TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2012

Η κάπα μου

Η ΚΑΠΑ ΜΟΥ
(του Γιάννη Σαντάρμη)
Πίνακας: Χρήστος Καγκαράς
        Φύσηξε, αγέρα του βουνού κι αγέρα του χειμώνα,
        κι εσείς τα χιόνια πέσετε τόνα απάνω από τάλλο,
        εγώ μηδέ σας σκιάζομαι, μηδέ σας λογαριάζω,
        γιατί φορώ κάπα χοντρή, τραγομαλλίσια κάπα
        πουχει κατσούλα τουρλωτή, πουχει πυκνό το φλόκο
        και τα θηλυκωτήρια της κι αυτά περίσσια ταχει.

        Απάγουρο βλαχόπουλο την κάπα εγώ φοράω
        κι όπως το λέει η βάβα μου, το μολογά η μανιά μου
        σε κάπα απάνω η μάνα μου με γέννησε στη στάνη
        κι είπαν, σα θα μεγάλωνα, πως μπιστικός θα γένω
        και θαποχτήσω πρόβατα και θαποχτήσω γίδια.
        Χρόνια τώρα στα γιδερά, χρόνια τώρα στα πράτα
        την κάπα έχω στη ράχη μου κι έρχομαι και παγαίνω
        το καλοκαίρι στα βουνά και το χειμώ στους κάμπους
        κι οπούναι τούφα κάθομαι, οπούναι απάγγιο στέκω
        κι οπούναι και καλή αποσκιά τη ρίχνω κι ακουμπάω.
        Έφαγε χιόνια η κάπα μου, βροχές έφαε κι αντάρες,
        έφαε και πάχνες και δροσιές και καταχνιές και τσόφες
        κι έσυρε με τακρόγυρο, που κρούει ως ταστραγάλι,
        παλιούρια, αγκάθια, ασφόλαχτα, χαμόπουρνα κι ασφάκες.
        Μα τζάκι τη λογιάζω εγώ, σκεπή μου την κορφή της
        και τις μακριές τις τρίχες της αστρέχα μου τις έχω,
        που διώχνουν το βροχόνερο, το χιόνι ρίχνουν κάτου.
        Χωμένος μες στην κάπα μου και διπλοτυλιγμένος
        γροικώ το σκούσμα του βοριά σαν απαλό τραγούδι
        και σα γλυκό-γλυκό σκοπό το φύσημα του ακούω.
        Κι εγώ κρυώνω μια βολά, μαργώνω σαν το γίδι
        κι εγώ απομένω ολάρφανος, γδυτός ο μαύρος νιώθω
        σαν πάει την κάπα η βλάχα μου στο ρέμα να την πλύνει,
        σα στο τσαρπόλι την κρεμά, σα στο κλαρί την πιάνει.
        — Ξεκρέμασε, συγκόρμισσα, την κάπα απτο σταλίκι,
        να τη φορέσω ο καψερός, στρώμα μου να την κάμω,
        γιατί πήρε κι απόγιασε, κοντολογάει το βράδυ.
        Την κάπα φέρνει η βλάχα μου και με τα πρώτα σκότη
        αυτήνη έχω στρωσίδι μου, αυτήνη προσκεφάλι,
        αυτήνη και για σκέπασμα σαν πέφτω και πλαγιάζω
        και βλέπω ονείρατα γλυκά και μέσαθέ της νιώθω
        σα βασιλιάς σε πάπλωμα, σα ρήγας σε βελέντζα.
        — Να ζας, όμορφη κάπα μου, να ζας να σε φοράω,
        μεσέ να βγαίνω στο μαντρί, μεσένα στο παζάρι
        μ
εσένα και στην εκκλησιά κι όπου χαρά και γάμος.
        Κάλλιο να μου ψοφήσει αρνί, βετούλι να μου λείψει
        παρά
να χάσω το καπί και σαν παιδί το βλέπω,
        σα βλάμη μου το γνοιάζομαι, σαν μπράτιμό μου τόχω
        και σαν το φίλο τον καλό που δε με ξαπαρνιέται.
        Είμαστε ταίρι αχώριστο, ζευγάρι ταιριασμένο,
        γιαυτό, όταν θάρθει η ώρα μου κι εγώ για να πεθάνω,
        δε θέλω να με ντύσετε μάλλη αλλαξιά και ρούχο,
        μόνθέλω να μου βάνετε την κάπα μου την τράγια
        κι αν είναι βαρυχειμωνιά κι έχει πολλά όξω χιόνια
        τρίδιπλα θηλυκώστε με, μη λάχει και μαργώσω,
        μαν πάλι είνάνοιξη γλυκιά κι όμορφο καλοκαίρι
        κατσούλα μη μου βάνετε, κουμπιά μη μου περάστε
        παρά ναφήσετε ανοιχτά τα στήθια μου να μένουν,
        νάρχεται ο αγέρας του βουνού να τα χαϊδολογάει,
        να παίρνει το ιδρωτάρι τους, ναφήνει τη δροσιά του
        κι ακόμα να μου κουβαλά στασκέπαστα σταυτιά μου
        βελάσματα από πρόβατα κι αχούς από κουδούνια,
        να μου θυμάει ταντέτια μου και τα παλιά ζακόνια,
        να μου θυμάει και τη ζωή, τη βλάχικη ζωή μου.

Γλωσσάρι
αντέτι, το = συνήθεια, έθιμο.
απογιάζω = κρυώνω απτο δροσερό αγέρα που φυσάει.
αστρέχα, η = το γείσωμα της στέγης απόπου στάζει το νερό της βροχής.
ασφάκα, η = θάμνος αγκαθόφυλλος, αφάνα.
ασφάλαχτος, ο = ο θάμνος με κίτρινα λουλούδια και βελονοτά κλαδιά.
βετούλι, το = κατσίκι αρσενικό ενός χρόνου και παραπάνω.
ζακόνι, το = συνήθεια, έθιμο.
κατσούλα, η = κουκούλα.
μανιά, η = γιαγιά.
μαργώνω = κρυώνω.
μπράτιμος, ο = αδερφοποιτός.
παλιούρι, το = θάμνος αγκαθωτός για περιφράξεις, αρπάκι.
πάχνα, η = η πρωινή δροσιά που κάθεται στα φύλλα των φυτών, τσάφη.
σταλίκι, το =μακρύ, ίσιο και γερό ξύλο.
συγκόρμισσα, η = η σύζυγος.
τουρλωτή, η = αυτή που έχει το σχήμα του τρουλλού, στενή πάνω και φαρδιά κάτω.
τσαρπόλι, το = διχάλα κλαδιού, πιαστάρι.
τσάφη, η = η πρωινή δροσιά που κάθεται στα φύλλα των φυτών, πάχνα.

Επιμέλεια-Ανάρτηση: Τάκης Ευθυμίου



                                     

2 σχόλια:

ΕΥΡΥΤΑΝΑΣ ΙΧΝΗΛΑΤΗΣ είπε...

Καταπληκτικό!
Δεν μας σκιάζουν τα "χιόνια" έτσι Τάκη; Oi "κάπες" μας και οι "ώμοι" μας αντέξανε πολλά, για χρόνια και χρόνια, σε τούτα τα ψηλά λημέρια!

Τακης είπε...

Πολύ εύστοχα το επισημαίνεις φίλε Ιχνηλάτη.
Η «κάπα» είναι το σύμβολο αντοχής για τα χειρότερα που έρχονται.
Ας οπλιστούν μ’ αυτή και οι νέοι μας για καλές αντοχές και καλούς αγώνες!