TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Σάββατο, 2 Δεκεμβρίου 2017

Οδολόγιον Ζητείας στην κοιλάδα του Κηφισού (Β΄)



ΟΔΟΛΟΓΙΟΝ ΖΗΤΕΙΑΣ ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΤΟΥ ΚΗΦΙΣΟΥ  
[ΜΕΡΟΣ Β΄]
[Του Παναγιώτη Δημάκη, υπεύθυνου Ιστορικού Αρχείου Δήμου Αμφίκλειας-Ελάτειας]
Μονοπάτια. Φωτοθήκη Μουσείο Μπενάκη 1928-1932 Σ. Μελετζής
Η περιγραφή μίας ζητείας, στον Ελληνικό λεγόμενο χώρο, εκείνα τα σκοτεινά χρόνια των 17ου -19ου αι. είναι δυσχερής. Οι λεπτομέρειες, τα περιστατικά, δεν ήσαν στις προτεραιότητες τών εν ζητεία περιηγούμενων μοναχών, είτε λόγω αμάθειας, είτε για προσωπικούς λόγους, στις καθημερινές διαδικασίες. Επίσης τα ανάλογα κείμενα, κώδικες, σημειώσεις είναι σπάνια και δεν εντοπίζονται εύκολα. Μερικοί ολιγογράμματοι μοναχοί και ιερείς έγραφαν στα περιθώρια, στα εξώφυλλα, στα κενά Μηναίων, Ψαλτηρίων κ.λ.π. γεγονότα όπως επιδημίες, σεισμούς κ.α. μάλιστα με την εκφορά της ντοπιολαλιάς, πού είναι πολύτιμα ώς δεδομένα. Τύχη αγαθή, στο Δελτίον τής Ι.Ε.Ε.Ε Τ1 τού 1883 εδημοσιεύθη άρθρον τού Θ. Νικολαϊδη – Φιλαδελφέα. " Περί τών Αγίων Λειψάνων εκ τού χειρογράφου, αυτογραφικού αγνώστου Αθηναίου ", εξ εκείνων τούς οποίους η σκληρή τυρρανία τού διαβόητου Αλή – Χασεκή, ανάγκασε να εκπατρισθούν. Το απόσπασμα δημοσιεύεται ώς έχει εν πρωτοτύπω, είναι δε λόγω άξιον όχι μόνον δια τα μνημονευόμενα γεγονότα, αλλά και τήν απέρριτον χυμώδη και γλαφυρά περιγραφή, τών πεπραγμένων ζητείας, αλλά και περιστατικά στήν Χαλκίδα και στήν Λειβαδιά. Το κείμενο είναι μοναδικό για τήν πλοκή, την ζωντάνια, τήν γλώσσα, εν αντιθέσει με τα ξηρογραφήματα τού γραφέως τού χειρ. 65 της Μονής Πλατυτέρας, πού δεν χάνει βεβαίως τήν αξία του, με τήν καταγραφή μόνον τών αναγκαίων οικονομικών στοιχείων κ. λ.π. τηλεγραφικά. Παρατίθενται κατωτέρω τμήματα τής ζητείας τού χειρογράφου τής Ι.Ε.Ε.Ε. ώς εν πρωτοτύπω.
S.J.Barroous 1898 Boston. The lsles and shrines of Greece. O Αμερικανός επισκέπτης, διέσωσε μία 
σπάνια εικόνα και μάς χάρισε, μία Φωτογραφία, με το γελαστό ανυποδητο καλογεράκι (καλογερίτζι).

Χειρόγραφο Ανωνύμου τής Ιστορικής Εθνολογικής Εταιρείας Ελλάδος
«…Τέλος μίαν αυγήν με δίδει ο πατήρ μου τον γάιδαρον και τον παίρνω και περνώ από την πόρτα τών Αγίων Αποστόλων και αυτός πέφτει από το τειχίον και έρχεται και με ευρίσκει καθώς με παρήγγειλε και τραβούμε δια την Χαλκίδα οι δύο μας από το μέρος τού Καλάμου. Εδώ εξημερωθήκαμε και ολημερίσαμεν είς ένα ρεύμα κατά το μέρος τής Κηφισιάς. Ήτο είς τα 1790 προς το Σεπτέμβριον… Ετραβήξαμεν διά την Χαλκίδα με τον νηστικόν γάιδαρον εμπρός, έχοντες επάνω ένα δισάκκιον με ολίγα ρούχα εμπαλωμένα και την παλαιόκαπα τού πατρός μου και μίαν ανδρομίδα και είς το πογγί όλα παράδες εξήντα, είς τα πόδια παλιοπάπουτζα και το φέσι τρύπιο… Είς Χαλκίδα δεν ήτο τυραννία δοσίματος χρηματική αλλά οι Τούρκοι ήταν κάκιστοι, εσκότωναν τους Χριστιανούς δια μικράς αιτίας και άλλα αισχρά έπρατταν είς τα παιδιά…Είς το πλησίον μας χωρίον, Φίλα ονομαζόμενον, ήτο κεφαλοχώρι έως 350 οικογένειαις, ποθαίνοντας καμπόσοι το εδιάβαλαν ώς βουρδόλακας, ότι επήγαιναν και έπνηγαν τους άλλους, όπου τότε αυτή η πρόληψις ήτον. Αλλά αυξάνοντας το κακόν τούς έδωσαν να καταλάβουν οι φρονιμώτεροι ότι είναι πανώλη, όπου εξέθαπταν τούς πεθαμένους και τούς έκαιαν με σίδερα πυρωμένα είς την καρδίαν… Είς το χωρίον Βασιλικόν ήτον ένας πρωτοσύγγελος τού Σίναιον όρους, κυνηγημένος από τον Χατζή Αλή, όπου ήτον είς το μετόχιον είς Αθήνα, ζητών να τον τυραννήση. Αυτός αντέτεινε είς τον τύραννον έχοντας τού μωαμέτη την χείρα είς το χαρτίον, όπου οι Σιναΐται είναι ασύδοτοι. Αλλά αυτός ο τύραννος δεν έπαιρνε απ’αυτά και έφυγεν και εκατοικούσεν εις το χωρίον Βασιλικόν όπου είχε μετόχι. Επήγα είς αυτόν και εσυγκολλήθην ώς ηξεύροντας το Σώσον Κύριε τον λαόν σου, όπου είχε ανάγκη να πηγαίνωμεν να κάνωμεν αγιασμούς, όπου η πανώλη άπλωσε, το χωρίον εσκόρπισε, τα Φίλα λεγόμενον και μετ’αυτόν εγέμωσα την κοιλίαν μου…Καθημερινώς επηγαίναμεν εις πολλά μέρη και εκάναμεν αγιασμόν από τον φόβον τής πανώλης όπου εξάπλωσεν ή από την πρόληψιν τών βορδολάκων...Ο πρωτοσύγκελλος Σιναΐτης είχε δύο ζώα, ένα άλογον είς το οποίον αυτός εκαβαλλίκευε κι ένα μουλάρι γέρικο είς το οποίον εβάναμεν επάνω τα άγια λείψανα και άλλους δισάκκαις άδειαις διά να βάζωμεν τας προσφοράς, προσφερόμενα από τους οποίους, εκάναμεν τούς αγιασμούς είς απανουκλιάστους, είς δε τους πανουκλιασμένους επαίρναμεν μόνο παράδες, προς ένα γρόσι τον αγιασμόν, βάζοντάς τους είς το ξύδι τούς ελαμβάναμεν… Εγώ έβαλα μιαν σκούφιαν καλογερικήν και έκαμνα ώς καλογερόπουλον κοντά είς τον γέροντα, να ψάλλωμεν το απόδειπνον και τα λοιπά…Η δύο μεγάλαις δισάκκαις κάθε βράδι ήρχοντο είς το μετόχι γεμάταις, έχοντες είς την μίαν δισάκκαν και μίαν στάμναν και εζητούσαμεν και λάδι, τα δε τα λοιπά ήττον κριθάρι, σιτάρι, σύκα, σουντζούκια ωραία τής Χαλκίδος, όπου τότε έφτιανον και τα λοιπά και, προς ένα γρόσι τον αγιασμόν περνώντας ολίγαις ημέραις τον αυξήσαμεν προς παράδες εξήντα. Μάς επαράγγειλαν εμένα και τού Γροσαρά, όπου όλοι επηγαίναμε μαζί οι τρείς και με τα δύο ζώα, ότι το πανίον όπου βάζουν επάνω είς κασέλα, η μπόλια, και ακουμπάτε τα άγια λείψανα όπου ψάλλομεν τον αγιασμόν, να το παίρνετε. Να λέτε δεν κάνει να μείνη είς αυτούς διότι ακούμπισαν απάνω τα άγια λείψανα. Έτσι, το έργον αυτό το αρχίσαμεν και είς ολίγαις ημέραις εσυνάξαμεν κάμποσαις χρυσόπολιαις, πεσκίρια και άλλα, έως ότου εδόθη ο λόγος δια το πρακτέον και δεν μας έβαλαν πλέον αλλά μίαν κασέλαν άδειαν, φοβούμενοι μήπως ζητήσωμεν και τα έσωθεν τής κασελώς, όπου επάνω είς αυτήν ακουμβούσαμεν τα άγια λείψανα… Τέλος, άρχισαν και οι Βλάχοι να μάς ζητούν είς τα βουνά, είς ταις στάναις, τα μαντριά των, να πηγαίνωμεν. Εκεί ώς κοπιαστικόν και μακρυά, σκέψης γενομένης, ο γέροντάς μου, μού λέγει να κάνωμεν ένα τεφτέρι ώς κόνδικα και άμα εψάλλαμεν τον αγιασμόν δεν ελαμβάναμεν πληρωμή όπου μάς έδιδαν, αλλά έβγαλα εγώ το τεφτέριον και έγραφα όλων τών ευρισκομένων τα ονόματα και τούς ελέγαμεν ότι τα ονόματα θέλομεν τα στείλη, είς το μοναστήρι, το Σίναιον όρος, να μνημονεύονται… Μάς ήρθε ένας καλόγηρος από το μοναστήριον τού αγίου Νικολάου, δύο ώρες τρείς μακρυά από το μετόχιόν μας, είς το χωρίον Βασιλικόν και μας λέγει να πάμεν εις το μοναστήριον να κάμωμεν αγιασμον. Αυτό το μοναστήρι ήταν σημαντικούτσικον. Ήταν παγαιμέναις εώς 25 φαμελιαίς από τα Φίλα χωρίον, εξαιτίας τής πανώλης. Αλλά εμολύνθη το μοναστήριον. Απόθανεν σχεδόν το ήμισυ από τας φαμιλιάς ομού και ο ηγούμενος και μερικοί καλόγηροι και, ήσαν σκορπισμένοι είς τα βουνά. Το μοναστήριον το είχαν έρημον αφισμένα. Οι καλόγηροι έστεκαν πολλά μακρυά από το μοναστήριον, ωσάν να είμεθα εμείς μόρτιδες να πάμε να ξεπανουκλιάσωμεν το μοναστήρι. Έτσι λοιπόν εμείς επήγαμεν. Το κλειδί τής εκκλησιάς ήτον είς την πόρτα. Ανοίγοντες την εκκλησίαν, η πρώτη παραγγελία όπου μας έδωσεν, ο γέροντάς μας ο Σιναΐτης ήτον, όσα στέφανα ασημένια ήτον, ομοίως και δύο κανδήλαις, πριν αρχίσωμεν τον αγιασμόν είς τας εικόνας, τας επήραμεν και τας εβάλαμεν είς το δισάκκιον μέσα και επαστρέψαμεν το μοναστήριον. Ύστερον, αρχίσαμεν τον αγιασμόν… Είμεθα είς τούς 1791 προς το Μάϊον. Ήρθεν είδησις από Λεβαδιάν, άνθρωπος επίτηδες και ζητά το γέροντα με τα άγια λείψανα να πάγη να κάμη αγιασμούς διά την πανώλην. Τότε παίρνει το Σπύρον Γροσάραν μόνο και πάγει είς Λεβαδιάν … Παπούτσια είς τα ποδάρια δε μου έμειναν, εφόρεσα τα τσαρουχάτσα και την ποιμαντικήν αγγούλαν εις το χέρι αλλά, εώς να γλυτώσει το θέρος μού έδωσε κι ένα μικρό δρεπάνι και εθέριζα και, ολίγον κατ’ολίγον έμαθα. Πότε με τα γίδια επήγαινα μαζί με τούς υιούς τού Ζαχαρία. Έγεινα και θεριστής και ποιμήν. Γλυτώνοντας το θέρος εκινήσαμεν δια τα μανδριά να συνάζωμεν τα γραμμένα αφιερώματα. Έτσι, βουνά λαγκάδια. Είς τα βουνά το Δέλφι τής Χαλκίδας όπου ήταν τραβηγμένοι οι Βλάχοι από τα κάτω μέρη από την κάψαν, η μία στάνη από την άλλην ήτον τρείς ώραις μακρυά και οι Βλάχοι μας έλεγαν « Για απόσια από την ραχούλαν » ;… Ήτο προς τον Ιούλιον. Ήλθεν είδησις ότι ήλθεν ο γέροντας είς το μετόχι από Λιβαδιά και εμήνυσε ν αφίσω τα συναγμένα γιδοπρόβατα … Οι άνθρωποι ήταν εγγύς να γλυτώσουν το θέρος. Πηγαινάμενος επήραμεν μόνο το πακράτζι του αγιαμού και τον σταυρόν και τη βρεχτούραν και ο γέροντας καβάλλα και το μουλάριν ξοπίσω και όπου εθέριζεν το « Σώσον Κύριε τον λαόν σου » και τέσσερα δεμάτια είς το μουλάρι και εμπρός και πίσω, είς δύο τρείς ημέραις, επήραμεν και άλλο ένα ζώον. Εκάμαμεν και ημείς μια θυμωνιάν, καλλιότερην ή μεγαλειότερην από εκείνους όπου είχαν σπαρμένα… 
Το Ιστορικό Αρχείο Ελάτειας και προσωπικά ευχαριστώ για την παραχώρηση επεξεργασίας και δημοσίευσης, τους συγγραφείς Δρ. Σπ. Καρύδη και την καθηγήτρια του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης κα. Π. Τζιβάρα.
Επιμέλεια-Ανάρτηση: Τάκης Ευθυμίου

Δεν υπάρχουν σχόλια: