TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2011

Το ταξίδι των χηνών

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΩΝ ΧΗΝΩΝ
Πεζός λόγος: Τάκης Ευθυμίου
Ποιητικός λόγος: Γιάννης Σαντάρμης


Η ήμερη χήνα, από την εποχή του Ομήρου, ήταν και θα είναι πάντοτε το αγαπητό σπιτοδίαιτο πουλί, το πλουμιστό πουπουλένιο κόσμημα της αυλής, το σαλπιγγτόφωνο φτερωτό. Τούτη έχει το θέλγητρο της μόνιμης κατοικίας και ίσως να μην το εκτιμά.
     Περισσότερο όμως θα μας γοητεύει πάντοτε η άγρια χήνα, αλλά και θα τη θαυμάζουμε. Αυτή δεν πεθαίνει στον τόπο που γεννήθηκε, όπως τα ζώα, αλλά περιπλανιέται κάθε χρόνο σε διάφορους μακρινούς γεωγραφικούς χώρους για την επιβίωσή της. Μαρτυρικά τα δρομολόγιά της. Κάποτε δεν προλαβαίνει να φθάσει στον προορισμό της, της ανακόπτουν το δρόμο η εξάντληση, οι θύελλες, τα αρπαχτικά και οι κυνηγοί. Άλλοτε πάλι επιστρέφει στο μέρος της αναχώρησής της κατατραυματισμένη και μισοανάπηρη. Πόσο εκτιμούμε τον αγώνα της αυτό-συντήρησής της. Η αεροπορεία, η περιπλάνησή της, είναι πάλη για ζωή.
     Ω! αυτή η ταξιδιώτισσα του αέρα. Μένουμε έκθαμβοι, όταν πετάει με το κοπάδι της διγραμμωτά, για τη συμμετρική και σοφή διάταξή της. Και πάει και πάει, επάνω από μανιασμένα πέλαγα και ανταριασμένα βουνά, κάτω από φονικές αστραπές και μαύρα σύννεφα, με σκοπό να φθάσει στο τέρμα του δρόμου, που της τον δείχνει, τον φέρνει μπροστά στα μάτια της, κρατώντας θαρρείς μυστικό και άσβηστο λυχνάρι, το ένστικτό της. Σ’ αυτό το ταξίδι προς το βορρά, όταν μπαίνει ο χειμώνας για καλά, πάντοτε θ’ ακούμε την τραχιά φωνή της και θα γυρίζουμε τα μάτια και θα τη βλέπουμε ψηλά στον ουρανό να ταξιδεύει με τις συνταξιδιώτισσές της και θα σηκώνουμε πρόσχαρα το χέρι και θα τη χαιρετίζουμε, ευχόμενοι καλό ταξίδι.
     Η σιλουέτα της, ο αγώνας της και το χειμωνιάτικο πέρασμά της πάντοτε θα εμπνέει τους ποιητές να συνταξιδεύουν κι αυτοί μαζί της, πετώντας με τα χρυσά φτερά της φαντασίας τους.
                                                          ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΩΝ ΧΗΝΩΝ
                         Φυσάει ο αγέρας ο κρυερός, φυσάει το μοχλοβόρι
                         και προμηνάει χινόπωρο και μαρτυράει χειμώνα,
                         κατά τον κάμπο ροβολά απ’ τα βουνά η αντάρα,
                         τα βουνοπούλια σκιάζονται κι αλλάζουνε λημέρι,
                         τραβιέται η τσιάρα χαμηλά να καλοξεχειμάσει,
                         πάει στο βουνό η μπάλιζα, στη λούζα η γκαλλιμάνα,
                         τα περιβόλια ο κότσυφας στα χειμαδιά διαλέει,
                         που ’ναι ο καιρός πιο μαλακός, που ’ναι ο βοριάς πιο πράος
                         κι οι χήνες, οι αγριόχηνες, για το βορρά τραβάνε.
                         Πετά κοπάδι αμέτρητο, περίτρανο κοπάδι,
                         αράδα φκιάνουν απ’ τη μια, αράδ’ από την άλλη
                         κι εκεί που σμίγει στην κορφή η φτερωτή διχάλα,
                         μπροστά παγαίνει ο αρχηγός, πίσω οι κολιτζήδες
                         και πίσω τα χηνόπουλα κι οι γέρικες οι χήνες.
                         Μοιάζ’ η σουρτάρ’ αγριόχηνα μ’ ανεμοδιώχτρα κάπα,
                         όπου πετάει κι όλο τραβά κι όλο σχίζει και κρούει,
                         που σχίζει τούφες σύγνεφα, που κρούει άγριους αγέρες.
                         Γραίγος περνά, βοριάς περνά, περνά και τραμουντάνα
                         κι εκεί στ’ ανεμοπέρασμα, αναρωτά η μπροστάρα.
                         -Ποιος έχει αράδα, χήνες μου, τη θέση μου να πάρει,
                         πίσω, ξοπίσω στην ουρά να πάω να ξαποστάσω,
                         -Εγώ ’χω αράδα, η πίσω σου, η παρακατιανή σου,
                         εγώ να μπώ, εγώ να βγώ, να σύρω το κοπάδι.
                         -Καλά να μπεις, καλά να βγεις, να μη χαλάσ’ η αράδα.
                         Όλες οι χήνες παν μπροστά, μα μια κονταναμένει.
                         -Τι σε βαραίνει, χήνα μου, κι αργείς για να πετάξεις;
                         Γέρασα η μαύρη, γέρασα, τα χρόνια μ’ έχουν πάρει,
                         δεν τα βαστάω τα κρούσταλλα, δε τα βαστάω τα χιόνια
                         κι αυτά τα βαριοτρόχαλα, που κουβαλάω στην πλάτη.
                         -Τα κρούσταλλα είναι μάργωμα, τα χιόνια είναι τσιβούρα
                         κι αυτά τα πλακολίθαρα στα ολάνοιχτα φτερά σου
                         είναι τ’ αντιβαρίδι σου, αγνάντια στ’ αγριοβόρι.
                         Ασπρολογάει ο ουρανός, περίψηλα ο αιθέρας
                         απ’ τις πολλές αγριόχηνες, από τα νεροπούλια,
                         ακούγεται από τις φωνές μεγάλο πολυβούι
                         και φτεροκόπημα βαρύ, κάπου-κάπου γρικιέται
                         καμιά χήνα τραχύλαλα κι αλλιώτικα να σκούζει,
                         τι δεν μπορεί για να σταθεί, μια στάλα να ξεκόψει
                         για να τινάξει απ’ τα φτερά, τα διάπλατα φτερά της,
                         τα κρούσταλλα που κρέμονται και το βαρύ το χιόνι
                         κι αυτή της νύχτας τη δροσιά και της αυγής την πάχνα.
                         Απ’ του κορμιού τους άλλοτε τα χνουδωτά σαμάρια
                         ακούς και πέφτει προς τη γη κανένα λιανολίθι,
                         σαν να ’ναι αστραπόβολος, σαν πετροχάλαζο ίδιο.
                         Και παίρνει ο αγέρας τις φωνές και τις σκορπολογάει
                         και τις ακούν περαστικοί κι αναγυρνάν και βλέπουν,
                         βλέπουνε τ’ ασπροφτέρουγο κοπάδι κι όλοι λένε.
                         -Καλό ταξίδι, αγριόχηνες, καλό να ‘χετε δρόμο,
                         καλά ξεχειμωνιάσματα κι ετούτο το χειμώνα.

Γλωσσάρι
αστραπόβολος, ο= μεταλλική σφαίρα που δημιουργείται από την πτώση του κεραυνού στο έδαφος από το ισχυρό ηλεκτρικό ρεύμα, συναντώντας μέταλλα.
βαριοτρόχαλο, το= λιθάρι, χαλίκι.
βαρκό, το= τόπος με στεκάμενα νερά, υγρότοπος, βαρηκό.
γκαλλιμάνα, η= πανέμορφο πουλί, στο μέγεθος του τρυγονιού και λίγο μεγαλύτερο, έχει βαθυκύανο γυαλιστερό φτέρωμα, σκοτεινό χρωματιστό στήθος, η κοιλιά του είναι λευκή και το ομοιόχρωμο λοφίο του ορθώνεται απ’ το πίσω μέρος του κεφαλιού με καμπυλωτή κάμψη προς τα μπρος, σκοίνικλος ο λοφοφόρος.
γραίγος, ο= βορειοανατολικός άνεμος.
γράνα, η= αυλάκι, χαντάκι.
διχάλα, η= δισκελωτό κλαδί ή σχήμα, φουρκάδα, φούρκα.
θρος, ο= θόρυβος, θρόισμα.
κολιτζής, ο= υποκαπετάνιος.
κρούω=αγγίζω, πιάνω, φθάνω.
λάλος, ο= λάλημα, κελάδημα.
λούζα, η= μικρή κοιλάδα, βαθιά και στενή, που έχει υγρασία, βαθύ χωράφι, που κρατάει βρόχινα νερά, υγρό κοίλωμα στο έδαφος.
μανιά, η= γιαγιά.
μάργωμα, το= κρύο, παγωνιά.
μοχλοβόρι, το= ομίχλη με βοριά μαζί, ομιχλοβόρι.
μπάλιζα, η= ωραίο νεροπούλι, στο μέγεθος της κότας, έχει μαύρο χρώμα, με άσπρο σάρκωμα στη βάση του ράμφους του και προς τα επάνω, γι’ αυτό λέγεται μπάλιζα, μαυρόκοτα, φαλαρίδα, υδρόρνις η μέλαινα.
ξάστερο, το= καθαρό.
πάχνα, η= πρωινή δροσιά, πάχνη, ασπρόπαχνη, τσιάφι.
πιλάλος, ο= γρήγορο τρέξιμο.
σανταρμάς, ο= χωροφύλακας, στρατιωτικός.
σουρτάρα, η= αυτή που οδηγεί-σέρνει το κοπάδι.
τι, συνδ.= γιατί, όταν.
τραμουντάνα, η= βόρειος άνεμος.
τσιάρα, η= βουνίσια τσίχλα, μεγαλύτερη απ’ αυτού του κάμπου, έχει στο στήθος μεγάλα και ζωηρά στίγματα, συναντιέται, όχι στα δένδρα, όπως η κυριαρίνα, αλλά στα χορτολίβαδα, είτε μόνη της, είτε σε μικρά κοπάδια, τσαρτσάρα.
τσιβούρα, η= δυνατό κρύο, παγωνιά.
ψαρόνι, το= χειμωνιάτικο πουλί, που ζει κοπαδιαστά, είναι στο μέγεθος του κότσυφα, έχει μαύρα φτερά διάστικτα στο στήθος με άσπρα στίγματα, γκαραβέλι, βουρτσέλι, χειμώνι, μαυροπούλι, ζαραβέλι, γκάργκουλο, ζουρζούδι, σβορίγγι.



Δεν υπάρχουν σχόλια: