα μιλούσαν οι Έλληνες κατά την επανάσταση.
Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι οι αγωνιστές πολλές φορές ήταν δίγλωσσοι ή και τρίγλωσσοι, Μίλαγαν δηλαδή Ελληνικά, Αρβανίτικα, Τούρκικα, Βλάχικα και Σλάβικα.
Ένα μέσον για να «ανάψουν τα αίματα» πριν την μάχη ήταν η βωμολοχία, αυτή περιλάμβανε βρισιές που είχαν να κάνουν με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις, την ιδιαιτερότητα (κουσούρια), την οικογενειακή κατάσταση, υπενθύμιση παλαιοτέρων συμβάντων κ.λπ.
Ας δούμε όμως μερικά παραδείγματα από τις εν λόγω λογομαχίες των αγωνιστών με Τουρκαλβανούς αντίπαλους ή και Έλληνες συμπολεμιστές.

ΠΑΡΑΤΣΟΥΚΛΙΑ
Θ Κολοκοτρώνη : «σκατόβλαχο» τον αποκαλεί ο προύχοντας της Πελοποννήσου Κανέλλος Δεληγιάννης.
Παπαφλέσσα : «Αλιτήριο» και «εξωλέστατο» τον ονομάζει ιερωμένος Π. Π. Γερμανός.
Γεώργιος Καραϊσκάκης : Το σύνηθες παρατσούκλι ήταν «ο μούλος» «γιος της καλογριάς».

ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΕΣ ΑΝΤΕΓΚΛΗΣΕΙΣ
Στο Μεσολόγγι ένας Τούρκος από τον Μωρία που ήξερε καλά Ελληνικά άρχισε τις βλαστήμιες είπε για την Παναγία , τον Σταυρό, την κολυμπήθρα. Ένας Κραβαρίτης πολεμιστής από του Μακρή την ντάπια του λέει:
- Ωρέ Τούρκε έσωσες βλαστημώντας ή ακόμα;
- Έσωσα!
- Άκουσε λοιπόν. Να χέσω τον Μωχαμέτη σας, να χέσω τον Αλή , να χέσω τη Σερίφ, να σας χέσω το χατζηλίκι σας , να σας χέσω τον τάφο του Μωχαμέτη σας, να χέσω τον Σουλτάνο σας και όλα τα ρετζιάλια του, να χέσω τα τζαμιά σας και τους τεκέδες σας, να χέσω το κοράνι σας, να χέσω τον βεζίρη σας Κουταγιά και όλους τους πασάδες σας τους μπουλουκμπασιάδες σας και το ασκέρι σας, να χέσω και τα δικά σου μούτρα, το κεφάλι σου, τα φρύδια σου, το στόμα σου, τα χέρια σου, τα νύχια σου, να χέσω τα άρματά σου, τα πιστόλια σου, το τουφέκι σου, το γιαταγάνι σου να χέσω το τσιμπούκι σου, να χέσω την σακούλα του καπνού σου, τις φούντες της σακούλας (όλα τα είπε με μια πνοή, μόλις άκουσε και το τελευταίο και ενώ ήταν έτοιμος να συνεχίσει πετάχτηκε ο Τούρκος)
- Ουχ ο κερατάς, τίποτις δεν άφησε άχεστο Νισάφι βρε δεν ξαναβλαστημώ.
Έβαλαν τα γέλια τα δύο ασκέρια και οι Τούρκοι βρίζανε τον δικό τους που έδωσε αφορμή για τέτοιες βρισιές.

ΕΘΝΙΚΕΣ ΑΝΤΕΓΚΛΗΣΕΙΣ
Το 1823 ο Καραϊσκάκης λέει στον απεσταλμένο του αρχηγού του στρατεύματος των Τρικάλων Σιλιχτάρ Μπόδα: «Έλα, σκατότουρκε… έλα Εβραίε, απεσταλμένε από τους γύφτους έλα ν’ ακούσεις τα κερατά σας, -γαμώ την πίστιν σας και τον Μωχαμέτη σας. Τι θαρεύσετε κερατάδες… Δεν εντρέπεσθε να ζητείτε “από ημάς” συνθήκην με “έναν” κοντζιά σκατο-Σουλτάν Μαχμούτην -να τον χέσω και αυτόν και τον Βεζίρην σας και τον Εβραίον Σιλιχτάρ Μπόδα την πουτάνα!».
Σε Τούρκο συνομιλητή του λέει «Ιδού οι Έλληνες! Αυτοί σας χέζουν και τώρα και πάντα».

ΑΝΤΕΓΚΛΗΣΕΙΣ ΜΕΤΑΞΥ ΕΛΛΗΝΩΝ
Καραϊσκάκης στην πρόταση συμφιλίωσης που του στέλνει στα 1824 με επιστολή ο οπλαρχηγός της Ρούμελης Ν. Στορνάρης του γράφει: «Γενναιότατε αδελφέ καπ. Νικόλα, …είδα όσα με γράφεις. Έχει και τουμπλέκια [τουρκικά όργανα του ιππικού] ο πούτζος μου, έχει και τρουμπέτες [ελληνικά όργανα]. Όποια θέλω από τα δυο θα μεταχειρισθώ…». Η ανταπάντηση ήρθε στο ίδιο κλίμα: «Επειδή έχεις και τουμπλέκια και τρουμπέτες βάστα, λοιπόν, διότι ο πούτζος μας και με τουμπλέκια και με τρουμπέτες θέλει σε κυνηγήσει…».
Όταν τον δίκαζαν τον Καραϊσκάκη είπε για να δικαιολογήσει την βωμολοχούσα γλώσσα του «Κυρ – Πάνο είσαι περίπου 70 χρονών. Σου έχω πεί πολλές φορές να κόψεις το χούϊ που έχεις να γκαστρώνεις τις τσούπρες. Εσύ όμως δεν τόκοψες;»
Ο Καραϊσκάκης είχε ένα παλιόβρακο που το φόραγε σε όποιον δείλιαζε  «το βρακί της Κατερίνας». Όταν λοιπόν έβλεπε τέτοια συμπτώματα φώναζε « το βρακί της Κατερίνας φέρτε μου» και όλοι κέρωναν.

ΜΟΝΟΛΟΓΟΙ
Η Ελένη Σταθή στο Μεσολόγγι πήγε στο πηγάδι, γέμισε με νερό την νεροβαρέλα και τότε μια μπάλα κανονιού έπεσε εκεί και της την έσπασε χωρίς η ίδια να πάθει τίποτα και τότε μονολόγησε: «Μπα ! κακό καιρό νάχεις για μπάλα και εκείνος που σ’ έριχνε …. Και δεν έχω άλλην βαρέλα και τι θα γένω!».
Ο Ν. Κασομούλης στα απομνημονεύματά του, αναφερόμενος σ’ ένα περιστατικό που αφορά τον -ως Υδραίο- αρβανιτόφωνο Κουντουριώτη, καταγράφει την παροιμία που αυτός ανεφώνησε εις άπταιστον αλβανικήν «βάτε με κάλε, έρδε με γκομάρ» (που θα πει «πήγε με άλογο, γύρισε με γαϊδούρι»).
Στο νεκροκρέβατο ο Καραϊσκάκης είπε: «Ξέρω τον αίτιο κι αν ζήσω του παίρνω το χάκι (εκδίκηση), ειδέ και πεθάνω ας μου κλάσουνε τον πούτζο κι αυτός! Τι κέρδισε;».

ΠΑΡΑΚΑΛΙΑ
Στο Μεσολόγγι οι Έλληνες εργάτες (σκλάβοι ) των Τούρκων φώναζαν στους πολιορκούμενους «Είμαστε χριστιανοί, πατριώτες ! Σκοτώστε μας για να πάρουν τέλος τα βάσανά μας».

ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΕΣ ΑΝΤΕΓΚΛΗΣΕΙΣ
Λίγο πριν μια επίθεση των Τούρκων στο Μεσολόγγι γίνηκε ο ποιο κάτω διάλογος :
- Έχει ωρέ ο κοτζαμπάσης κόρη;
- Έχει
- Έχει και ο παπάς κόρη;
- Και ποια είναι η ομορφότερη;
- Κ οι δύο όμορφες είναι.
- Αμέ τότες να τους πεις να πλυθούν.
- Γιατί ωρέ Τούρκε;
- Γιατί αύριο ισαλά θα μπω και δεν θέλω να τις βρω άπλυτες.
Και φυσικά μετά από αυτό άρχισε το τουφεκίδι.

Διάλογος στο Μεσολόγγι :
- Αχ ντουφέκι να τόχα εγώ καημένε
- Τι το θες ωρέ
- Γιατί εμένα μου πρέπει να τόχω. Ξέρεις Αγά;
- Τι
- Να μου το φυλάξεις και σου χαρίζω τη ζωή άμα σε πιάσω.
- Τι λες μωρέ καημένε; είσαι παλαβός;
- Κλάνε λίγο έτσι να δω τι σημάδια έχεις;
- Το κεφάλι θα σου πάρω.
- Καλά αγά εγώ έχω τα χέρια μου και δε σ’ αφήνω .
- Πρώτα θα σου πάρω το τουφέκι κ’ ύστερα το κεφάλι.
- Αμ’ έχω και μπιστόλες αγά.
- Και αυτές θα στις πάρω.
- Αμ’ έχω το γιαταγάνι αγά.
- Με το φτυάρι και το χώμα θα σε κυνηγώ ως τους Κορφούς και τότε στα παίρνω όλα.
- Φύλαξέ μου το τουφέκι, είδα όνειρο πως θα σου το πάρω.
- Να μου φας το σκατό κερατά!
Και άρχισε το τουφεκίδι.
Στο Μεσολόγγι ένας Τουρκοκρητικός πλησίαζε με την βάρκα και φώναζε «Μωρέ θέλω την νύφη του Παπά».
Ο Καραϊσκάκης όταν ήταν άρρωστος προκειμένου να διαπιστώσει τις ιατρικές ικανότητες ενός Ευρωπαίου ιατρού, μέσα στο κρεβάτι του έβαλε ένα από τα παλικαριά του, αυτό λοιπόν έδωσε το χέρι του για να πάρει τον σφυγμό ο ιατρός, ο οποίος μετά από πολύ περίσκεψη έβγαλε την διάγνωση
- Οι δυνάμεις σου στρατηγέ πέσανε πολύ.
Τότε τίναξε τα σκεπάσματα και ο γιατρός έμεινε ξερός βλέποντας το χέρι του παλικαριού.
- Ο πούτζος μου έπεσε ωρέ κι όχι οι δυνάμεις μου.

ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ
Ο Κιουταχής έστειλε τον Καραταίτη για να μιλήσουν για ειρήνη με τον Καραϊσκάκη.
- Έλα δω Σκατότουρκε , έλα δω Εβραίε, σταλμένε από τους Γύφτους, έλα να ακούσεις τα κέρατα σας! Τι θαρέψατε κι είναι ο πόλεμος και τον εκάνατε ; Και τώρα δε ντρέπεστε να ζητάτε ειρήνη με κοτζάμ σκατοσουλτάνο Μαχμούτη που έχετε ; Να χέσω κι αυτόν και τον βεζίρη σας και τον Σαλιχτέρ Μποδά την πουτάνα!
- Θα σηκωθώ φωνάζει στον Καραταΐτη να φάγω κρέας από σένα, βρωμιάρη, να πάρω το δίκιο μου! Ήρθες εδώ ίσια στο ορδί μου, τάχατες για φίλος, άπιστε άνθρωπε όμοιε με τους αφεντάδες σου!
- Ε ωρέ Καραϊσκάκη φτάνει ! Μ’ έβρισες κι εμένα και την Τουρκιά. Άφησε τα λόγια να δούμε τι θα κάμουμε.
-Να, του αποκρίνεται δείχνοντας τους καπεταναίους , μ’ αυτούς τους πουτζαράδες κάνε συμφωνίες. Εγώ είμαι άρρωστος και δεν μπορώ να ακούω τις φαφλαταριές σου.
Επιστολή Καραϊσκάκη προς τους οπλαρχηγούς.
Εις όλους εσάς όπου ρίχνετε την παταργιά εις την ράχη. Τι σας χρειάζεται παταργιά, κερατάδες ή θέλετε να γυρίσω οπίσω να κάψω εσάς και τα παιδιά σας; Να γκρεμιστήτε από αυτού να μη σας πάρει ο διάολος . Όχι άλλο.
Να και η απάντηση:
Κερατά. Όλοι να σου γαμήσουμε το κέρατο. Τι παντυχαίνεις, με καυσίματα πολεμάς να φοβερίζεις; Αυτό όπου εβρήκες δε μας γλυτώνεις.
Στορνάρης Ράγκος

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΖΩΗ
Μια Τουρκοπούλα από την Τρίπολη μετά την κατάληψη της πόλης έμεινε μόνη την πήρε λοιπόν ο Καραϊσκάκης την βάφτισε Μαρία και την είχε στο στρατόπεδο του ψυχοκόρη. Η Μαρία ντύθηκε αγόρι με φουστανέλα και την φώναζαν Ζαφείρη, έτσι για να μη σκανταλίζει, ήταν το αίσθημα του χωρίς έρωτα, η ορτινάτζα του, που του στάθηκε μέχρι τον θάνατό του.
Όταν λοιπόν όταν επισκέφτηκε την γυναίκα του στον Κάλαμο το νησάκι που είχε ασφαλίσει την φαμελιά του είχε μαζί του και τον Ζαφείρη. Η καπετάνισσα την τσίλιαρε και κατάλαβε ότι ήταν γυναίκα, το είδε αυτό ο Καραϊσκάκης και της λέει «Έγνοια σου μωρή, μη μου χολιάζεις έχω και για σένα….». Μετά από επτά μήνες γεννήθηκε ο γιος του ο Σταύρος.

Πηγή: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 23/08/2006
Επιλογή-Επιμέλεια-Ανάρτηση


Δεν υπάρχουν σχόλια: