TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Σάββατο, 29 Νοεμβρίου 2014

Μεγάλη Κάψη & Μεγαλοκαψιώτες

Μεγάλη Κάψη και Μεγαλοκαψιώτες
Του Νίκου Παπαδιονυσίου, Μεταλλειολόγου 
και Μεταλλουργού Μηχανικού Ε.Μ.Π.  
Άποψη της Μεγάλης Κάψης (φωτο:Νίκος Παπαδιονυσίου)

Η Μεγάλη Κάψη ( θέση, πρόσβαση, πληθυσμός, αξιοθέατα)
Το χωριό μας, μέσα σε δάση ελάτης, αγριοκαστανιάς και βελανιδιάς, βρίσκεται  στο ανατολικό τμήμα του Βελουχιού(1) (Τυμφρηστού) μαζί με τα υπόλοιπα χωριά της συστάδας, Πέρα Κάψη (Τυμφρηστός), Μεσαία Κάψη, Μεγάλη Κάψη, Μερκάδα, Μαυρίλο, Νεοχώρι της Δυτικής ορεινής Φθιώτιδας, όλα πανέμορφα.
Μπορούσε να φτάσει κανείς σ’ αυτό μέχρι τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 50, αφήνοντας τη δημοσιά για Καρπενήσι, αρκετά πριν στο χάνι του Πλατανιά, πολύ πριν το χάνι του Πανέτσου, στο παλιότερα χάνι του Ποντικού, ακολουθώντας ένα μονοπάτι με  αρκετή πορεία με τα πόδια ή με κάποιο ζώο που περίμενε με τον προειδοποιημένο συγχωριανό αγωγιάτη του.
Σήμερα εύκολα με τ’ αυτοκίνητο(2), μετά τον Αϊ Γιώργη, αμέσως μετά το χάνι του Πλατανιά, κάνοντας δεξιά, με ασφαλτοστρωμένο, στριφογυριστό δρόμο μέσα σε δάσος βελανιδιάς που συνεχίζοντας συνδέει το χωριό με τα χωριά της Μερκάδας, Μαυρίλο, Νεοχώρι, αλλά και με Πέρα Κάψη (Τυμφρηστό) με μια μαγευτική διαδρομή.

Απόσταση από την Λαμία περίπου 55 χιλ.
Χαρακτηριστικά υψόμετρα του χωριού μετρημένα με βαρομετρικό υψόμετρο και πιθανό σφάλμα  συν- πλην 2,5 μέτρα:
Είσοδος εκκλησιάς της Παναγιάς: 815 μ.(αρχή χωριού), Αγία Τριάδα, χοροστάσι: 850 μ., στροφή δρόμου στο καμπαναριό: 864 μ, πλατεία Ε. Καλαντζή:  863μ, πάνω άκρη του χωριού, (τελευταίο σπίτι):  960 μ. 
Είναι χωριό με διατηρημένα παλιότερα και νέα σπίτια, μεταβυζαντινές εκκλησιές και παρεκκλήσια και σημαντική ιστορία που χάνεται στον Ελληνικό Μεσαίωνα.
Οι κάτοικοι με την απογραφή του 2001 είναι 199. Βέβαια τον χειμώνα δεν ξεπερνούν τους 15- 20.                                                                  
Από παλιά ήταν παραθεριστικό και κυνηγετικό κέντρο για τις φυσικές του καλλονές, το ξηρό και υγιεινό κλίμα, το κρύο και χωνευτικό νερό, τα αγνά του προϊόντα διατροφής, το άφθονο κυνήγι και τους φιλόξενους κατοίκους.
 
Άγιος Παντελεήμων 1953.  Γυναικόπαιδα παραθεριστών από Κάψη, Πειραιά, Λαμία, Θεσσαλονίκη. 
Κάτω δεξιά ο γράφων στα 12. Οι πατεράδες έρχονταν με την άδειά τους.
Αρκετοί από τους παραθεριστές(3) του χωριού μας ήσαν σεβαστά άτομα της τότε κοινωνίας, άγνωστα στους χωριανούς. Έμεναν σε διάφορα σπίτια του.
Παλιότερες απασχολήσεις των χωριανών ήσαν η κτηνοτροφία, υλοτομία, γεωργία, δενδροκομία, κατασκευή αργαλειών. Τα «Καψιώτικα κεράσια», τα «πατραϊκά», πιθανά από ρίζες Καλαβρυτινές, ήσαν πασίγνωστα σε Φθιώτιδα και Ευρυτανία, λιγοστά σήμερα, όπως και τα περίφημα κρητικά κάστανα και τα καρύδια.
Φωτό της Κεφαλής του Δία  
Αξιοθέατα του χωριού μας(4), άξια επίσκεψης, είναι οι μεταβυζαντινές μας εκκλησιές της ανασκευασμένης Κοίμησης της Θεοτόκου, της Αγίας Τριάδας και του Αγίου Παντελεήμονα, δύο αιωνόβια πλατάνια του, οι πηγές του, το Δασικό του Χωριό στο Λιβαδάκι, το τουριστικό περίπτερο του δικού μας Ε. Καλαντζή στη Λελούδα, απ’ όπου μπορεί να θαυμάσει κανείς με θέα ανεμπόδιστη μέχρι και τον Μαλιακό και την κορυφή του Βελουχιού, την κεφαλή του Δία, μαγευτικές όψεις Άνοιξης, Καλοκαιριού, Φθινοπώρου, Χειμώνα.

Χλωρίδα και πανίδα, Μεγαλοκαψιώτικη και της γειτονιάς.
Δεν υπολογίζω στην χλωρίδα τα δένδρα της παλιότερης δενδροκομίας στο χωριό μας. Αυτά, όλα σχεδόν, εγκαταλελειμμένα στην τύχη τους, μαραζώνουν από την έλλειψη στοργής, αφανίζονται από αρρώστιες που κανείς δεν θεραπεύει ή παραμένουν κάποια  ζωντανά, παγιδευμένα ή προστατευμένα  μέσα στο ελατόδασος που ξαπλώνεται ακάθεκτο. Τέτοια είναι οι καρυδιές, καστανιές, μηλιές, κερασιές, βυσσινιές, αχλαδιές, δαμασκηνιές, μπαρδακιές, τζανεριές, μουριές. Αναφέρομαι στην άγρια χλωρίδα.
Την άγρια χλωρίδα μας την αποτελούν δάση από έλατα ή έλατα και αγριοκαστανιές ή βελανιδιές, κουτσουπιές, πλατάνια αιωνόβια, κρανιές, κέδρα, μεγάλη ποικιλία θάμνων, κουμαριές, υποαλπικά χορτολίβαδα.
Δυο αιωνόβια πλατάνια, από τα μεγαλύτερα της ορεινής Φθιώτιδας, βρίσκονται το ένα στο χοροστάσι της Αγίας Τριάδας, το άλλο πιο ψηλά, έξω από το Υφαντέικο, παλιά μέρη συγκέντρωσης παιδιών του χωριού και παραθεριστών για παιχνίδι.
Τ’ αγριοκάστανα ή «ακρίτικα κάστανα», χρησιμοποιήθηκαν σε μεγάλο ποσοστό και στην παραγωγή ψωμιού τις ημέρες της Κατοχής.
Ανάμεσά τους μόνα ή σε συστάδες, ενδημικά φυτά, όπως βερόνικα, κόκκινος κρίνος, ορχιδέες, αγριομενεξέδες, κρόκος, τα δακράκια, λουλούδια  που έχουν την ονομασία του από τα δάκρυα της Παναγιάς, ίριδα και νάρκισσος, κ.α., πλούσια λοιπή χλωρίδα με μεγάλη ποικιλία φυτών, με ανάμεσά τους φαρμακευτικά και αρωματικά, τσάι, ρίγανη, μάραθος, κ.ά).
Την άγρια αυτή χλωρίδα μας συμπληρώνουν φτέρες,   βάτα και βατομουριές, τσουκνίδες, αγριοφράουλες, αμάραντοι.
Όλα τους καταπράσινα, λουλουδιασμένα ή όχι Άνοιξη- Καλοκαίρι ή κίτρινα, κιτρινοκόκκινα, κιτρινοκαφέ, κιτρινοπράσινα Φθινόπωρο- Χειμώνα, με λιακάδες ή βροχές, ακόμα και μ’ αντάρες, μαγεύουν εμάς και τους φίλους μας στις μικρές μας εκδρομές στα μέρη μας.
Η άγρια πανίδα μας στα κοντινά, με ελάχιστα ή ελλείποντα είδη πλέον μέσα στο χωριό μας, είναι:
Αγριογούρουνα στα κοντινά του χωριού, που η ησυχία από έλλειψη ανθρώπων και η εξασφαλισμένη τροφή, άφθονα βελανίδια, αγριοκάστανα, ρίζες, μανιτάρια,  έχει αυξήσει την παρουσία τους.
Κάποια ζαρκάδια στα όχι πολύ μακρινά, που κάποιοι αφανίζουν κάνοντας βραδινό καρτέρι σε πηγές, λαγοί ελάχιστοι γιατί όπου οι αλεπούδες πληθύνονται οι λαγοί αφανίζονται, αλεπούδες, περισσότερο στα χαμηλά προς τη δημοσιά για να ψάχνουν στα σκουπίδια των χανιών του Πλατανιά και του Πανέτσου, νυφίτσες και βερβερίτσες από κλαδί σε κλαδί πάνω στα δένδρα, παλιότερα άρπαζαν κότες από το χωριό μέρα μεσημέρι, σκαντζόχοιροι.
Ο λύκος, με ελάχιστη παρουσία. Έχει βεβαιωθεί ύπαρξη βίδρας στον Σπερχειό.
Ερπετά, όπως χελώνες, φίδια, γκοστέρες, γκοστερίτσες.
Πτηνά, όπως γεράκια(πετρίτες), «αερογαμιάδες», κι’ ελάχιστες πλέον πέρδικες ανηφορικά προς την αλπική ζώνη στο Βελούχι, παλιότερα άφθονες σε κοπάδια, στακτοτσικλιτάρες, γκζάνες, διπλοκεφαλάδες, δρυοκολάπτες, αποδημητικά πιο σπάνια τελευταία, όπως τρυγόνια, ορτύκια, χελιδόνια, φάσες μπεκάτσες, πολύ σπάνια κάποιος χρυσαετός, κλπ.

Πηγές και βρύσες του χωριού μας
Δροσερές οι πηγές του χωριού μας με το χωνευτικό και πεντακάθαρο νεράκι τους, να το πίνεις και να μην το χορταίνεις. Οι παλιότεροι του απόδιδαν κι’ άλλες ιδιότητες, συνηθισμένες στο Πανελλήνιο. «Αν το πιει η κοπελιά, θα κάνει παιδί (αγόρι)». Σήμερα βέβαια οι νιόπαντρες κοπελιές θέλουν το πρώτο τους να είναι «τσούπρα».
Οι γνωστές πηγές του χωριού μας με πρώτες στη σειρά αυτές που πρωταγάπησα,  ακολουθώντας κι’ οι βρύσες είναι η Σταματέση, αυτή στο Λιβαδάκι, η Σβαρνή, η Καμάρα, Θανασάκη, Μούτσιου, Βρυσούλα, αυτή του Πάνω Πλάτανου.
Πολύ αγαπημένες επίσης, αυτή της Λελούδας και αυτή στο τότε μονοπάτι για Αγίους Αποστόλους, σχεδόν σε Αλπικό τοπίο, «μην πίνετε γιατί έχει γυαλί!..».
Ζωντανές ακόμα στους παλιότερους οι μνήμες από τις όμορφες, γελαστές κοπελιές στη Σταματέση τα δειλινά που γέμιζαν βαρέλες και βουτσέλες, φόρτωναν κάποιες τα ζώα τους δένοντάς τες με την τριχιά ή τις φορτώνονταν στην πλάτη. Ποιο πριν, δροσερά και τα γέλια τους με το κουτσομπολιό και  ίσως- ίσως πλαγιοβλέποντας τους νέους του χωριού.
 
πηγή Λιβαδάκι
Με «σβάρνισμα»με τον κώλο από το χοροστάσι παιδιά φτάναμε στην Σβαρνή, απ’ όπου και τ’ όνομα. Στο Λιβαδάκι πάλι;. Πρώτη στάση στην πηγή του στις αναβάσεις μας προς Λελούδα, Αγίους Αποστόλους, ακόμα και στην αλπική ζώνη του Βελουχιού ή για πικ νικ στις φτέρες του κάτω απ’ τα ελάτια, με ψήσιμο αρνιού κάποτε.
Σε αναφορά του Τάκη Ευθυμίου, Αηγιωργίτη, εκπαιδευτικού και εξαιρετικού  μελετητή της ιστορίας του χωριού του και της περιοχής, αξιόπιστη πηγή, γράφει στο ΕΛΛΗΝΩΝ ΔΙΚΤΥΟ για «κάποιον Αγά της Τουρκοκρατίας που για να εξευμενίσει το κακό και την αρρώστια που βασάνιζε το γιο του, παρακινούμενος από την ντόπια λαϊκή ιστορική παράδοση, πρόσφερε θυσία (εκατόμβη) σε κεφαλόβρυσο του χωριού της Μεγάλης Κάψης, μιμούμενος τις θυσίες που πρόσφεραν οι Αχαιοί του Αχιλλέα στο θεοποιημένο Σπερχειό».
Υποθέτω ότι πηγή και γνωστή στην Τουρκοκρατία, πάνω σε πέρασμα, που θα μπορούσε καθ’ υπερβολή να ονομαστεί  «κεφαλόβρυσο», είναι η Σταματέση.

Η Μεγαλοκαψιώτικη γεωλογία
Σύμφωνα με γεωλογικά στοιχεία από την διάνοιξη της σήραγγας του Τυμφρηστού και του ΙΓΜΕ, η βραχομάζα του Τυμφρηστού περιλαμβάνει  γεωλογικούς σχηματισμούς που ανήκουν στη σειρά του Πινδικού Φλύσχη. Οι σχηματισμοί  της περιλαμβάνουν ψαμμίτες σε εναλλαγές με τεφρούς ιλυόλιθους, φυλλώδεις αργιλικούς σχιστόλιθους στους οποίους παρατηρείται αποσάθρωση κατά θέσεις και λεπτομερή κροκαλοπαγή με παρεμβολές σχιστόλιθων. Είναι έντονα πτυχωμένοι, διατμημένοι έως και μυλωνιτιωμένοι.
Κυριότερο στοιχείο της συμπεριφοράς της είναι η έντονη τάση τεκτονικής εκτόνωσης. Το πέτρωμα συνθλίβεται, ειδικά σε περιοχές μεγάλης ανάπτυξης ιλυολιθικών -αργιλικών σχιστόλιθων. Σ’ αυτό οφείλονται οι ζημιές στο οδικό δίκτυο του χωριού μας κι’ οι μικροκαθιζήσεις και μικροκαταπτώσεις. Σε μεγάλο  επίπεδο σοβαρές κατολισθήσεις στον χώρο ήσαν αυτή της Μεσαίας Κάψης, της Ζημιανής και της Ζιώψης, χωριά που μεταφέρθηκαν ή εγκαταλείφθηκαν.
Για τον ίδιο λόγο υπάρχουν πιθανότητες αστάθειας ακόμα και σε περιοχές που φαίνονται συμπαγής βράχος. Αυτό, γιατί οι βράχοι περιβάλλονται από  ασταθή πετρώματα, έτσι που να μοιάζουν «πατάτες σε σούπα», σύμφωνα με συμβολική υπερβολή φίλου  και ειδικού καθηγητή του ΕΜΠ.
Το Βελούχι μόνο του είναι τμήμα αντικλίνου από ανωκρητιδικό ασβεστόλιθο, επωθημένο από φλύσχη.

Η κατασκευή των σπιτιών
Τα δομικά υλικά όλα ντόπια του χωριού.
Η πέτρα, ήταν σκληρή ως αρκετά σκληρή, σχετικά ευκολοκατέργαστη, συχνά ιλυόλιθος. Ορυσσόταν, την εποχή που κτίζονταν τα παλιά σπίτια, από νταμάρι. Οι πολύ παλιότεροι το πρόλαβαν. Ήταν, σύμφωνα με τον Βαγγέλη Υφαντή, πάνω από το σπίτι του Πολίτη. 
Πολύ παλιότερα η εξόρυξη γινόταν με τον αρχαίο τρόπο. Σφήνες σε ρωγματώσεις και κτυπήματα με βαριές, μέχρι να σπάσει ο βράχος. Ύστερα κατακερματισμός. Ο τρόπος άλλαξε με παμπάλαιο για σήμερα τρόπο, σύγχρονο για τότε. Χρήση της «παραμίνας», της μακριάς σούβλας δηλαδή με την οποία ανοίγονταν οι παραμίνες, όσο το δυνατόν βαθιές τρύπες, με συνεχείς κρούσεις με χρήση λίγου νερού, σαν κρουστικές μικρές γεωτρήσεις. Διαδικασία κοπιαστική που χρησιμοποιούταν πανελλήνια ακόμα και μέχρι την αρχή της 10ετίας του 50  πριν τις αερόσφυρες. Τα διατρήματα αυτό γομώνονταν με μαύρη μπαρούτι. Ακολουθούσε η πυροδότηση με «μίτσα», κοινή θρυαλλίδα. Το προϊόν από την έκρηξη σειράς τέτοιων φουρνέλων, η πέτρα διαφόρων διαστάσεων, χρησιμοποιούταν όπως είχε ή με ματσακόνισμα από πελεκάνους, λιθοξόους, για όλο το σπίτι για τα καλύτερα οικοδομήματα ή μόνο για τα γωνιακά αγκωνάρια για τα πιο φτωχικά.
Η εξόρυξη της πέτρας ήταν στις υποχρεώσεις των κτιστάδων που παλιότερα ήσαν  περιπλανώμενοι Ηπειρώτες τεχνίτες για τα πολύ καλά οικοδομήματα, της περιοχής ή ντόπιοι Καψιώτες αργότερα.
Ένας από τους παλιούς που πρόλαβα γέροντα, ήταν ο καλοκάγαθος Φώτης Παπαγιάννης, ο Φωτάκης, με τα χοντρά του μυωπικά γυαλάκια. Με την δουλειά του δημιούργησε  γενιά πολύ καλών εργολάβων οικοδόμων όπως τα   παιδιά του.
Εδώ, δεν ξεχνώ να αναφερθώ στην θλίψη μου όταν πριν πολλά χρόνια είδα τελικά αφανισμένο το Κοτρόνι, ένα σημαντικό μνημείο της Φύσης, σημείο της άκρης της βόλτας συγχωριανών και παραθεριστών και του τότε  Πάνω Μαχαλά, εξορυγμένο για οικοδομική χρήση ή γιατί εμπόδιζε.
Την ίδια πέτρα, επαγγελματικά ή σε ώρες σχόλης τους, σκάλιζαν οικοδόμοι με ταλέντο ή και απλοί συγχωριανοί με μεράκι, φτιάχνοντας κούπες για βρύσες, παραστάσεις σε γωνιακά αγκωνάρια, πρόσωπα, κ.α.
Λάσπη ήταν το συνδετικό υλικό στο κτίσιμο. Ασβέστης και τσιμέντο έλειπαν τα χρόνια εκείνα. Ο ασβέστης χρησιμοποιούταν με μέτρο για εσωτερικό άσπρισμα. Ήταν και η αιτία κατάρρευσης οικοδομημάτων όταν, όπως όταν με τον Εμφύλιο, το χωριό εγκαταλείφθηκε και δεν συντηρούταν οι στέγες με τον σχεδόν ετήσιο έλεγχο των κεραμιδιών που έκαναν οι χωριανοί, το νερό από βροχές και χιόνια εισχωρούσε και φούσκωνε τους τοίχους.
Τα κεραμίδια, ρωμαϊκού τύπου, κατασκευάζονταν στο κεραμαριό, ψηλά στο χωριό, πριν αρχίσουν να έρχονται από άλλα χωριά του Τυμφρηστού.
Η ξυλεία, καρυδιά, καστανιά, ελάτινη, άφθονη, επιτρεπόταν η κοπή της. Δύσκολη η κατεργασία της στο χωριό με τα τότε διατιθέμενα μέσα από του οικοδόμους ή και χωριανούς.
Τα μεταλλικά μέρη, όπως κάγκελα για παραθύρια, κλειδαριές και κλειδιά, μπράτσα για εσωτερικό αμπάρωμα θυρών, μεγάλα καρφιά, κατασκεύαζαν σιδεράδες σε γειτονικά μεγαλύτερα χωριά.
Από την ιστορία του χωριού μας
Η δημιουργία και ονομασία του χωριού μας
Γι’ αυτήν υπάρχουν εκδοχές που στηρίζονται σε ασθενικά μέχρι εύρωστα επιχειρήματα. Αναφέρονται παρακάτω όσα έχω βρει ψάχνοντας, με κατάταξη αυτήν της γνώμης μου, από μικρότερη σε μεγαλύτερη πιθανότητα.
«Σύμφωνα με την παράδοση, με την περιπέτεια των Ορλωφικών κάηκε και η Κάψη του Τυμφρηστού. Άγνωστο πότε πήρε το χωριό αυτό το όνομα. Ίσως από τότε».
Αυτό σημαίνει ότι θα έπρεπε να είναι σίγουρα γνωστό το προηγούμενο όνομα  και ν’ αναφέρεται στο σχόλιο. Η επανάσταση του 1770 με τα Ορλωφικά και ο ρωσοτουρκικός πόλεμος δεν χάνονται βαθιά στον χρόνο, όπως αυτά της μεσαιωνικής Ελλάδας, ώστε να επιτρέπεται άγνοια.
«Πυρκαγιά έκαψε και τα τρία Κάψια, Μεγάλη Κάψη, Μεσαία Κάψη, Πέρα Κάψη (Τυμφρηστό)».
Τα πάντα εδώ είναι άγνωστα. Πώς λέγονταν τα χωριά που κάηκαν, πότε κάηκαν, πότε δημιουργήθηκαν. Ταυτόχρονα πολύ μεγάλη η πυρκαγιά που τα έκαψε όλα μαζί.
«Τρία αδέλφια, οι Καψέοι ή Καψιώτες», πιθανέστερο το πρώτο που είναι ένα επίθετο από το δεύτερο καταγωγής από Κάψη που υπήρχε, «κατοίκησαν την περιοχή. Με τα χρόνια αναπτύχθηκαν τρία Κάψια».
Υπάρχουν πιθανότητες να αληθεύει η εκδοχή, καθώς παραπέμπει σε ανάλογες ιδρύσεις χωριών κατά τον Ελληνικό μεσαίωνα στις ορεινές περιοχές, π.χ. των Ευρυτανικών και των βόρειων, των Θεσσαλικών Αγράφων από εγκατάσταση συγγενικών οικογενειών βλάχων ή και σαρακατσάνων, σε αποστάσεις τέτοιες ώστε να εκμεταλλεύονται ανεμπόδιστα ο ένας προς τον άλλον γή και νερά. Εξέλιξη με τα χρόνια υπήρξε η ανάπτυξη οικισμών. Αυτό φαίνεται σήμερα από χαρακτηριστική διασπορά χωριών. Ένα παράδειγμα που μου έχει μείνει είναι τα Πετρίλα, συστάδα χωριών του νομού Καρδίτσας. Ακόμη και στα Ευρυτανικά Άγραφα, ειδικά σε κακοτράχαλες περιοχές των Δυτικών, μακριά από τα χωριά, βλέπει σήμερα κανείς τσελιγκάδες να νέμονται περιοχές δικές  τους από αιώνων κτησιχρησία.
Η τέταρτη και πλέον πειστική εκδοχή, είναι αυτή που θεμελιώνεται πιο κάτω.
Στον μεσαίωνα, κάτοικοι στα χωριά του Τυμφρηστού εισέρεαν από παντού, κάποιοι απ’ την Πόλη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και της διαδόχου της Οθωμανικής. Κάποιοι έφερναν γνώσεις σηροτροφίας για παραγωγή μεταξιού.
Επί πλέον, Λατίνοι, Γενοβέζοι και Καταλανοί, προώθησα την σηροτροφία σε κτήσεις τους στον τότε Ελληνικό χώρο. Οι Γενοβέζοι το 1346- 1546 στη Χίο, οι Καταλανοί με την επικυριαρχία του Στέμματος της Αραγονίας από το 1319 μέχρι το 1391 και στα μέρη μας με την ίδρυση του δουκάτου των Νέων Πατρών, της Υπάτης δηλαδή. Η εμφάνισή των τελευταίων στη γειτονική μας Μερκάδα που της έδωσαν Καταλάνικο όνομα δηλωτικό εμπορικού κέντρου, σημαίνει ότι ήταν χωριό πριν το 1350 ή που ιδρύθηκε περίπου τότε.
 Όλοι ανέπτυξαν την σηροτροφία, καθώς το μετάξι ήταν είδος με μεγάλη εμπορική αξία σε Δύση και Ανατολή.
Η δραστηριότητα αυτή στην περιοχή, ειδικά των χωριών του Τυμφρηστού, ανέπτυξε χωριά -κέντρα της σηροτροφίας. Αποτέλεσμά της είναι η σε μεγάλη έκταση φύτευση μουριάς, τροφής των φύλλων της απ’ τους μεταξοσκώληκες, που ακόμα και σήμερα βλέπουμε ότι όχι απομείνει. Πρόσφατη είναι η δοκιμαστική εκτροφή  μεταξοσκωλήκων και παραγωγή άριστης ποιότητας μεταξιού που έγινε στον Αι Γιώργη, χωρίς να δοθεί κάποια συνέχεια.
Τέτοια χωριά -κέντρα της σηροτροφίας και παραγωγής μεταξιού με ονομασία δηλωτική μεσαιωνικού Ελληνισμού που διασώθηκε, ήσαν ο οικισμός των Μεταξάδων της Πρασιάς της Ευρυτανίας και οι Μεταξάδες ή Μεταξάς του Τυμφρηστού, χωριού που μετά την καταστροφή του αργότερα, διασπάστηκε στη Μεγάλη, Μεσαία και Πέρα Κάψη.
Στον χώρο των δικών μας μετέπειτα Μεταξάδων, μετά την εγκατάσταση τον 12ο αι. και ύστερα κτηνοτρόφων σε πρόχειρα καλύβια, Σαρακατσάνων και Βλάχων  Τυμφρηστού ή κουτσόβλαχων, όπως τους αποκαλούσαν, ανθρώπων από τα δάση, φυγάδων από τον δοκιμαζόμενο μεσαιωνικό Ελληνικό χώρο, λοιπών από τον κάμπο της Λαμίας και Υπάτης, εξελίχθηκαν τελικά οι Μεταξάδες ή Μεταξάς. Αυτό, πιστεύω, στις αρχές ή μέσα του 14ου αι., ίδια πιθανή χρονολογία με την κοντινή Μερκάδα.
Οι Μεταξάδες βρίσκονταν σύμφωνα με αναφορές 1 χιλιόμετρο Νότια από την Μεγάλη Κάψη. Αν κάποιος εξετάσει χάρτη της περιοχής μας θα δει ότι η θέση αυτή βρισκόταν σε περιοχή με κέντρο περίπου στον σημερινό δρόμο ή το παλιό μονοπάτι προς την παλιά Μεσαία Κάψη. Μήπως αξίζει μια καλή έρευνα για επιβεβαίωση;
Η πυρπόληση των Μεταξάδων έγινε από τον Λυμπεράκη Γερακάρη(5), εξωμότη, και τους Τούρκους το 1695. Κατά την παράδοση αιτία ήταν η άρνηση των Μεταξιωτών να του δώσουν γυναίκα πανέμορφη χωριανή τους, μάλλον σκλάβα. Πιο ρεαλιστική είναι η άποψη επειδή τον αντιμετώπισαν οι οπλαρχηγοί της Δ. Φθιώτιδας στον Τυμφρηστό, κοντά στους Μεταξάδες.
Μετά την καταστροφή δημιουργήθηκαν τα τρία αδελφά Κάψια.

Άλλα ιστορικά στοιχεία του χωριού μας
Με νόμο της 27ης Δεκ. 1833 (ΦΕΚ 3ο της 10. 01. 1834) «Περί συστάσεως των Δήμων του Κράτους»ιδρύεται ο Δήμος Τυμφρηστού με 19 κοινότητες. Πρώτη έδρα του το Μαυρίλο, ακολουθεί η Μερκάδα, έπεται το Κάψη.
Δήμαρχοι κατά σειρά από Μαυρίλο, από Νεοχώρι αργότερα, από Μερκάδα μετά. Ακολουθεί ο πρώτος Καψιώτης δήμαρχος, ο Χαράλαμπος Δεδούσης, Μερκαδιώτες ύστερα, ο Σεραφείμ Δεδούσης(6), 1909- 1912 τέλος.
Οι Μεγαλοκαψιώτες, όπως και όλοι οι Τυμφρήστιοι, από την Τουρκοκρατία, την Επανάσταση του 21, τον πόλεμο του 1897, τους Μακεδονικούς Αγώνες, τους Βαλκανικούς, τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο και την εκστρατεία στην Μικρά Ασία, τον Δεύτερο και τον καταστροφικό Εμφύλιο που ακολούθησε, πάντα πρόθυμοι εθελοντές, εθελοντές ή κληρωτοί, έτρεχαν στους αγώνες της Πατρίδας, αφήνοντας τα κοκαλάκια τους ν’ ασπρίζουν σε βουνοκορφές και κάμπους. Μιας Πατρίδας που τους ξεχνούσε στην φτώχια τους αμέσως μετά.

Αγωνιστές του 21(7) και …
Στα «Μεγαλοκαψιώτικα» του 1994 υπάρχουν ονόματα 35 Καψιωτών αγωνιστών του 21. Καλή αλλά ανώνυμη δουλειά, παρόλο με κόπο.
Προσθέτω ότι στο βιβλίο «Οι περί τον Τυμφρηστόν οικούντες και η Ζημιανή  στην Τουρκοκρατία» του Λεωνίδα Ιωάννου Καρφή, αντιστράτηγου ΕΛ-ΑΣ ε.α, πτυχιούχου Νομικής, στους καταλόγους αριστούχων αγωνιστών του 1821, αναφέρονται συνολικά 44 αγωνιστές των χωριών του Τυμφρηστού, που έλαβαν το 1833 αριστεία ανδρείας, χάλκινα ή σιδηρά. Ήσαν: 10 από Νεοχώρι, 11 από Μαυρίλο, 16 από την Κάψη και 7 από Ζημιανή.

Σύμφωνα με τον Αθανάσιο Σκούρα και το βιβλίο του «Η μάχη της Αγάθωνας (Μονής Αγάθωνος) το 1822 και η μάχη του Λυχνού», στις μάχες κατά του Δράμαλη έλαβαν μέρος και δυο Καψιώτες. Οι Αναγνόπουλος Δημήτριος και Δεδούσης Νικόλαος. Ο Αναγνόπουλος δεν αναφέρεται μεταξύ των 35 Καψιωτών αγωνιστών, όπως και άλλοι αγωνιστές, πιθανά πολλοί και σε διάφορες μάχες.
Ο Αναστάσιος Καραναστάσης σε παρέμβασή του σε ομιλία, σύμφωνα με τα «Πρακτικά του 3ου Συνεδρίου Φθιωτικής Ιστορίας», επισυνάπτει «Ονομαστικό κατάλογο Αριστούχων προς χρήσιν της διανομής των Αριστείων». 14  ονόματα αφορούν κατοίκους Κάψης Τυμφρηστού, τους πιο κάτω:
Με χάλκινο μετάλλιο: 89. Δ. Ζυγούρη, 90. Αναγ. Διπλάρης, 91. Δ. Μπανέτσος, 92. Κ. Παπαγιάννης, 126. Δημήτρης Ρήγας.
Με σιδερένιο μετάλλιο: 244. Κώστας Φίκας, 245. Δ. Κουτσοκέρας, 246. Αθ. Σκαφίδας, 247. Γ. Ντεληνίκος, 248. Ι. Μπουζάκης, 249. Σ. Παπαγιάννης, 250. Γεώργιος Πανέτσος, 251. Αθ. Βελετζάκης, 252. Ν. Αλυφαντής.
Κάποιους με τη σειρά μου εντόπισα σε δική μου αναζήτηση στην Εθνική Βιβλιοθήκη, Τμήμα Χειρογράφων. Τους αναφέρω για διαφορετικούς λόγους.
Ένας υπογράφει την αίτηση αναγνώρισης της προσφοράς του στην Πατρίδα σαν γιοργος γρ. κουστορίζος, κάτοικος του χωρίου Κάψι του Δήμου Τυμφρηστού, του 1847. Δεν είχε δικαιωθεί σε άλλες αιτήσεις του το 1833 και 1835. Δεν περιλαμβάνεται στους 35 Καψιώτες.
Σειρά από έξι βεβαιώσεις οπλαρχηγών, του δημογέροντα του χωριού Γ. Τζιρώνη και δέκα συγχωριανών, μαζί μ’ αυτήν της δημογεροντίας της Υπάτης, βεβαιώνουν την πραγματικά εντυπωσιακή του συμμετοχή στον Αγώνα και τα πάθη της οικογένειάς του.
 
Από την βεβαίωση του δημογέροντα της Κάψης και των δέκα Καψιωτών
για τον Κωστορρίζο. (Εθνική Βιβλιοθήκη, Τμήμα Χειρογράφων)
Συμμετείχε στη μάχη της Καλιακούδας υπό τους οπλαρχηγούς Νικολάκη Κοντογιαννη και Σ. Κοντογιάννη, στη μάχη της Άμπλιανης υπό τον οπλαρχηγό Νάκο Πανουργιά, «μέχρι τέλους» στην πολιορκία του Μεσολογγίου με τον Λάμπρο Βέικο, στην Αράχοβα κατά του Μοστάμπεη «υπό την Αρχηγίαν του αείμνηστου Καραϊσκάκη», στην Ελευσίνα με τον Καραϊσκάκη και σε όλες τις μάχες της Αττικής κατά του «Κουτάγια»(Κιουταχή), εις την Δόμβραινα υπό τον Πέτρου, και αλλού, «με δέκα ή και δεκαπέντε συντρόφους  καλούς υπό την αρχηγία του». Γι΄ αυτό αναφέρεται σαν «βουλουκτσής» (μπουλουκτσής). Το 1824 αιχμαλωτίστηκε η οικογένειά του «από πέντε ψυχές» και «χάθηκαν όλοι, ομού και με όλην την οικιακήν κατάστασην».
Και πάλι δεν δικαιώθηκε. Επανήλθε το 1865 ο γιος του Κωνσταντίνος Γ. Κωστορρίζος. Άγνωστη η απόφαση.
Η δεύτερη έρευνα αφορά την σημείωση στη δημοσίευση «στα Μεγαλοκαψιώτικα»των ονομάτων των 35, που αναφέρεται στην συνυποβολή από τους Δεδουσέους, έξη άτομα,  δικαιολογητικών και την αίτησή τους για αποζημίωση για μεταφορικά ζώα, σφάγια, τυριά, κλπ που προσέφεραν.
Η αίτηση των Δεδουσαίων. (Εθνική Βιβλιοθήκη, Τμήμα Χειρογράφων)
Επειδή δεν δικαιώθηκαν επανήλθαν με νέα αίτηση «Προς την επί των αμοιβών των αγωνιστών εξελεγκτικήν επιτροπήν» το 1865 και με το ίδιο θέμα. Υπογράφουν οι Ιωάννης δ. δεδούσης, Ν. Δεδούσης, Γρ. Δεδούσης, Γρ. Π. Δεδούσης, Γ. Π. Δεδούσης, Δ. Δ. Δεδούσης, Γ. Δεδούσης. Μαζί υποβάλλονται 26(!) «αποδεικτικά ομολογούντα τις πολιτικές εκδουλεύσεις των χορηγών..».
Σύμφωνα με «τα Μεγαλοκαψιώτικα», στους πιο πάνω, και με νέα ονόματα, «αναγνωρίζονται υπηρεσίαι», κατά το ΛΕΞΙΚΟ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗ.
Κάποιον εντόπισα διαβάζοντας Πάνο Ι. Βασιλείου, «ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΕΣ ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΣΤΗΝ ΕΠΟΠΟΙΙΑ ΤΟΥ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ» (Ονομαστικοί κατάλογοι μισθοτροφοδοσίας). Είναι ο στρατιώτης Τσιγαρέλης Γεώργιος από Κάψη.
Από την ανάρτηση Σωτήρη Αλεξόπουλου, «ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ ΤΗΣ ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ»  με χρήση βοηθημάτων επισήμων αρχείων, απομόνωσα τα ονόματα Καψιωτών αγωνιστών. Τον ένα που τιμήθηκε σαν Μακεδονομάχος, με την ευαισθησία μου στο θέμα από τις Μακεδονίτικες ρίζες μου από αγωνιστές του Αγώνα από τον πατέρα μου. Ήταν ο Γεώργιος Δεδούσης, λοχαγός Πεζικού, που έπεσε στους βαλκανικούς πολέμους στην Μακεδονία στις 1 Νοε. 1912. Οι άλλοι δυο, στρατιώτες, ο Καρανίκας ή Κοντός Γεώργιος (από Κάψι) έπεσε στις 19 Ιουνίου 1913 στη μάχη του Λαχανά και ο Προβόπουλος Κωνσταντίνος του Βασιλείου,  απεβίωσε στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο Δελβίνου.
Απ’ ότι βλέπουμε το Δεδουσέικο καλά κρατεί. Πάντα μπροστά!.
Παρατήρηση που θεωρώ βασική: Διαβάζοντας χειρόγραφα, βιβλία και links για μέχρι 1865, βλέπω παντού Κάψη, Εν Κάψη, χωρίον Κάψη Τυμφρηστού, Κάψι, κάτοικος Κάψι. Σχεδόν ποτέ δεν είδα Μεγάλη Κάψη, Μεσαία Κάψη, Πέρα Κάψη. Αυτό με κάνει να θεωρώ ότι τα χωριά εξακολουθούσαν ν’ αποτελούν αδιάσπαστη ενότητα στον Δήμο Τυμφρηστού, το ή η Κάψη για πολλά χρόνια, πιθανά μέχρι και το 1912 που η Πέρα Κάψη έγινε ανεξάρτητη κοινότητα, ίσως και αργότερα. Απαραίτητη η έρευνα στο θέμα.
Η ληστοκρατία στα μέρη μας.
Η ληστοκρατία κράτησε στην Φθιώτιδα μέχρι το 1881. Μέχρις ότου δηλαδή ήταν παραμεθόριος. Υπήρξε αποτέλεσμα της ανέχειας των κατοίκων- αγωνιστών του 1821 της Στερεάς που έμειναν έξω από την δημιουργία του Στρατού, της συνεχιζόμενης από πριν την Επανάσταση ληστοκρατίας και της εύκολης διαφυγής των ληστών στην Θεσσαλία, όπου τους υπέθαλπαν οι Τουρκαλβανοί για να έχουν εξασθενημένη την Ελλάδα. 
Βρήκα αναφορά σε «ληστεία στο χωριό Κάψι Τυμφρηστού» μαζί συνολικά με δέκα ληστείες στην περιοχή, το 1845. Σε άλλη, βουλευτής μιλώντας στη Βουλή στις 25.10.1867, περιγράφοντας την κατάσταση που επικρατεί στη Φθιώτιδα, λέγει: «…. Οι λησταί αποβαλόντες πάντα φόβον της εξουσίας πολλαπλασιασθέντες εκ της κατά τα μεθόρια ανωμαλίας, παρήτησαν τα όρη και επλημμύρισαν τα χωρία της Φθιώτιδος… Το Πάσχα όλαι αι ληστρικαί συμμορίαι συνέφαγον εντός των χωρίων μετά των χωρικών, εν παντελεί αφοβία και αταραξία. Και ειδικότερα η συμμορία του Δεδούση στο Κάψι, του ….κλπ». Αποδεικνύονται έτσι τα φιλικά αισθήματα και την υπόθαλψη για τους συγχωριανούς τους ληστές από τους χωριανούς.

Το χωριό μας κι’ η Εθνική Αντίσταση
Το χωριό μας μπροστά και στην Εθνική Αντίσταση.
Για μια εβδομάδα τον Νοέμβρη του 1943 η Δ. Φθιώτιδα μέχρι τον Τυμφρηστό μεταβλήθηκε σε πεδίο μάχης. Τμήματα του 42ου Συντάγματος της 13ης Μεραρχίας του εφεδρικού ΕΛΑΣ, μάχονταν τους Γερμανούς στη Μακρακώμη,  στο Πλατύστομο, στα Καμπιά, στη Βίτωλη, στον Αι Γιώργη, στις Ράχες Τυμφρηστού. Μεταξύ το πεδίων μάχης και το τότε Χάνι του Πανέτσου.
Ο Βαγγέλης Υφαντής στα 13- 14 του, θυμάται αντάρτες  στο διπλανό οίκημα του τότε σπιτιού του, στο λεγόμενο «παλιόσπιτο» λόγω πρόχειρης κατασκευής, χώρο μαγαζιού, «ζωσμένους σταυρωτά τα φυσεκλίκια τους». Στήνοντας αυτί,   άκουγε να κουβεντιάζουν για «κομμουνισμό και  αντάρτικο που ερχόταν».
Κάτω από τον Άη Παντελεήμονα, είχαν στήσει πολυβολεία σε προσπάθεια ελέγχου του δρόμου για Πέρα Κάψη.
Αυτά ήσαν και όλα μου τ’ ακούσματα για την Ε. Α και το χωριό μας, μέχρις ότου ο συγχωριανός μας δημοσιογράφος- λογοτέχνης Ηλίας Προβόπουλος, έγραψε για το θέμα κάτι πολύ σημαντικό, κοινοποιώντας μας τ’ ακούσματά του για την παρουσία σ’ αυτό του Άρη του Βελουχιώτη, Θανάση Κλάρα, στο Blog του «Ακτήμων» το 2010, αν θυμάμαι καλά. Ακούσματα που μέχρι τότε ήσαν επτασφράγιστα μυστικά για τους γνώστες τους συγχωριανούς μας που φοβισμένοι δεν τα κοινοποιούσαν, μαζί και με άλλα από τον Εμφύλιο.
Ο Άρης, σύμφωνα με την μαρτυρία του Ηλία Προβόπουλου, με την οικογένειά του, αυτή του Δημήτρη Κλάρα, παραθέριζε στο Κάψη κάθε καλοκαίρι μέχρι το 1918!. Πήγαινε στο Λιβαδάκι και στη Λελούδα, απ’ όπου αγνάντευε το Βελούχι διαβάζοντας τα δικά του. Απ’ αυτό πήρε και το αντάρτικο όνομά του. Στην περίοδο της Εθνικής Αντίστασης περνούσε συχνά απ’ το χωριό κι’ έμενε σ΄ αυτό. Στο Κάψη «την ίδια περίοδο λειτουργούσε νοσοκομείο για τους τραυματισμένους αντάρτες και ήταν μια σοβαρή βάση της Επιμελητείας, με φούρνους, μαγειρεία και πλυντήρια ρούχων όπου δούλευαν όλες οι γυναίκες του χωριού». Επίσης στάθμευε μεγάλος αριθμός ανταρτών χωρίς να ενοχλήσουν κανέναν.
Οι Γερμανοί σε επιδρομή τους 15 Αυγούστου 1944 έκαψαν σπίτια του χωριού.
Με τον Εμφύλιο, αμέσως σχεδόν μετά τον Πόλεμο, η περιοχή μας έγινε ένα από τα πλέον γνωστά μέτωπά του με ότι αυτό συνεπάγεται για το χωριό μας με την εγκατάλειψή του, σε ανθρώπινες ψυχές, καταστραμμένες υποδομές, ξεριζωμό και εσωτερική ή εξωτερική μετανάστευση.
Η καταγωγή των κατοίκων του χωριού μας
Η καταγωγή των κατοίκων του χωριού μας, αφήνοντας πρόσφατες αναμίξεις με φύλα μικρασιάτικα, ρωμαίικα, ακόμα και βαλκανικά, είναι παρόμοια μ’ αυτήν των άλλων κατοίκων του Τυμφρηστού και της Δυτικής Φθιώτιδας.
Ο χώρος της Φθιώτιδας, μαζί του Τυμφρηστού, κατοικήθηκε από πολλούς λαούς από τα πανάρχαια χρόνια. Τους Πελασγούς, τους  αρχαιότερους κάτοικους της Στερεάς, Θεσσαλίας και της Ηπείρου, θεωρεί  προπάτορές του ο Αχιλλέας, ο γιος του Πηλέα, που τα ανάκτορά του οι συγγραφείς Δ. Αινιάν και Ι. Βορτσέλας πιστεύουν ότι ήσαν στις πηγές του Σπερχειού, κάτω από τον Τυμφρηστό, στο Μαυρίλο, κατά  τον Όμηρο. Τους Μυρμιδόνες έφερε ο Πηλέας οδηγώντας τους  στη Φθία.
Κάτι που πρέπει εμάς τους περί τον Σπερχειό να μας κάνει περήφανους είναι ότι το όνομα Έλληνες στα ομηρικά χρόνια, αντιστοιχούσε μόνο σ' ένα ελληνικό φύλο, αυτό που κατοικούσε στην περιοχή γύρω απ’ αυτόν.
Πριν από το 2000 π.X στην περιοχή του Σπερχειού κατοικούσαν οι Δρύοπες. Ήρθαν μετά περαστικοί οι Αθαμάνες, οι Ίωνες, οι Αρκάδες, οι Αιολείς. Ακολουθούν οι  Αχαιοί. Το 1300-1200 π.χ. κατεβαίνουν κι’ οι Μακεδόνες. Παίρνουν το όνομα Δωριείς από την Δωρίδα.
Μετά τον Τρωικό πόλεμο εγκαταστάθηκαν οι Αινιάνες, φθάνοντας ως τις πλαγιές  του Τυμφρηστού. Συναντούν τους Αιτωλούς και τους Δόλοπες που κατέβαιναν από τα δυτικά του Τυμφρηστού, την φτωχή Ευρυτανία, στα καμποχώρια της Φθιώτιδας για να αρπάξουν τρόφιμα. Μετά πολύχρονες μάχες κυριάρχησαν στην περιοχή του Τυμφρηστού και των πηγών του Σπερχειού οι Αιτωλοί.
Όλοι οι πιο πάνω δημιούργησαν με το DNA τους το πρώτο κράμα που  με τη σειρά του δημιούργησε την αρχέγονη καταγωγή των κατοίκων της Δυτικής Φθιώτιδας μαζί και των χωριών μας. Από ανάλογο κράμα, ήρθαν και κατοίκησαν τις περιοχές μας, Έλληνες από την Θεσσαλία, την Ήπειρο, τον Φθιωτικό κάμπο κι’ απ΄ αλλού.
1200 μΧ περίπου και οι κάτοικοι σύμφωνα με τις πηγές του ιστορικού Δ. Αινιάν, θεωρούνται τραχείς, άρπαγες, λαός πολεμικός και ανυπότακτος, ταυτόχρονα άθρησκοι(8). Από τότε, κτηνοτρόφοι που ζούσαν σε πρόχειρα καλύβια, μετακινούμενοι όπου νερό και χορτάρι, οι Σαρακατσάνοι και οι Βλάχοι Τυμφρηστού ή κουτσόβλαχοι πλημμύρισαν  τον τόπο. Το αντάμωμα των Σαρακατσαναίων κάθε Ιούλιο στους Αγίους Αποστόλους είναι κατάλοιπο.
Τα χωριά που άρχισαν να ιδρύουν χαρακτηρίστηκαν «Βλαχοχώρια».
Εκτός των Τούρκων, πέρασαν απ’ τα χωριά του  Τυμφρηστού σαν εχθροί κατακτητές ή επιδρομείς: Γαλάτες, Σλάβοι, Βούλγαροι, Βενετσάνοι, Φράγκοι, Κατελάνοι, Αλβανοί. Κάποιοι, όπως οι Σλάβοι, Βούλγαροι και Αλβανοί εγκαταστάθηκαν, αφομοιώθηκαν και εξελληνίστηκαν παίρνοντας γλώσσα, θρησκεία, ήθη κι’ έθιμα ντόπια ελληνικά, αφήνοντας γλωσσικά κατάλοιπα στη ντοπιολαλιά και σε πολλά τοπωνύμια.
Κάποιοι συνέλληνες έχουν την εντύπωση ότι στις φλέβες μας κυλά ατόφιο το αίμα του Όμηρου, του Περικλή, του Λεωνίδα, του Μεγαλέξανδρου, των Ιώνων Μικρασιατών, των Αχαιών και Δωριέων της Ελλάδας ή της Μικρασίας, των Μακεδόνων. Τους είναι άγνωστες ή υποβιβάζουν τις  μετακινήσεις των λαών στον ευρύτερο ελληνικό χώρο, την κάθοδο και εγκατάσταση Σλάβων μέχρι τη Πελοπόννησο που αποδεικνύουν σλαβικά τοπωνύμια που ρίζωσαν μένοντας και σήμερα παρά τις μετονομασίες των περισσότερων, ακόμα και λέξεων της καθομιλουμένης.
Αγνοούν αλλεπάλληλες μετακινήσεις για αιώνες διάφορων φύλων Αλβανών μέχρι την Πελοπόννησο, το πέρασμά τους στα νησιά, την  εγκατάστασή τους σε εύφορες περιοχές και την ανάμειξή τους με τους ντόπιους κατοίκους της, από τους οποίους πήραν θρησκεία, γλώσσα, ήθη κι’ έθιμα. 
Λατίνοι φεουδάρχες έχουν αφήσει επίθετά τους ελληνοποιημένα στη Πελοπόννησο με τους «γασμούλους» τους, Τούρκοι κατακτητές για πάνω από 500 χρόνια, μαζί με βορειοαφρικανούς πειρατές και Αιγυπτίους στρατιώτες του Ιμπραήμ, εισέβαλαν  κι’ αυτοί στο αρχαιοελληνικό D.N.A.
Είμαστε όμως τυχεροί που αυτοί οι αρχαιότεροι προπάτορές μας, όχι καθαρού γενετικού φύλλου  σαν μείξη πελασγικών φύλων με αχαϊκά, δωρικά, φοινικικά, λαών της Μ. Ασίας, μας κληρονόμησαν τη γλώσσα, πολλά από τα ήθη κι’ έθιμά τους και το δικαίωμα να αποκαλούμαστε Έλληνες.
Ο Ίων Δραγούμης, διπλωμάτης σε κρίσιμες πόλεις σε Βαλκάνια και Πόλη, συμμετείχε στον Μακεδονικό Αγώνα και στους βαλκανικούς πολέμους. Ήταν γυναικάδελφος του Παύλου Μελά, γιος του Πρωθυπουργού Στέφανου Δραγούμη, συγγραφέας βιβλίων και συνεργάτης περιοδικών όπως «Ο Νουμάς», δημοτικιστής. Πολιτικός, «βασιλικός», εκτελέστηκε τελικά από φρουρά «βενιζελικών» που τον έφερνε στην Αθήνα από τη Κηφισιά, όπου τον συνέλαβαν αναίτια, μετά την απόπειρα κατά του Βενιζέλου στο Παρίσι.
Τις σκέψεις του θα τις περίμενε κανείς εθνικιστικές. Διαβάζοντας το βιβλίο του : ΟΣΟΙ ΖΩΝΤΑΝΟΙ, πρώτη έκδοση το 1911 , κεφ. Η φυλή, βλέπει ότι «πίστευε στην αξία και τη ζωτικότητα του έθνους που αύξανε με τις συνεχείς προσμίξεις». Αποστρεφόταν την προγονοπληξία και τον ψευδοκλασικισμό.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .                                    
Οι επιδρομές των Τούρκων στα χωριά του Τυμφρηστού άρχισαν από το 1393.  Μην μπορώντας να τα υποτάξουν υποχρεώθηκαν σε προφορικό συμβιβασμό που επισημοποιήθηκε με την Συνθήκη Ταμασίου το 1525. Μόνη παραδοχή αυτή της τουρκικής εξουσίας, η πληρωμή κεφαλικού φόρου, αλλά και η συμφωνία για μη συγκατοίκηση.
Από τα μέσα του 15ου(8) αιώνα που φαίνεται ότι ασπάσθηκαν τον Χριστιανισμό(!)τα χωριά μας και με την Συμφωνία, άρχισαν οι κάτοικοι να οργανώνονται σε κοινότητες, να εκλέγουν Δημογεροντίες για τα χωριά και  Προεστούς για την Επαρχία τους. Ταυτόχρονα, κάτοικοι που μετακινήθηκαν από τους κάμπους της Λαμίας και Υπάτης (επισκοπή Νέων Πατρών), ειδικά μετά την πτώση της Πόλης, για να διαφυλάξουν την χριστιανικοί τους πίστη και τα παιδιά τους,  έγιναν ευχάριστα δεκτοί από τους κατοίκους των χωριών του Τυμφρηστού με τους οποίους συγχωνεύτηκαν. Αυτοί αύξησαν την θρησκευτικότητά τους, τα οργάνωσαν εκκλησιαστικά. Θρησκευτικότητα που συναντάς αναλλοίωτη μέχρι σήμερα σε πολλούς κατοίκους των χωριών  μας.
Την Συνθήκη οι Τούρκοι την παρέβαιναν συχνά κάνοντας επιδρομές και κατακαίγοντας τα χωριά. 

Η Μεγαλοκαψιώτικη ντοπιολαλιά
Σχεδόν τίποτε δεν έχει απομείνει από την Μεγαλοκαψιώτικη ντοπιολαλιά, ίδια με όλων των χωριών του Τυμφρηστού της ορεινής Φθιώτιδας. Σ’  ελάχιστους πλέον που δεν απομακρύνθηκαν για πολύ από το χωριό ή που δεν πολυβλέπουν τηλεόραση που ισοπεδώνει τα ιδιώματα πλησιάζοντάς τα αθηναίικα, μπορεί κάποιος να ξεχωρίσει λέξεις όπως ακούγονταν πριν πάνω από 40 χρόνια. Λέξεις που η παγωνιά του χειμώνα ανάγκασε από τα αρχαία χρόνια τους βουνίσιους  πληθυσμούς να τις συντομεύουν κρατώντας το στόμα ελάχιστα ανοιχτό,  εκφωνώντας τα σύμφωνα και ελαττώνοντας τα φωνήεντα, ώστε να έχουν την ελάχιστη θερμική απώλεια με τα χνώτα. Επέλεξαν επί πλέον λεξιλόγιο με λέξεις το δυνατόν σύντομες. Λέξεις όπως, γμαρ, γομάρι ή γρουν, γουρούνι ή ντιπ, τούρκικη (dip), αντί της ελληνικής εντελώς, Νικλάκς, Νικολάκης, κλπ. Αυτά σε αντίθεση με τους κατοίκους θερμών περιοχών με λέξεις μεγάλες με όλα τους τα φωνήεντα και διφθόγγους, το στόμα ορθάνοικτο για ν’ αποβάλλουν όση περισσότερη θερμότητα.
Μελετώντας ετυμολογικά ένα μικρό μόνο μέρος του  Μεγαλοκαψιώτικου λεξιλογίου, όσο αρκεί για ένα κείμενο όπως αυτό, αντιλαμβάνεται κάποιος και την ανάμειξη όλων των φύλων που διαμόρφωσαν  την καταγωγή και την ντοπιολαλιά των κατοίκων του. Κάποιες ξεχώρισα σε ομάδες όπως πιο κάτω.
Σχετικές με κατοικίες, εξοπλισμό τους, σκεύη:
Ανώι (ανώγι), αρχαιοελληνική (άνω γαία)
Κατώι (κατώγι), αρχαιοελληνική (κάτω γαία)
Πάτερο, αρχαιοελληνική (πάτος, πάτωμα), πατερόν (μεσαιωνική ελληνική)
Πυροστιά, αρχαϊκή ελληνική (πυρ+ εστία)
Κούπα, αρχαιοελληνική (κύπη)και σαρακατσάνικη, την πήραν οι Λατίνοι (cup(p)a), απ’ αυτούς οι βλάχοι.
Γούρνα, αρχαιοελληνική (γρώνη, η κοιλότητα)
Σκουτί, αρχαιοελληνική (σκύτος, δέρμα ένδυσης), την πήραν οι Λατίνοι (scutum), απ’ αυτούς οι βλάχοι.
Βελέντζα, ρούγα, πελασγικές σαρακατσάνικες. Την βελέντζα χρησιμοποίησαν τούρκοι και αλβανοί.
Σαμάρι, αρχαιοελληνική (σάγμα), σαγμάριον μεσαιωνική ελληνική.
Μαντζάτο, βλάχικη λατινογενής, ισόγειο καθιστικό δίπατου σπιτιού.
Βαρέλα και βουτσέλα, βλάχικες λατινογενείς.
Καρδάρα, βλάχικη λατινογενής.
Τσουράπι, αραβική, τούρκικη, αλβανική.
Τσαρούχι, κουρδική, τούρκικη.
Τουλούμι, τούρκικη.
Σχετικές με χλωρίδα και πανίδα:
Δένδρο (βελανιδιά), ομηρική.
Κρανιά, αρχαία μακεδονική (αναφέρεται από τον Αρριανό, το ξύλο της χρησιμοποιήθηκε για τις σάρισες της Μακεδονικής Φάλαγγας).
Γκορτσά ή γκοριτσιά, σλάβικη και αρβανίτικη.
Γκοστέρα και γκοστερίτσα, σλάβικη.
Σχετικές με φαγώσιμα:
Τσιγαρίδα, αρχαιοελληνική (οξυγαρίζω, τσιγαρίζω).
Τραχανάς, από την λέξη τραγανός, αρχαιοελληνική λέξη της Καππαδοκία, χρησιμοποιήθηκε από τους τούρκους.
Χυλός, αρχαιοελληνική (χέω).
Γαρδούμπα, βυζαντινή (γαρδούμιον). Χρησιμοποιήθηκε από Λατίνους και  βλάχους.
Γλίνα, σλάβικη.
Κοκορέτσι, ρωμανικό κουκουρέτσου, κουκουρούζα σλάβικα.
Μπουμπάρι, τούρκικη (έντερα γεμιστά με εντόσθια, το παχύ έντερο).
Άλλες:
Βζι (βυζί), αρχαιοελληνική (βυζός ο ογκώδης, σφικτός)
Αντάρα (ομίχλη, ανακατωσούρα), μεσαιωνική ελληνική (αναταράσσω).
Τσούπρα, σαρακατσάνικη πελασγική. Την χρησιμοποίησαν κι’ οι Αλβανοί.
Κρένω, μεσαιωνική ελληνική (κρίνω).
Γκαβός, βλάχικη.
Αξίζει αναφοράς κάτι που μου έκανε εντύπωση από τα παιδικά μου χρόνια. Το συχνό άκουσμα στο χωριό αρχαιοελληνικών ονομάτων, όπως Περικλής, Νεοκλής, Αχιλλέας, Ηρακλής, Θρασύβουλος, Αριστείδης, Αλκιβιάδης, Νέστωρ, Περσεφόνη, Κλεονίκη, Φαίδρα, Ναυσικά, Πολυξένη, κ.α. σε μεγάλο αναλογικά ποσοστό μεταξύ των συγχωριανών μας. Το φαινόμενο εντοπίζει με έρευνά του ο Ηλίας Σπυρόπουλος στα «Μεγαλοκαψιώτικα».
Η τάση αυτή καλών χριστιανών, χωρίς αντίδρασης στα  ονόματα των Αγίων της Εκκλησίας, φανερώνει την συνέχεια των αρχαιοελληνικών ριζών μας με την διατήρηση ονομάτων των ανιόντων μας από την εποχή του σχεδόν πρόσφατου δωδεκάθεου. 

Οι εκκλησιές του χωριού μας(9)
Ο Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου ή Παναγίας του νεκροταφείου μας ανεγέρθη το 1693, όταν οι Τούρκοι  επέτρεψαν την ανέγερση εκκλησιών, από τον επίσκοπο Νέων Πατρών (Υπάτης) Ιωαννίκιο, που διέμεινε  στο χωριό μας από το 1690 από τον φόβο των Τούρκων. Πέθανε το 1693  και ετάφη σ’ αυτό, σημαδεύοντας πιθανά και την χρήση του χώρου του ναού σαν νεκροταφείου.
Είναι παλιότερος του Αγίου Δημητρίου στο Μαυρίλο(1728), του Αγίου Νικολάου στη Ζιώψη (1738) και της δικής μας Αγίας Τριάδας (1749). Αυτό σημαίνει ότι με κάθε τρόπο πρέπει να την προσέξουμε και ν’ αναδείξουμε τη φήμη της αυτή.


 



















Μια ταφόπλακα σκαλισμένη  σε ιλυόλιθο, συνηθισμένη πέτρα του χωριού,  μαρτυρά λόγω της  γραφής της (ύπαρξη και λατινογενών στοιχείων) τη κατοίκηση και ύπαρξη του Μεταξά αρκετά πριν τον 17ο αιώνα και από Βλάχους εκτός και από Σαρακατσάνους.
Η αρχαία εκκλησιά κάηκε με την μεγάλη πυρκαγιά του 1944(10) που ξεκίνησε από τις Ράχες Τυμφρηστού. Ο αέρας την έσυρε στα Κάψια. Ένα ρέτσι που εκτοξεύτηκε από ψηλά από την περιοχή του Άγιου Παντελεήμονα, την έφερε στην Παναγιά. Επομένως όχι από τους Γερμανούς ή ..«αυτανάφλεξη» ουσίας μέσα στην εκκλησιά σύμφωνα με τελευταία άποψη που άκουσα.
Την αποκατάστασή της ανέλαβαν μάστορες του χωριού. Οι ξυλουργοί, μαζί με τ’ άλλα, ανέλαβαν και το τέμπλο. Ο λεπτουργός Στέλιος Υφαντής, ηλικίας τότε κοντά στα 80, ανέλαβε τα όποια τεχνικά ξυλόγλυπτα(11) του.
Αγία Τριάδα 
Τον 18ο αι. κτίσθηκαν εκκλησίες στα περισσότερα χωριά του Τυμφρηστού. Σ’ αυτό πρωτοστάτησαν οι επίσκοποι της Υπάτης, Νέων Πατρών. Εκτός από εκκλησιές, ανεγέρθησαν γνωστά και άγνωστα παρεκκλήσια.
Το 1749 ανεγέρθη η κύρια εκκλησιά του χωριού μας, τρίκλιτη Βασιλική, η Αγία Τριάδα με το παραδοσιακό «χοροστάσι» της. Τα παραθύρια της στενά, σε ύψος πάνω από δυο μέτρα.
Εξωτερικά δεν διακρίνεται κόγχη που στο  εσωτερικό  της είναι φανερή.
Κατασκευάστηκε με διπλό τοίχο για να κρύβει   κατασκευή από αλλεπάλληλα ξύλινα δοκάρια που  ανέβαζαν  στους  χώρους της  οροφή,  ανάμεσα  στη στέγη και το ταβάνι. Πιθανά ο  εξωτερικός  τοίχος  να  χτίστηκε  μετά  και  να  κάλυψε  τον  άλλο. Στο  Ιερό υπάρχει  κρυμμένη  είσοδος στον χώρο αυτόν, καμουφλαρισμένη με μεγάλα εικονίσματα. Στον τοίχο της κόγχης φαίνεται σαν ντουλάπα. Ανοίγοντάς την, ένα υπερυψωμένο πέρασμα  οδηγεί στον χώρο ανόδου και την κατασκευή προς την κρύπτη. Ανεβαίνοντας με την κατασκευή, πράγμα πολύ δύσκολο για μεγάλης ηλικίας, φθάνουμε σε χώρο όπου σύμφωνα με παράδοση υπήρχε  κρυφό σχολειό  στην  Τουρκοκρατία  ή και  σημείο  απόκρυψης από  Τούρκους ή και ληστές.
 
Η κρυμμένη είσοδος για την κρύπτη στο εσωτερικό του ιερού.
Η διασωθείσα Παναγία της κόγχης, της «Σχολή των Αγράφων».
Με την ανέγερση της εκκλησίας και στα χρόνια του Όθωνα, δεν υπήρχαν καμπάνες και καμπαναριό. Οι χωριανοί καλούνταν με τον μοναστηριακό τρόπο, με σήμαντρα με ξύλα.
Το καμπαναριό κατασκευάστηκε με ντόπια πελεκητή πέτρα το 1935 στη θέση όπου είναι το σημερινό. Από τότε λόγω δωρεών από επιτυχημένα τέκνα του χωριού στο εξωτερικό, την μικρή γνώση των δημοτικών αρχόντων του για διατήρηση παλαιοτέρων κτισμάτων και την ανάγκη των όποιων χρημάτων, άρχισε ένας καταιγισμός καθαιρέσεων και ανεγέρσεων καμπαναριών, σαν τον φούρνο του Νασταρδίν Χότζα. Το παλιό πετρόκτιστο καθαιρέθηκε το 1959. Οι καμπάνες αναρτήθηκαν σε πρόχειρο ικρίωμα μέχρι ν’ ανεγερθεί το νέο στη… μέση σχεδόν του χοροστασιού. Γι’ αυτονόητους λόγους καθαιρέθηκε κι’ αυτό και κτίστηκε τελικά το σημερινό.
Παλιές συμπληρωματικές κατασκευές καταστράφηκαν σε«συντήρηση  σωστική» του 1920. Μαζί και το μέγιστο μέρος τοιχογραφιών αγραφιώτικης τεχνοτροπίας, σίγουρα της περίφημης «Σχολή των Αγράφων», που ιδρύθηκε με συνοδικό πατριαρχικό «σιγίλιο» στη Φουρνά το 1704 από  τον ζωγράφο Διονύσιο εκ Φουρνάς. Σχολή που τον18ο αι. ήταν για τις εκκλησίες των χωριών Τυμφρηστού και Αγράφων«Σχολείον Κοινών Γραμμάτων» και «Εργαστήρι Αγιογραφίας».
Τέμπλο, εικονοστάσι και προσκυνητάρι κατασκεύασε ο παππούς του γράφοντος, εκκλησιαστικός  ξυλογλύπτης και ιεροψάλτης, Στέλιος Υφαντής. Το τέμπλο κατασκευάστηκε περίπου το 1928- 29 με ανάθεση από τον επίτροπο Πανόπουλο. Το εικονοστάσι είναι δωρεά του Γρηγόρη Ποντικού.
Την σεβάστηκαν οι Γερμανοί όταν έκαψαν πολλά στο Κάψη το 1944.
Άγιος Παντελεήμονας
Αναφέρεται σαν μοναστηριακή εκκλησιά στις «διαλελυμένες Μονές» της Ι. Μ. Φθιώτιδος. Άγνωστο πότε κτίστηκε(12). Πιθανολογώ λίγο μετά το 1778, όταν ο Πατρο- Κοσμάς ο Αιτωλός περιτριγύριζε τα μέρη μας διδάσκοντας τους κατοίκους που εξολοθρεύονταν από επιδημίες, τα «θανατικά», να φτιάχνουν εκκλησιές και παρεκκλήσια αφιερωμένα σε θαυματουργούς Αγίους, θεραπευτές ασθενειών. Τότε κτίστηκαν στα χωριά του Τυμφρηστού πολλές και πολλά, πιθανά και τα δικά μας των θαυματουργών Αγίων Παντελεήμονα και ίσως και της Οσίας Παρασκευής, παλιού νεκροταφείου της Μεσαίας Κάψης πριν το χωριό μεταφερθεί στη νέα του θέση μετά την κατολίσθηση και καταστροφή του.
Την Αγία Παρασκευή που μας μπερδεύει με τις εντοιχισμένες της πινακίδες του πότε κτίστηκε, το 1977, το 1922, το 1868 (!), την αγαπούμε και τιμούμε σαν δική μας.
 
Ο Άγιος Παντελεήμων.
Κατάλοιπα ερειπίων παλιάς κατασκευής της «διαλελυμένης Μονής»
στο δυτικό τμήμα της εκκλησίας.
Σε αναφορές, στο διαλυμένο σήμερα μοναστήρι του Αγ. Παντελεήμονα, λειτουργούσε προεπαναστατικά και μετεπαναστατικά ελληνικό σχολειό με κορυφαίους και διαπρεπείς σχολάρχες. Σε άλλη αναφορά  λειτούργησε σαν Κρυφό Σχολειό(;) μόνο μεταξύ 1850-1870, πράγμα που αθέλητα ακυρώνει σχεδόν την ανέγερσή του τα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Σ’ αυτό, μεταξύ των άλλων, το 1860, εποχή που η Φθιώτιδα ήταν παραμεθόριος, καλόγερος,  δάσκαλος στην εκκλησιά, εξαναγκάστηκε να φύγει από κουτσομπολιά των συμπατριωτών μας για ανηθικότητα. «Τι’ χες Γιάννη, τι’ είχα πάντα».
Σημειώνεται ότι το 1832 με τη συνθήκη του Λονδίνου ορίσθηκε σαν οριογραμμή των συνόρων ο άξονας Αμβρακικός – Παγασητικός. Η Φθιώτιδα έγινε συνοριακή περιοχή μέχρι το 1881 και το βουνό Όθρη υπήρξε το σύνορο του Ελληνικού κράτους
Κάτω από την εκκλησιά, σε αρχαιολογική ανασκαφή βρέθηκε το 1993 τοίχος από παλιό, ίσως αρχαίο οικισμό ή οίκημα, μαζί και όστρακα αδιευκρίνιστης χρονολόγησης. Θεωρήθηκε αρχαιολογικά πιθανού τοπικού ενδιαφέροντος.  Η ανασκαφή εγκαταλείφθηκε. Πιθανό να είναι κατάλοιπο των Μεταξάδων.
Το πανηγύρι του Αγίου Παντελεήμονα γίνεται κάθε χρόνο στις 27 Ιουλίου στο χοροστάσι της Αγίας Τριάδας.
Η Αγία Παρασκευή στη θέση Μαυρογιάννη. Κτίστηκε από τον Ανδρέα Πλατανιά το 1887. Ανακαινίστηκε το 2000 από κατιόντα του. Δεν την έχω επισκεφτεί ποτέ. Μόνο φωτογραφίες στο link είδα.
Ο Προφήτης Ηλίας, Αι Λιας, κτίστηκε το 2001 στη μαγευτική θέση του παλιού αλωνιού των παιδικών μας παιχνιδιών και αναμνήσεων, δίπλα στο μονοπάτι για Μητσάρα και Μερκάδα, από μαστόρους – εργολάβους, παλιούς και παραμένοντες κατοίκους της γειτονιάς. Μας στέρησε με την αγιοσύνη του και τον χώρο των πρανών του αλωνιού με την κακότεχνη περίφραξη του χώρου.
Από κάτω, κακοποιημένο από ευγενή προσπάθεια να συντηρηθεί και με την πρόσβαση σ’ αυτό να εξακολουθεί να φράζεται από κομμένα κλαδιά και σκουπίδια που απερίσκεπτα κάποιοι πετούν, το εικονοστάσι του μονοπατιού για Μητσάρα και Μερκάδα.

Η παιδεία στο χωριό μας
Μπορούμε να υποθέσουμε ότι οι λόγιοι Ευγένιος Γιαννούλης (1597) και Αναστάσιος Γόρδιος (1654), σπουδαίοι κληρικοί, παιδαγωγοί και δάσκαλοι «για τους αναλφάβητους κατοίκους των χωριών Αγράφων και Τυμφρηστού», ήσαν και από τους πρώτους δάσκαλους των Μεταξάδων, έστω σποραδικά.
Τα όποια κολλυβογράμματα στα επόμενα χρόνια ήσαν από τον παπά του χωριού, όπως σε όλα τα χωριά του Τυμφρηστού, που ήταν λειτουργός και δάσκαλος. Αυτό μας θυμίζει τον τελευταίο τουλάχιστον του είδους στο χωριό μας, τον αείμνηστο παπα Βαγγέλη Πολυχρονόπουλο. Σχολειό, όπως αυτό του Αγίου Παντελεήμονα, στον γυναικωνίτη ή σε κρυφά δωμάτια όπως αυτά της Αγίας Τριάδας.
Σύμφωνα με «τα Μεγαλοκαψιώτικα», Γ. Ι. Βορτσέλα, «Φθιώτις», «με διάταγμα του 1835 …, έδρα του Ελληνικού Σχολείου ήταν η Μεγάλη Κάψη».
Ελληνοδιδάσκαλοι, γαμπροί του πρώτου Καψιώτη δημάρχου Δεδούση, ίδρυσαν Σχολαρχείο με τρεις τάξεις με έδρα την Μεγάλη Κάψη. Οι μαθητές ήσαν απόφοιτοι του δημοτικού που είχε τέσσερις τάξεις. Φαίνεται ότι υπήρχε και κτήριο δημοτικού σχολείου, παρότι η ανέγερση του εγκαταλελειμμένου που υπάρχει σήμερα ανάγεται στις αρχές του 19ου αι. Αν όχι, η εκπαίδευση του δημοτικού γινόταν στις εκκλησιές και παρεκκλήσια.
Στο Σχολαρχείο το 1889 – 90 δάσκαλος ήταν ο Χρυσόγελος Οικονομίδης.
Το σχολείο που έφτασε να έχει 70 μαθητές κατά τον τότε μαθητή του Βαγγέλη Υφαντή,  σταμάτησε το 1970 από έλλειψη ικανού αριθμού μαθητών που να δικαιολογεί την λειτουργία του.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
(1)Βελούχι(σλάβικα βελ= λευκός). Τυμφρηστός (τύμη, τύμβος =ύψωμα). Υψ. 2315 m.
(2)Σύμφωνα με τον Βαγγέλη Υφαντή, κατασκευή «δρόμου» έγινε με προσωπική εργασία των χωριανών, ανδρών- γυναικών τέλη 10ετίας του 1930 με Πρόεδρο Κοινότητας τον Γιάννη Σιδέρη. Τα μέσα ήσαν κασμάς και φτυάρι. Αυτοσχέδια χάραξη με καυγάδες των χωριανών. Έφτασε στον Κάτω Μαχαλά, στο εικόνισμα. Με εντελώς πρόχειρη κατασκευή από Ξαγαρέικα και Κουρκουμπέικα έφτασε και στον Πάνω Μαχαλά, έξω από το Υφαντέικο. Εκεί ανέβασαν και το πρώτο φορτηγό αυτοκίνητο ιδιοκτησίας Γεωργαντά. Έξω από το σπίτι έγινε αγιασμός για το γεγονός.
(3)Αναφέρω κάποιους που διέμεναν στο σπίτι των παππούδων μου Στέλιου και Ρήνως Υφαντή, όπως από προπολεμικά διευθυντές των Σ.Ε.Κ, ο Πάνος Λιάκος, μεγαλοκτηματίας και φανατικός κυνηγός από Λαμία, η νονά μου Κατίνα Κατρανίδου- Λαγογιάννη, δασκάλα και ιδιοκτήτρια σχολείου στον Πειραιά, οι αδελφοί  Στανίτσα. Ο Αντώνης Στανίτσας, αγιογράφος, ζωγράφος της γνωστής εικόνας της Παναγίας της Ελευθερώτριας, είναι ο κτήτορας της ομώνυμης Μονής στον Κοκκιναρά, όπου κι’ έμεινε. Την έκτισε με πέτρες που έφερε ή του έστειλαν από πεδία όπου στον κόσμο πολέμησαν Έλληνες. Κάθε μια είναι χαραγμένη με την ονομασία του πεδίου. Ο Λεωνίδας Στανίτσας παντρεύτηκε την συγχωριανή μας Ευρυδίκη Τσακτάνη με προξενιό της μάνα μου Δέσπως.
(4)Έχοντας φέρει στο χωριό μας πολλούς φίλους να το επισκεφτούν σαν αφετηρία για μεγαλύτερες εκδρομές στην ορεινή Φθιώτιδα, Ευρυτανία και όχι μόνο, με στόχο ν’ αγαπήσουν και διαφημίσουν τα μέρη μας ο καθένας από το πόστο του, έχω καταλήξει σε κάποια αρχή. Βέλτιστος τρόπος είναι να γνωρίσουν το χωριό μας ξεναγώντας τους στα  αξιοθέατά του και μετά με έδρα αυτό ή τα κοντινά αδελφά χωριά να γνωρίσουν με πρόγραμμα εφικτό επιλεγμένους τόπους. Κρατώντας τους στο χωριό, ανθρώπους της πόλης με διαφορετική κουλτούρα και βιώματα από μας, θα βαρεθούν.
 (5)Ο Λιβέριος(Λυμπεράκης) Γερακάρης από το Οίτυλο της Μάνης, από μίσος για προσβολή με την απαγωγή της αρραβωνιαστικιάς του, σόι Μεδίκων, έγινε αρχιπειρατής. Όταν τον φυλάκισαν οι Οθωμανοί στην Πόλη, καθώς οδηγιόταν στο δήμιο, ο Μεγάλος Βεζίρης για να υποτάξει τους Μανιάτες, του προσέφερε πλούτο συμφιλιώνοντάς τους με τούς Τούρκους. Αποδείχθηκε  αδίστακτος όσο κι’ οι Τούρκοι εναντίον των Ελλήνων. Εισέβαλαν στην Πελοπόννησο όπου κατάστρεψαν πόλεις και χωριά, κατέλαβε Κόρινθο και Άργος. Συνέχισε στη Στερεά. Στη Ρούμελη επικρατώντας αναρχία, καθώς οι κάτοικοι πλήρωναν φόρους σε Τούρκους και αρματολούς, προσπάθησε νά προσεταιριστεί τους τελευταίους χωρίς επιτυχία. Τότε επιτέθηκε στα Σάλωνα. Οι οπλαρχηγοί όμως τον κυνήγησαν μέχρι το Καρπενήσι, στο στρατηγείο του. Οι Βενετοί τον αποσπούν από τους Τούρκους χρήζοντάς τον ιππότη. Τον διόρισαν τοπάρχη Ρούμελης.  Όντας πειρατής,   λεηλάτησε την Άρτα το 1698. Τότε τον φυλάκισαν στην Ιταλία όπου πέθανε. Παρουσίασε ταυτόχρονα εικόνα θρησκευόμενου. Επισκεύασε ή ξανάκτισε το 1693 τον σταυροπηγιακό Ιερό Ναό της Αγίας Τριάδας Καρπενησίου, εκκλησάκι που καταστράφηκε ίσως το 1684 από τους Τούρκους και τον Άγιο Αθανάσιο Νεοχωρίου. Στο Σκουτάρι Γυθείου, στην   Κοίμησης της Παναγίας,  δώρισε το τέμπλο το 1688 φέρνοντάς το από τη Πόλη.
(6)Δημαρχείο στο Κάψη χρησιμοποιήθηκε το παλιό Υφαντέικο, πανέμορφη  κατασκευή, άγνωστης ιδιοκτησίας τότε. Το σπίτι αυτό αγόρασε αργότερα για προίκα στην αδελφή του Ειρήνη Υφαντή ο Γρηγόρης Ποντικός, πλούσιος Ελληνοαμερικάνος.
(7)Όλες οι αναφερόμενες τοποθετήσεις και προσθήκες στο κομμάτι αυτό, υποχρεώνουν για έρευνα μεγέθους πτυχιακής ή διδακτορικής εργασίας φιλόλογου για τον χρόνο και κόπο που απαιτεί. Αυτό για να μαθευτούν με σιγουριά πόσοι και ποιοι τελικά ήσαν, από ποια Κάψια, τι αριστεία έλαβαν και ποιων απορρίφτηκαν οι αιτήσεις αναγνώρισης, που σήμαιναν τελικά συντάξεις ή γη ή άλλες παροχές.
(8)Απορώ με την θεώρηση αυτή καθώς βρέθηκαν στο μαρτυρικό Κλαυσί της αδελφής Ευρυτανίας, πλέον απρόσιτο τότε από τα χωριά του Τυμφρηστού, τα εντυπωσιακά παλαιοχριστιανικά ευρήματα του ναού του Αγίου Λεωνίδη του 5ου αι. με το υπέροχο ψηφιδωτό δάπεδο. Ή στο παγανιστικό περιβάλλον υπήρξαν ιεραποστολικές εστίες ή πάλιν η θεώρηση αυτή να οφείλεται, μην έχοντας ακόμη ανακαλυφθεί ο πιο πάνω ναός. Σε πρόσφατη αναζήτησή μου, δεν μπόρεσα να δω τα ευρήματα αυτά. Σύμφωνα με πληροφορίες από ντόπιους, ο ιερέας του χωριού και κλειδοκράτορας του κλειστού προστατευτικού χώρου, αποκλείει τέτοιες επισκέψεις. Κρίμα γιατί αποτελούν ένα μεγάλης σημασίας αξιοθέατο που θα αναβάθμιζε τον τουρισμό όλης της περιοχής.
(9)Κάτι που θεωρώ υποχρέωση να επισημάνω, είναι ότι, προκειμένου ν’ αποφευχθούν κακοτεχνίες και για τη σωστή ανάδειξη και συντήρηση μνημείων του χωριού μας, πρέπει να αναζητιέται η γνώμη προσώπων με γνώση, αισθητική αλλά και ανάλογη εμπειρία κατασκευαστή. Ακόμη μεγαλύτερη να είναι η προσοχή για τις παλιές εκκλησιές. Ταυτόχρονα να χρησιμοποιούνται ντόπια, ίδια υλικά, ή από γειτονικά χωριά, ακόμα και αξιοποιήσιμα από ερειπιώνες. Το ίδιο για την αναπαλαίωση εικονοστασιών, νεώτερων μνημείων που θα μείνουν, ακόμα, και στο μέτρο του δυνατού, για νέες οικοδομές. Ασπρισμένα εικονοστάσια π.χ ταιριάζουν στις Κυκλάδες, όχι στα μέρη μας.
Σ’ αυτό πρέπει να πρωτοστατεί ο Σύλλογός μας επιστρατεύοντας μέλη του.
(10)Νήπιο στα τρία, οι έντονες οπτικές και ηχητικές παραστάσεις αποτύπωσαν στο μυαλό μου σκηνικό απ’ αυτήν την πυρκαγιά.  Φοβισμένος, μισοσκεπασμένος με μια βελέντζα καθώς φυσούσε, καθόμουν δίπλα στη μάνα μου Δέσπω, μαζί κι’ άλλα γυναικόπαιδα,  στον τότε πάγκο, κάτω από τη  γνωστή κουτσουπιά, όπου κρεμόταν και κρέμεται η  μικρή καμπάνα για ν’ αναγγέλλει κλίσεις ή συναγερμούς στο χωριό, κάτω από το Υφαντέικο. Σπίτι και μαγαζί Σιακώνη δεν υπήρχαν τότε. Περιμέναμε εκκένωση του χωριού, όπως έμαθα χρόνια μετά, που δεν έγινε, ανάλογα με την κατεύθυνση της πυρκαγιάς. Άντρες κι’ έφηβοι, εφοδιασμένοι με φτυάρια, τσάπες, τσουγκράνες, έτρεχαν να την σβήσουν. Δεν περίμεναν κάποια βοήθεια από πουθενά, όπως σήμερα που όλοι αραχτοί σε νησιά και βουνά περιμένουν τα πυροσβεστικά μέσα, βρίζοντας τους πάντες γι’ αργοπορία.
Η καταστροφή στο δάσος ήταν φοβερή. Για χρόνια μεγαλώνοντας, κάθε καλοκαίρι μετά τον Εμφύλιο, παρακολουθούσα την αργή αυταναδάσωσή του, έτσι που μετά χρόνια να έχει ολοκληρωθεί. Κάποτε ξεχνιέμαι και σήμερα κοιτάζοντας στο βουνό.
 (11)Υπήρξα θεατής μέρους της κατασκευής του στο παλιό του σπίτι, το καλοκαίρι του 1952 ή 53 καθώς έμενα με τον παππού μου Στέλιο Υφαντή.
(12)Προσπάθησα να το επιβεβαιώσω και με ηλεκτρονική παράκλησή μου στον Σεβασμιότατο Μητροπολίτη της Ι.Μ. Φθιώτιδος για στοιχεία σχετικά με την χρονολογία ανέγερσης  Αγ. Παντελεήμονα. Με εντολή του η Γραμματεία του μου εξέφρασε  λύπη που δεν μπορούσε να μου τα δώσει «λόγω  ελλιπών στοιχείων και εξ αιτίας της μεταφοράς των Μητροπολιτικών Γραφείων σε καινούργια κτίρια».

Βοηθήματα- Αναφορές
  «Τα Μεγαλοκαψιώτικα», ετήσια εφημερίδα του Συλλόγου των απανταχού Μεγαλοκαψιωτών.
  Χαρίλαος Μηχιώτης: «ΤΥΜΦΡΗΣΤΟΣ ΚΑΙ ΤΥΜΦΡΗΣΤΙΟΙ, Γεωγραφική–   Χωροταξική–Ιστορική–Οικονομική–Πολιτιστική προσέγγιση», εκδόσεις ΚΑΣΤΑΛΙΑ.
  Ο ΑΡΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΟΥ, Ηλίας Προβόπουλος.
  Πρακτικά 3ου Συνεδρίου Φθιωτικής Ιστορίας του Πνευματικού Κέντρου Σταυρού.
  Πρακτικά 4ου Συνεδρίου Φθιωτικής Ιστορίας του Πνευματικού Κέντρου Σταυρού.
  Οι περί τον Τυμφρηστόν οικούντες και η Ζημιανή (Δίκαστρο) στην Τουρκοκρατία. Λεωνίδα Ι. Καρφή, αντιστράτηγου ΕΛ-ΑΣ ε.α., Πτυχιούχου Νομικής Σχολής.
  ΜΕΛΕΤΗ ΤΟΠΩΝΥΜΙΩΝ ΔΥΤΙΚΗΣ ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ του Τάκη Ευθυμίου
  ΟΙ ΠΑΛΙΟΙ ΝΑΟΙ ΣΤΟΝ ΦΘΙΩΤΙΚΟ ΤΥΜΦΡΗΣΤΟ & Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΤΟΥΣ, Φθιωτικός Τυμφρηστός, έρευνα  Αδάμη Θύμιου & Ευθυμίου Τάκη.
  ΙΩΑΝΝΗΣ Β. ΒΟΡΤΣΕΛΑΣ & το μνημειώδες βιβλίο του: «ΦΘΙΩΤΙΣ, η προς νότον της Όθρυος», Δημ. Κουτσολέλος, επίτιμος Επόπτης Δημ. Εκπαίδευσης, από την εισήγησή του στο 3ο Συνέδριο Φθιωτικής Ιστορίας.
  ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΕΣ ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΣΤΗΝ ΕΠΟΠΟΙΙΑ ΤΟΥ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ. (Ονομαστικοί κατάλογοι μισθοτροφοδοσίας) του Πάνου Ι. Βασιλείου
  Φτέρη Φθιώτιδας. Ιστορικές  Λαογραφικές  & Φωτογραφικές μνήμες
  Lamia Times Blog
  ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΑΝΟΡΑΜΑ

Το παρόν άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε το 2012 στα «Μεγαλοκαψιώτικα», Έκδοση του Συλλόγου των απανταχού Μεγαλοκαψιωτών.

Επιμέλεια-Ανάρτηση: Τάκης Ευθυμίου




1 σχόλιο:

iphigeneiapanetsou είπε...

Πολύ σημαντική δουλειά και συγκινητική.