TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2015

Το Υφαντέικο στη Μεγάλη Κάψη

Το Υφαντέικο στη Μεγάλη Κάψη
Ιστορία και αναμνήσεις από ένα παλιό σπίτι της Ορεινής Φθιώτιδας…
Νίκος Δ. Παπαδιονυσίου
Φωτό από την ομάδα Μεγάλη Κάψη Φθιώτιδος, καλύτερη από τις δικές μου,
μάλλον του Γιώργου Ποντικού

Το σπίτι που στέγασε πολύ αργότερα την Ειρήνη (Ρήνω) Ποντικού και τον πρώτο της σύζυγο Σακελάρη, μετέπειτα τον Στέλιο Υφαντή, εκκλησιαστικό λεπτουργό παππού μου, με την νέα του οικογένεια, την Ειρήνη, χήρα Σακελάρη, την κόρη του, μητέρα μου, από τον πρώτο του γάμο Δέσποινα (Δέσπω) και τον γιο του με την Ειρήνη, Βαγγέλη Υφαντή, κτίστηκε από Ηπειρώτες «τεχνίτες της πέτρας» το νωρίτερο λίγο πριν το 1900. Συμπερασματικά, πολύ πιθανά, ακόμα παλιότερα. 
Δεν είναι αυτό που φαίνεται στη φωτογραφία πιο πάνω. Η θέση του περιελάμβανε το αριστερό κομμάτι της φωτογραφίας. Το υπόλοιπο ήταν αριστερά του με το πιο πάνω σπίτι να είναι το «παλιόσπιτο», όπως το ονόμαζαν, βοηθητικό παράρτημα και σε επαφή μ΄ αυτό, καθώς επικοινωνούσε με το κανονικό.
Το σπίτι αυτό κατελάμβανε και το μεγαλύτερο μέρος του ανηφορικού σήμερα κοινοτικού δρόμου αριστερά του, δεξιά στην διπλανή φωτογραφία, που παλιά ήταν ένα απλό μονοπάτι, σύρριζα στο πρανές..
Δεν έχω στοιχεία γραπτά για εντελώς ακριβή χρονολόγησή του, ούτε δια ζώσης, παρά μόνο ότι χρησιμοποιήθηκε σαν δημαρχείο, άγνωστης ιδιοκτησίας τότε, όταν με νόμο της 27ης Δεκ. 1833 (ΦΕΚ 3ο της 10. 01. 1834) «Περί συστάσεως των Δήμων του Κράτους»ιδρύθηκε ο Δήμος Τυμφρηστού με 19 κοινότητες. Πρώτη έδρα του το Μαυρίλο, ακολουθεί η Μερκάδα, έπεται το Κάψη.
Δήμαρχοι κατά σειρά από Μαυρίλο, από Νεοχώρι αργότερα, από Μερκάδα μετά. Ακολουθεί ο πρώτος Καψιώτης δήμαρχος, ο Χαράλαμπος Δεδούσης, οι Μερκαδιώτες ύστερα, ο Σεραφείμ Δεδούσης, 1909- 1912 τέλος.
Επομένως συμπεραίνω ότι κτίστηκε πριν το 1900 για να χρησιμοποιηθεί σαν δημαρχείο..
Το σπίτι αυτό αγόρασε αργότερα για προίκα για τον πρώτο της γάμο στην αδελφή του Ειρήνη Υφαντή ο Γρηγόρης Ποντικός, πλούσιος Ελληνοαμερικάνος.
Η εικόνα του παραμένει ανεξίτηλη στο μυαλό μου, τυπωμένη από τα νηπιακά μου χρόνια και για μερικά ακόμη που λαβωμένο παρέμενε σε χρήση πριν κατεδαφισθεί από τον Στέλιο Υφαντή, μετά τον Εμφύλιο. Η όμορφη λιθοδομή του με τις σιδεριές στα παράθυρα. Τα μεγάλα τζάκια με τις καπνοδόχους τους. Η τεράστια δίφυλλη πόρτα, σαν πύλη μου φαινόταν, από συμπαγή χοντρή καστανιά, με δυο βαριές μπάρες- βραχίονες για ν’ ασφαλίζει το βράδυ από μέσα. Άφθονη η ξυλεία από καστανιά και καρυδιά στο εσωτερικό του για πορτοπαράθυρα, ντουλάπια, έπιπλα, πατώματα και την κεντρική, εσωτερική, ημικυκλική φαρδιά σκάλα που σε ανέβαζε πάνω από τον μεγάλο χώρο της εισόδου, αφήνοντας το κατώι με το μαντζάτο αριστερά και άλλους βοηθητικούς χώρους δεξιά. Στο ανώι, τρία μεγάλα υπνοδωμάτια με τζάκια. Πίσω η κουζίνα με τεράστιο τζάκι –μαγειριό, δίπλα η γάστρα και όλα τα επικασσιτερωμένα χάλκινα σκεύη. Μπρος από τον πάνω διάδρομο, το μεγάλο μπαλκόνι, πάνω από το  μονοπάτι για Κοτρόνι και τ΄ άλλα χωριά, το Μεσαίο Κάψη και το Πέρα, τον Κάτω Μαχαλά, την έξοδο του χωριού προς τη δημοσιά, την Μερκάδα και τ’ άλλα χωριά του Τυμφρηστού. Απέναντι να τον αγγίξεις ο πλάτανος ο πάνω από το χοροστάσι.
Στο μεγάλο μπροστινό δωμάτιο με θέα τον αιωνόβιο αυτόν πλάτανο όπου κάθε Σεπτέμβρη χιλιάδες χελιδόνια αθροίζονταν για ομαδικό φευγιό για ζεστά κλίματα, με  γέννησε η Δέσπω.
Μαζί με την εικόνα του σπιτιού, εικόνες και μυρωδιές της νηπιακής εποχής με κατακλύζουν και σήμερα. Σκεύη μαγειρικά, άλλα της αγροτικής ζωής, εργαλεία διάφορα της ξυλογλυπτικής του παππού μου. Κότες, κοκορομαχίες στην αυλή, κυνηγητό του κόκορα στις κότες και καβάλημά τους με  λάβρο τσίμπημα στον σβέρκο τους, τ΄ αυγουλάκια τους στις φωλιές τους, την βρώμα του γουρουνιού στον λάκκο, ένα μοσχαράκι μηνών να με κυνηγά άφοβο από το μικρό μου μπόι, μυρωδιές από ξινόγαλο, κλωτσοτύρι, φρέσκες μυτζήθρες και παλιές, βούτυρο, ανάλατο κι΄ αλατισμένο, από φρεσκοψημένο ψωμί, μπομπότα, κολοκυθόπιτας με  γλίνα να ψήνονται στη γάστρα, από χυλοπίτες και τραχανάδες κάθε είδους.
Έτσι ο τόπος αυτός και με τον σχεδόν κάθε χρόνο παραθερισμό μου, έγινε «το χωριό μου». Τόπος που αγάπησα καθώς με ανέβαζε η Δέσπω κάθε καλοκαίρι, όπου ανέβαινα αργότερα με τους γονιούς μου, τ΄ αδέλφια μου ή και μόνος μου ή και χειμώνα – καλοκαίρι με τον αδελφό μου, όσο ζούσε,  και τον θείο- αδελφό Βαγγέλη, Υφαντή εργένικα οι τρεις μας. Τόπος με παιδικές, εφηβικές, ακόμα και μνήμες από πρόσφατα ακούσματα, ευχάριστα και φρικτά.
Έτσι, αξέχαστη μου παραμένει η διαδικασία που κράτησε μέχρι τα 12 μου Δυο- τρεις ημέρες πριν επιστρέψουμε στον Πειραιά, αρχές φθινόπωρο, με ζύγιζαν στο καντάρι  για τσουβάλια, τορβάδες ή  σφαχτά. Το ζύγισμα έμοιαζε γιορτή. Παρόντες όλο το συγγενολόι και φίλοι παραθεριστές από Πειραιά, Λαμία, Σαλονίκη. Το καντάρι κρεμόταν από το δοκάρι της πόρτας του μπαλκονιού. Αγωνία για το πόσες οκάδες πήρα με την υπερτροφία, μήπως και τις έχασα με τις τρεχάλες των παιχνιδιών. Η φθίση καραδοκούσε τα μεταπολεμικά χρόνια. Για να ζυγιστώ με κρατούσαν. Αργότερα κρατιόμουν μόνος από αλυσίδες και χοντρά τσιγκέλια. Με είχαν πρωτοζυγίσει με τη πρώτη – δεύτερη ημέρα της άφιξής μας. Όλοι κρατούσαν την αναπνοή τους να δουν το αποτέλεσμα.
Το σπίτι αυτό ήταν το σπίτι όπου έζησε μερικά χρόνια της εφηβικής και πρώτης νεανικής της ζωής η μητέρα μου, αυτό όπου ντύθηκε νυφούλα για να παντρευτεί τον πατέρα μου Δημήτριο, αυτό που το ζωντάνεψε με την τέχνη του  και σχεδόν μόνασε μετά τον θάνατο της Ρήνως ο ξυλογλύπτης Στέλιος Υφαντής..
Για περισσότερα ο αναγνώστης μπορεί να τα πληροφορηθεί στα παρακάτω link:
Δυστυχώς, το σπίτι αυτό, φωτογραφημένο μόνο στη μνήμη αυτών που επιζούν, χωρίς να σκεφτεί κάποιος, τότε που υπήρχε, να το φωτογραφήσει, το καθαίρεσε ο παππούς Στέλιος μερικά χρόνια μετά την επιστροφή από τον εκτοπισμό τους των συγχωριανών με το τέρμα του Εμφύλιου.
Στο διπλανό «παλιόσπιτο» ο Βαγγέλης Υφαντής στα 13- 14 του, εποχή της Εθνικής Αντίστασης, θυμάται αντάρτες «ζωσμένους σταυρωτά τα φυσεκλίκια τους» να κουβεντιάζουν για «κομμουνισμό και  αντάρτικο που ερχόταν».
Το πίσω μέρος του είχε κάνει κοιλιά με ένα του τμήμα ήδη γκρεμισμένο. Ασυντήρητο, αφρόντιστο, κτισμένο με λάσπη όπως ήταν, με χαλασμένη στέγη, το νερό από τις βροχές και τα χιόνια χρόνων, φούσκωσαν τους τοίχους…Έτσι αρχές 10ετίας του 1950, ο παππούς Στέλιος με την βοήθεια του γιου του Βαγγέλη το γκρέμισαν. Με μέρος των υλικών του, βελτίωσαν το «παλιόσπιτο», όπου έμειναν για λίγο μαζί, ύστερα μόνος του ο Στέλιος Υφαντής, κοσμοκαλόγερος, μέχρι περίπου τις αρχές της 10ετίας του 1970, μένοντας μόνος μόνο κάποια καλοκαίρια και το υπόλοιπό του με την οικογένεια του Βαγγέλη..   
Φωτό μου του 1985 ή ότι επιδιορθώθηκε κι΄ έγινε σπίτι με προσωπική εργασία του παππού μου Στέλιου Υφαντή και του Βαγγέλη Υφαντή αρχές 10ετίας 1950 από το πρώην «παλιόσπιτο». Από κάτω το μαγαζί του Γιώργου Ξαγάρα, τελευταίου μαγαζάτορά του.

Τέλος ,για χρόνια, από την 10ετία του 1980 ο Βαγγέλης Υφαντής, πέτρα προς πέτρα, μεγάλωσε και ομόρφυνε με σκληρή ατομική εργασία, παρά τα όποια σφάλματα εμφάνισης στο ισόγειο με τις αλλαγές στα παράθυρα ειδικά, για λόγους προσπάθειας να μεγαλώσει την στατική του αντοχή, το πρώην παλιόσπιτο δίνοντάς του την όψη τη σημερινή, αυτή της πρώτης φωτογραφίας…
Το σημερινό Υφαντέικο, το καμπαναριό και η γνωστή στροφή στην καρδιά του χειμώνα μέσα στα χιόνια. (Φωτό του Στυλιανού Ευαγγέλου Υφαντή, ΜΜ)

Επιμέλεια-Ανάρτηση: Τάκης Ευθυμίου

Δεν υπάρχουν σχόλια: