Οι περιοδείες
του Αλή Πασά στη Ρεντίνα και στη «Βρύση Καρφή»
του Λεωνίδα Ιωάννου Καρφή
Αντιστρατήγου ε.α.
Ο
Αλή Πασάς και το Πασαλίκι των Ιωαννίνων
O Aλή
Πασάς γεννήθηκε το 1744, στο Τεπελένι, από μητέρα Ελληνίδα, που λεγόταν Χάμκω.
Το 1788 ο Σουλτάνος τον διόρισε Πασά των Ιωαννίνων, με δικαιοδοσία και στην
Στερεά Ελλάδα. ‘Ήταν ατίθασος και
τύραννος και αποκαλούνταν «Λιοντάρι των Ιωαννίνων».
Στην αυλή του εκπαιδεύτηκαν και υπηρέτησαν, ο Ανδρούτσος, ο Καραϊσκάκης, ο
Πανουργιάς, ο Κίτσος Τζαβέλας, ο Κωλέττης, ο Βηλαράς, κ.α.
Το 1820 ο Αλή Πασάς αρνήθηκε να υπακούσει
στον Σουλτάνο και θεωρήθηκε επικίνδυνος.
Τον Ιανουάριο 1822 ο Σουλτάνος απέστειλε τον Κιοσέ Μεχμέτ Πασά για τη σύλληψή
του. Ο Αλή Πασάς για να αποφύγει τη
σύλληψή του κατέφυγε στο μοναστήρι του
Αγίου Παντελεήμονα, κοντά στη Λίμνη Ιωαννίνων, όπου και σκοτώθηκε, στις 24
Ιανουαρίου 1822, σε συμπλοκή, με
τουρκικό απόσπασμα.
Οι περιοδείες του Αλή Πασά
Ο Αλή Πασάς, κάθε χρόνο, από το 1788,
επισκέπτονταν τις Λουτροπόλεις Σμοκόβου και Υπάτης και στη συνέχεια έκανε περιοδείες στις
περιοχές Τυμφρηστού και Αγράφων, για
έλεγχο και παγίωση της εξουσίας του. Διανυκτέρευε σε αρχοντικά των κοτζαμπάσηδων.
Τον συνόδευε πάντοτε πολυπληθής συνοδεία. Οι
περιοδείες του, για λόγους ασφαλείας του, δεν ανακοινώνονταν, ήταν μυστικές και
αιφνιδιαστικές.
Την συνοδεία του αποτελούσαν: «γιατροί, γραμματικοί, αξιωματούχοι και επίλεκτο στρατιωτικό τμήμα σωματοφυλάκων». Ο Αλή Πασάς συνήθιζε να μεταφέρει μαζί του και όλα τα είδη της ανατολίτικης χλιδής: «μαξιλάρια μεταξένια, χρυσοκέντητα και πολύχρωμα, ναργιλέδες χρυσούς και ασημένιους, γούνες πανάκριβες, και σκηνές αρχοντικές, με πολυτελέστατες επιπλώσεις». Είχε πάντοτε μαζί του και τις παλλακίδες του, για να τον περιποιούνται στοργικά και να τον φροντίζουν.
Η περιοδεία του
Αλή Πασά στη Ρεντίνα
Τον Αύγουστο του 1817 ο Αλή Πασάς μετέβη,
με την συνοδεία του, στα Λουτρά
Σμοκόβου, όπου συνήθιζε να κάνει λουτροθεραπεία και, κατά την επιστροφή του στα Γιάννενα, θα
επισκέπτονταν πόλεις και αξιοθέατες τοποθεσίες της περιοχής
Τυμφρηστού και Αγράφων. Κατά την
αναχώρησή του από το Σμόκοβο, πρώτος
σταθμός της επιστροφής του στα
Γιάννενα ήταν η
πόλη της Ρεντίνας.
Στην είδηση, ότι θα ερχόταν ο τύραννος των Ιωαννίνων, οι προύχοντες
της περιοχής, άρχισαν να συζητούν,
πως θα αντιμετωπίσουν τον ιδιόρρυθμο και αιμοσταγή Αλή Πασά και να ετοιμάζουν «τα μπαξίσια», τα δώρα τους και
τα έξοδα της συνοδείας του.
Ο Αλή Πασάς, «ντυμένος
μεγαλοπρεπέστατα, με την εντυπωσιακή λευκή και μακριά γενειάδα του, χονδρός,
κοιλαράς, πανούργος, με την πονηριά
ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του και
ζωσμένος την ασημένια πιστόλα του», έφθασε στη πλατεία της Ρεντίνας, όπου και κατέβηκε από το άλογό του, βοηθούμενος
από τους σωματοφύλακες του. Τον υποδέχθηκε ο Τσολάκογλου, φίλος του, άρχοντας και κοτζάμπασης Ρεντίνας, ο οποίος
και τον φιλοξένησε στο αρχοντικό του.
Ο Αλή Πασάς και η κόρη του Τσολάκογλου
Ο Αλή Πασάς όταν έφθασε στο αρχοντικό του κοτζάμπαση Τσολάκογλου, το θαύμασε και είπε: «το δικό σου το κονάκι, μπρέ Τσολάκ,
είναι καλλίτερο από το δικό μου στα Γιάννενα» και ο Τσολάκογλου απάντησε: «Αφέντη μ΄, δικό σου είναι και αυτό το κονάκι».
Στη συνέχεια ακολούθησε ο
εξής διάλογος (όπως διασώζεται):
- «Χαρέμ΄ έχεις, παιδιά έχεις, μπρέ Τσολάκ;»
- «Έχω εδώ τη
γυναίκα μου, το γιό μου και την κόρη μου, Πασά μ΄, ο άλλος γιός μου
σπουδάζει στην Πόλη».
- «Και πού΄ ναι το όμορφο
κορίτσι σ’, λογαριάζω να το πάρω στο χαρέμι μ΄, να συγγενέψουμε κιόλας, μπρέ
αφέντη μ΄;»
- «Είναι άρρωστη η κόρη μου από βαρεία αρρώστια, Πασά μ΄».
- «Θέλω να την δω, Μπίρομ’, Τσολάκ΄».
- «Πολυχρονεμένε, Πασά μ΄, αφέντη μ΄, κολλάει η αρρώστια της».
- «Ας κολλήσω, αν αυτό είναι το κισμέτι μ΄ ».
Ο κοτζάμπασης Τσολάκογλου είχε
υποψιαστεί το λόγο της επίσκεψης του Αλή Πασά στο αρχοντικό του και γι΄ αυτό
έκρυψε την πανέμορφη κόρη του σε ένα μπουντρούμι, όπου της «άλειψε το πρόσωπο με κατράμι, στάχτες και ακαθαρσίες και την έντυσε με
κουρέλια, για να κάνει την
άρρωστη από βαριά και κολλητική αρρώστια». Ο Αλή
Πασάς, όταν είδε το κορίτσι στο μπουντρούμι, σε αυτή την άθλια κατάσταση, πονηρός και έξυπνος καθώς ήταν,
μπορεί να κατάλαβε τι συνέβη, αλλά δεν είπε τίποτα.
Από καιρό, ο κοτζάμπασης Τσολάκογλου φρόντισε και είχε αρραβωνιασμένη
την πεντάμορφη κόρη του, από μικρή, με ένα από τα παιδιά των Κοντογιανναίων από
την Υπάτη, γενναίων αγωνιστών της ελευθερίας και καπεταναίων
Υπάτης, Τυμφρηστού και
Αγράφων, για να την γλιτώσει από τα χαρέμια των Πασάδων και
αμέσως ειδοποίησε τους Κοντογιανναίους, οι οποίοι ήρθαν, κρυφά, με τα άλογά
τους, πήραν την κόρη του και την
πήγαν στην Υπάτη.
Ήρθαν
από το δρόμο του μοναστηριού Ρεντίνας, αφού «έδεσαν με πανιά τα πόδια των
αλόγων τους, για να μην ακούγονται», πήραν την όμορφη κόρη και έφυγαν, χωρίς να τους πάρει
χαμπάρι κανείς.
Ο Αλή Πασάς στη «Βρύση Καρφή»
Την τρίτη ημέρα της παραμονής του στη
Ρεντίνα, ο Αλή Πασάς ξύπνησε νωρίς, το πρωί, όπως συνήθιζε, και διέταξε τους
συνοδούς του να ετοιμαστούν και να αναχωρήσουν, για αναψυχή, στην
αξιοθέατη τοποθεσία, γνωστή με την
τοπωνυμία «Βρύση Καρφή».* Ή πολυπληθής συνοδεία
ξεκίνησε και ο Αλή Πασάς καβάλα
στο περήφανο άλογό του, τον «Ντορή»,
όδευσε προς την τοποθεσία «Βρύση Καρφή». Καθώς ανέβαιναν την απέναντι βουνοπλαγιά ακούγονταν και οι πυροβολισμοί της
φρουράς, σύνθημα ενδεικτικό της δύναμης
και της κυριαρχίας του Αλή Πασά.
Στην τοποθεσία «Βρύση
Καρφή», ανάμεσα στα έλατα, στήθηκαν οι πολυτελείς σκηνές και ο Αλή Πασάς απολάμβανε την ειδυλλιακή ομορφιά της φύσης
και το δροσερό νερό της Βρύσης. Οι κτηνοτρόφοι της τοποθεσίας «Βρύση Καρφή», οι οποίοι ήταν από
τη γενιά των Καρφαίων ** της Ζημιανής-Δικάστρου, πρόσφεραν, κατά πάγια απαίτηση των Τούρκων Πασάδων, τα κτηνοτροφικά προϊόντα τους (κρέατα, τυριά, γάλα και άλλα), για την διατροφή του Αλή Πασά και της συνοδείας του.
Μετά από τρείς ημέρες ο Αλή Πασάς και η
συνοδεία του αναχώρησαν από τη «Βρύση Καρφή», μέσω «Γάβρου»,
για την Άρτα.
Η περιοδεία ήταν η τελευταία, καθώς ο Αλή Πασάς, από το επόμενο έτος,
απώλεσε την εμπιστοσύνη του Σουλτάνου, λόγω της αντίθεσής του στα
μεταρρυθμιστικά σχέδια των Τούρκων και
έκτοτε προείχε η διάσωση της ζωής του.
Οι πληροφορίες, εξ άλλου, περί της δράσης της Φιλικής Εταιρείας και των προεπαναστατικών του 1821 κινήσεων του Καραϊσκάκη και άλλων καπεταναίων περιοχής Αγράφων, απέτρεψαν νεότερες περιοδείες του Αλή Πασά στα Άγραφα.
---------------------------------------------
* Βρύση Καρφή, ελατοπεριοχή της
Κοινότητας Δικάστρου, με βρύση, σε
υψόμετρο 1.200 μ , στα όρια νομών
Φθιώτιδας-Καρδίτσας, θερινός βοσκότοπος,
όπου, από αιώνων, η μακρά γενιά των
κτηνοτρόφων Καρφή είχε την Στρούγκα της
και θερινός τόπος συνάντησης εκδρομέων, μέχρι σήμερα .
**
Πέντε Αγωνιστές, με το επώνυμο Καρφής, (Δημήτριος, Κων/νος,
Νικόλαος, Γεώργιος, Σπύρος) από την Ζημιανή (Δίκαστρο), οι οποίοι ενταχθήκαν
το 1821 στον «Νταϊφά» του Καραϊσκάκη, αναδείχθηκαν και τιμήθηκαν ως
Αριστειούχοι Αγωνιστές του 1821.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου