TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2011

Το φώλιασμα

                       ΤΟ ΦΩΛΙΑΣΜΑ
                                          του Γιάννη Αν. Σαντάρμη

              -Λάλα το, αηδόνι μ', λάλα το δυο, τρεις βολές τη μέρα,
              τη μια μέσα στο χάραμα, την άλλη μες στο γιόμα,
              την τρίτη το κοντόβραδο που βασιλεύει ο ήλιος
              και πες πως ήρθε η άνοιξη, κοντεύει καλοκαίρι,
              ήρθε καιρός για τα πουλιά που κλώθουν και φωλιάζουν.  
              Το λέει ο κούκος στις λογγιές, στα ρέματα τ' αηδόνι,
              το λέει ο πετροκότσυφας σε ξάγναντο λιθάρι,
              το λένε μες στις χλωρασιές χιλιάδες αγριοπούλια,
              το λένε καθώς χτίζουνε και φκιάνουν τις φωλιές τους.
              Ζευγαρωτά φτεροκοπάν, ζευγαρωτά πετάνε,
              κλαρί διαλένε για φωλιά, για κούρνια τους φουρκάλα,
              διαλένε τόπο απόκρυφο κι αποσκιερό κι απάγκιο
              κι όλο παγαίνουν κι έρχονται κι όλο και κουβαλάνε,
              άλλα φρύγανα κουβαλάν, ξερόφυλλα άλλα φέρνουν
              κι άλλα τούφες από μαλλιά κι αχνούδια και τριχούλες.
              Σαν τάσι πλέκουν τις φωλιές, σαν κούπα τις υφαίνουν,
              τις δένουν μ' αλογότριχες, με πούπουλα τις στρώνουν,
              με πολυτρίχια μαλακά και μούσκλια και λειχήνες
              κι άλλες τις σταίνουν καταγή, σε τούφα από χορτάρια,
              άλλες βαθιά σε πυκναριές, σε θάμνους τις στεριώνουν,
              άλλες σε φύλλα ανάμεσα και σε κορφές, σε δέντρα
              κι άλλες σε βράχους, σε σχισμές και σε στεφάνια απάνω.
              Κι όλο κοιτάνε τις φωλιές κι όλο τις τραγουδάνε
              και μαρτυράν με το σκοπό την πλούσια τη χαρά τους.
              Δεν κελαηδάν μόν' τις φωλιές, δεν κελαηδάν τις κούρνιες,  
              μα κελαηδάνε και τ' αυγά γλυκά, καθώς τα κλώθουν,
              κίτρινα, κόκκινα, ξανθά, τριανταφυλλιά, γαλάζια,
              εδώ κι εκεί ολοτρίγυρα με βούλες πλουμισμένα.
              Στα πλάγια κλώθει η πέρδικα, στ' αμπέλια ο κρασοπούλος,
              στα βάτα τα ολοφούντωτα κλωσσολογάει τ' αηδόνι,
              τ' αυγά του ο νεροκότσυφας στη ρεματιά ζεσταίνει,
              τ' ορτύκι στ' αγριοτρίφυλλο, στο στάρι η σιταρήθρα,
              εδώ η λαγιάστρα, ο χειμωνιάς, εκείθε η τουρκοπούλα
              κι ο σταυραϊτός στα κράκουρα κι η όμορφη βουργάρα
              σε τρύπες πλάι στης ποταμιάς τους όχτους τα ετοιμάζει.
              - Πάψε, πουλί μ', το κλώσσημα, κόψε το φώλιασμά σου,     
              σήκω να φας, σήκω να πιεις, σήκω και να πετάξεις.
              - Πώς να σκωθώ που κλώθω αυγά και πώς να τ' απαριάσω     
              Σκιάζομαι μη χαλάσουνε, φοβάμαι να μην κρυώσουν.
              Ω πουλομάνα στοργική, μητέρα πονεσιάρα,
              δε σου βολεί να σηκωθείς και τη φωλιά ν' αφήσεις,
              γιατί φαμίλια πλάθεις νια, γιατί παιδιά προσμένεις,     
              κι είναι παλάτι σου η φωλιά, βασίλισσα εσύσαι,
              ρηγόπουλα σου τα παιδιά και πριγκηπόπουλά σου.

Γλωσσάρι
απάγκιο, το= το μέρος που είναι προφυλαγμένο από τον άνεμο, προσήλιο.
απαριάζω= αφήνω, εγκαταλείπω.
αχνούδι, το= χνούδι.
βολεί= ευκαιρεί, έχει διάθεση χρόνου.
βούλα, π= η σφραγίδα και το τύπωμα της, κηλίδα, σημάδι.
βουργάρα, η= πουλί αποδημητικό (μέροψ), στο μέγεθος της τσίχλας, έχει σώμα σπαθάτο, ράμφος μακρύ, μυτερό και κάπως γυρισμένο, τα πόδια του είναι κοντά, συ­γκαταλέγεται στα ωραιότερα πουλιά του τόπου μας για την ποικιλία και τη ζωηρότητα των χρωμάτων του φτερώματός του, στο οποίο συνδυάζεται θαυμάσια το κίτρινο, το θαλασσί, το πράσινο, το άσπρο και το μαύ­ρο, το πέταγμα του είναι γρήγορο και ευέλικτο, πετά συνήθως ψηλά στον ουρανό πριν από τη βροχόπτω­ση, το λάλημα του είναι διακεκομμένο: βούρου, βούρου, βούρου, απ' όπου ονομάσθηκε βουργάρα, ζει κα­τά ομάδες και σκάβει τη φωλιά του στις απότομες χω μάτινες όχθες των ποταμών, που είναι μία στοά οριζό­ντια, μήκους 150 εκατοστών, τρέφεται με έντομα και ιδίως με μέλισσες, στις οποίες οφείλει το δεύτερο όνομα του, διακρίνεται δε για το ανεπτυγμένο αίσθη­μα αλληλοβοήθειας στους ομοφύλους του, μελισ­σουργός, μελισσοφάγος, μελισσολόγος.
γιόμα, το= μεσημέρι, γεύμα.
κράκουρο, το= απότομος πετρότοπος βουνοκορφής.
κρασοπούλος, ο= όμορφο πουλί, πιο μεγάλο απ' το σπουρ­γίτι, με κίτρινη κοιλιά, κιτρινόμαυρα φτερά, σταχτιά ράχη και μαύρο κεφάλι, ζει στ' αμπέλια και στα χωρά­φια με σιτάρι και κριθάρι, κελαδεί δε μελωδικά και ιδιόρρυθμα, αμπελουργός, κριθαράς, τιρολής, μεθύστρα, μπερβέλι, εμπέριζα, χοντρομύτης ο μελανοκέφαλος.
λαγιάστρα, η= πουλί αγροδίαιτο, που μοιάζει με τον κορυ­δαλλό, χωρίς λοφίο, όπως αυτός, το χρώμα του φτερώματός του είναι ανοικτό ξανθό, ζει κοπαδιαστά και αρέσκεται να χαμοκάθεται και να ησυχάζει (λαγιάζει) στους αγρούς.
μούσκλι, το= βρύο που φυτρώνει σε υγρά και σκιερά μέρη, λειχήνα, πολυτρίχι, μούσκουλο.
νεροκότσυφας, ο= είδος κοτσυφιού (κίγκλος ο φίλυδρος), στο μέγεθος του μαύρου κότσυφα, έχει χρώμα καστανόφαιο, η τραχηλιά του είναι ξανθή, αρέσκεται να ζει σε υδροχαρή μέρη με θαμνώδη βλάστηση, κρύβε­ται με επιμέλεια στους βάτους της ακροποταμιάς και μέσ' από τους πυκνούς κρυψώνες του, ξαφνικά και απότομα, επαναλαμβάνει με το λάλημα του: τσίπι-τσί-πι-τσίπι-τσίπι, απ' όπου του προσδόθηκε το όνομα τσιπλίδι ή τσιπογίδι.
πετροκότσυφας, ο= είδος κοτσυφιού, όμοιο με τον μαύρο κότσυφα, με τη διαφορά ότι το φτέρωμά του έχει γκρίζο χρώμα, σκοτεινό και θαμπό, με ανοικτά στίγ­ματα, σαν πετράδια, το στέρνο του είναι ευρύ και το κεφάλι του τριγωνικό, δεν έχει κίτρινη μύτη και συ­χνάζει όχι στα δάση και στους βάτους, σαν τον κότσυ­φα, αλλά στους γυμνότοπους, στις πέτρες και στους βράχους, στις σχισμές των οποίων κτίζει τη φωλιά του, προικισμένος τραγουδιστής με λάλημα ηχηρό και διαρκές, κάθεται ώρες επάνω στις πέτρες και κε­λαδεί με τη γλυκιά φωνή του, μελωδικά επίσης τρα­γουδά καθισμένος πλάγι στη φωλιά του, κατά την πε­ρίοδο που μέσα σ' αυτή η συντρόφισσα του κλωσσά τ' αυγά, κότσυφας ο γκριζόμαυρος.
πονεσιάρα, η= αυτή που συμπονά τους άλλους, ευσπλαγχνική, πονετική.
σιταρήθρα, η= πουλί που μοιάζει με τον κορυδαλλό, χωρίς λοφίο, έχει ξανθό φτέρωμα, αρέσκεται να πετά και να φωλιάζει στα σιταροχώραφα, χαρακτηριστικό είναι το τρεμουλιαστό φτερούγισμα του επάνω απ' τα χλωρά λιβάδια, κελαδεί δε, όταν έρχεται η άνοιξη, με ιδιαίτε­ρο ωραίο λάλημα στη φωνή του, ώρες ατελείωτες, σε ξέφαντο και ηλιόλουστο κλαδί, κατά την αναπαραγω­γή.
στεφάνι (βράχου), το= προεξοχή σε απότομο βράχο βου­νού που μοιάζει σαν στεφάνι.
τάσι, το= μεταλλικό ή ξύλινο κύπελλο με πλατύ στόμα για νερό ή κρασί.
τουρκοπούλα, η= το ωραιότατο πουλί η καρδερίνα, παίρνοντας την προσωνυμία αυτή από το κόκκινο χρώμα που' έχει στο κεφάλι του και μοιάζει με το πορφυρό τουρ­κικό φέσι, αγκαθοπούλι, σπίζα η ακανθοφάγος.
φουρκάλα, η= ξύλο διχαλωτό, φουρκάδα, φούρκα.
χειμωνιάς, ο= το πουλί ο σπίνος, που συγγενεύει με το σπουργίτι, το χρώμα του είναι κοκκινοπράσινο με άσπρες ταινίες στα φτερά του, έχει ράμφος κοντό και δυνατό, ζει στα δάση, στα χωράφια και σε κατοικημέ­νους χώρους, ο δε ερχομός του το φθινόπωρο και η σύντομη λαλιά του: τσιόν-τσιόν, προαναγγέλλει το χειμώνα, έχει όμως κι άλλο κελάδημα, που το εκδη­λώνει σε ώρες ευφορίας, πάρα πολύ μελωδικό, τσιόνι, βλαχότσιονο, χιονιστάρι, χιονάδα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: