TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Τρίτη, 8 Απριλίου 2014

Μάρκος & Ζιγκοάλα

Ο ΜΑΡΚΟΣ και η ...ΖΙΓΚΟΑΛΑ
-Περιοδολόγηση στο ρεμπέτικο-
[Του Μπάμπη Μώκου]

 Για την πολυτάραχη ζωή του Μάρκου έχουν "γυρίσει" σελίδες και σελίδες. Περιστατικά που χάραξαν βαθειά-αδρά την ιδιαίτερη προσωπικότητά του σαν "συμπαντάρχη", μα και σαν γνήσιου αρσενικού.
   Αυτοβιογραφίες και βιογραφίες σωρό, με αναφορές σε ιδιαίτερες λεπτομέρειες, άλλες σημαντικές και  άλλες όχι. Μια όμως, η μοναδική είναι εκείνη που  αναφέρεται παντού (άλλοτε σκαμπρόζικα, άλλοτε ρεαλιστικά ) και αφορά  στην ταραχώδη σχέση και τον πρώτο γάμο του με κάποια γυναίκα, την περιβόητη Ζιγκοάλα.
    Αξιόπιστες θεωρώ σαν μαρτυρίες τις δύο παρακάτω: Του Γιώργου Σκαμπαρδώνη και του Γιώργη Χριστοφιλάκη.
   Λέει ο Σκαμπαρδώνης: "Είχε χρόνια να ‘ρθει ο Μάρκος στη Θεσσαλονίκη. Και τώρα (θα ήταν το 1971-72) όταν μου είπε ο συντάκτης της εφημερίδας "Μακεδονία" στον οποίο ήμουνα μαθητευόμενος ότι θα πάει να τον δει, τον παρακάλεσα να με πάρει μαζί του. Θα του έκανε λέει συνέντευξη, μια συνέντευξη  που ποτέ δεν βγήκε και την κουβαλάω εδώ και χρόνια.
    ...Γέρος πια ο Μάρκος, μεγαλοπρεπής, πηγμένος από τη ζωή, κάθονταν στη μέση της ορχήστρας σαν τοτέμ. Ένας βράχος στο πατάρι. Ένας Βούδας του ρεμπέτικου. Το μάτι του ελεγχόμενη πια αστραπή. Τα χέρια του χοντρά, χασαπίσια, σαν τσαμπιά μπανάνες κι όμως ανάλαφρα περπατούσανε καβουρωτά στους μπερντέδες του μάνικου, βγάζοντας νότες στακάτες, βαριές, χωρίς φλυαρίες και δεξιοτεχνίες και πουστιές. Φωνή ρόχθος με γρέζια. Γκαιλέδες παλιοί, γυναίκες, πουτάνες, τζουριές, δόξες και ταπεινώσεις, μαγκιές και αλκοόλ και αξιοπρέπεια.
     ...Το μαγαζί λαϊκό στο βαρδάρι, όλα αναδύονταν ανάκατα απ’ τη φωνή του διασχίζοντας δεκαετίες και έρχονταν και διαχέονταν στην αίθουσα την ντουχνιασμένη από καπνούς, σ’ αυτό το μαγαζί στο Βαρδάρι. Κι άκουγα που ο κόσμος νταλκαδιάζονταν, βογγούσε.
    Μετά το μαγαζί πήραμε το Μάρκο και πήγαμε να φάμε και να τα πούμε παρακάτω σ’ ένα μαγαζί. Ήταν ψηλός άντρας με μεγάλα κανιά, επιβλητικός.
    Απ’ τον θαυμασμό που του είχα, νόμιζα πως περπατούσα δίπλα σ’ έναν γίγαντα. Κάτσαμε σ’ ένα φαγάδικο-ξενυχτάδικο που σέρβιρε κρέας κοκκινιστό, κότα στο φούρνο με πατάτες και πατσά. Παραγγείλαμε φαΐ και μαλαματίνες.

Άρχισε να μας ιστορεί πως ήρθε απ’ τη Σύρα, πως γνώρισε τον Αιβαλιώτη, πως και γιατί έμαθε μπουζούκι, πως το καραντουζένι κ.λ.π.
     Ήρθε και η κουβέντα στη Ζιγκοάλα. Κι ο Μάρκος άνοιξε το στόμα του:  -Τότες εκείνη την εποχή, ήμουνα και μικρός, ούτε είκοσι, γνώρισα και παντρεύτηκα την πρώτη μου γυναίκα, την κάργια, την Ζιγκοάλα. Η πιο όμορφη γυναίκα ήτανε, λεοντάρι. Αλλά ...καργιόλα. Τα ‘φτιαξε με τον κουμπάρο μας το Γιωργάκη. Κι αυτός την πήρε  και συζούσανε. Παντρεμένος με άλλη αυτός και με παιδί, τους παράτησε για τη Ζιγκοάλα. Καταλαβαίνεις τι υπόφερα. Την αγαπούσα πολύ. Πέθαινα. Πήγαινα κάθε νύχτα στα παραθύρια της και της πετούσα πετραδάκια, να βγει, να τηνε δώ. Κι αυτή να είναι μέσα και να π...ται με τον άλλονε.
    "...Ήμουνα καλά τότες, ήτανε καλή περίοδος. Έγραψα πολλά τραγούδια, παίζονταν παντού, βούιζε ο τόπος. Όπου και να πήγαινες παίζανε Μάρκο. Μαγαζιά, ράδια, γραμμόφωνα. Άλλαζα όλο το νταλαβέρι της διασκέδασης. Φύγανε τα Σμυρνέικα και τα σαντουροβιόλια, τα ντούρου-ντούρου  και καθιέρωσα το μπουζούκι. Το ‘κανα ανφάν-κατέ.
     "..Ήμουνα καλά τότες, αλλά υπόφερα πολύ. Μ’ εκείνη τη μέγαιρα τη γυναίκα μου  τη Ζιγκοάλα. Δεν μπορούσα να ξεφύγω απ’ αυτήν. Την κυνηγούσα, πολέμαγα να την συναντήσω για να τη δω, έστω και πέντε λεφτά. Κι αυτή συζούσε με τον π..στη τον κουμπάρο μας. Δεν το άντεχα. Είχα εκείνο τον καιρό ένα σωρό γυναίκες. Πλούσιες, φτωχές, πουτάνες, κανονικές. Αλλά το μυαλό μου ήτανε εκεί: Στο λεοντάρι, τη Ζιγκοάλα. Μου έτρωγε την ψυχή. Τόσο όμορφη. Με μαράζωνε. Χρόνια τραβούσε αυτό το γκεζί. Τρελαινόμουνα! ..Κι όταν αποτραβιόμουνα  λίγο, με κυνηγούσε αυτή. Δεν ησύχαζα. Δεν μ’ άφηνε Νύχτα-μέρα αυτή η δουλειά. Εκεί το σεβντά της.
   "...Τότες ζούσα μόνος μου, συζούσα με άλλες γυναίκες, έπαιζα, γραμμοφωνούσα. Πήγαινα περιοδείες. Είχα έρθει και στη Θεσσαλονίκη. Προπολεμικά ο Τσιτσάνης ήταν  εδώ φαντάρος. Είχε πλακώσει και ο Μεταξάς με τις λογοκρισίες. Τα πράγματα είχαν αρχίσει να ζορίζουνε. Κλείσανε και τους τεκέδες. Τότες, περίπου το 1939, είχα γράψει το κυρίως έργο μου. Ήμουνα στην κορυφή. Με τον πόλεμο άρχισαν τ’ αγριέματα. Πείνα δυσκολίες. Παίζαμε με μεγάλο κίνδυνο. Πιο πολύ μετά, στον εμφύλιο. Δεν ήξερες από  που θα σου ‘ρθει. Κι είχα και τον γκαιλέ της Ζιγκοάλας. Το κακό συνεχίστηκε.
    "...Κι υπόφερα πολλά και άλλα στην κατοχή. Και μετά τον εμφύλιο, τα ίδια. Φτώχεια, πείνα. Είχανε αλλάξει τα γούστα στη μουσική Καζαντζίδης και τα λοιπά. Μόνο το εξηντατρίο, εξηνταπέντε  που έγινε ο Τσιτσάνης διευθυντής στην εταιρεία, με φώναξε και ξανάγραψα. Τότες έκανα δεύτερη γύρα. Στερεώθηκα και πάλι. Έγραψα την "Αταχτη", το "Τι πάθος ατελείωτο" και άλλα αρκετά.
    -Κι αυτά για τη Ζιγκοάλα τάγραψες;
    -Πέστο κι έτσι. Ναι γι' αυτή την κάργια.
    -Η Ζιγκοάλα Τώρα; 
    -Τώρα, τί;...
     Ένας από τους πιο "κοντινούς" στον Βαμβακάρη για περισσότερα από 20 χρόνια, υπήρξε ο Γιώργης Χριστοφιλάκης. Για την περίπτωση της Ζιγκοάλας, παραστατικά και με την ιδιόμορφη κρητική προφορά του, ο Γιώργης λέει:

   "Την πρώτη γυναίκα του Μάρκου που τη γνώρισε 17 ετών και την υπανδρεύθη στα 19 δεν την έλεγαν Ζιγκοάλα. Ζογκοάλα την βάφτισε η Κάιλ στην πρώτη βιογραφία του Μάρκου. Με την ευκαιρία λέω τότε στην Κάιλ: -Φέρε και τα άλλα απομνημονεύματα  που δεν έβαλες στον τόμο (στο βιβλίο) μέσα, για την "Πειραιώτικη Τετράδα" και για τις γυναικοδουλειές του Μάρκου. Ένα βιβλίο ακόμα δεν το ‘χει φέρει. Αυτή έταξε στον Μάρκο να τον πάει στην Αμερική και τον κορόιδεψε. Ο Μάρκος ήθελε να πάει  στην Αμερική όχι να διδάξει τους φοιτητές. Ήθελε να δει τον αδελφό του τον Αργύρη. Ήταν ο καημός του.
Μπαίνω τώρα στην ιστορία: "...Δεν τη λέγανε Ζιγκοάλα. Το όνομά της λέγεται Ελένη και το επώνυμο δεν το λέμε βέβαια απόψε γιατί θα πάνε οι γειτόνισσες να τη βρουν και είναι παντρεμένη με παιδιά.
Και την έψαχνα 20 χρόνια. και την ηύρηκα. Και χτύπησα την κουζίνα. Βγαίνει έξω …Σείστηκε η γης κάτω απ' τα πόδια μου. Ωραιότερη γυναίκα δεν έχω γνωρίσει στον ντουνιά.
Η οποία βέβαια χωράει σε δυο λέξεις, που όταν ο Μάρκος έλεγε ωραία γυναίκα, τα ΄λεγε όλα ...Λέω και με ρωτά: -Ποίος είσαι; Λέω ήρθα… Από το Μάρκο, μου λέει. Λέω : -Ναι από το Μάρκο. Μου λέει: -Δεν θα με προδώσεις, είμαι παντρεμένη με παιδιά.
"...Κρατούσα ένα μαγνητοφωνάκι και μια φωτογραφική μηχανή, ξέρεις απ’ αυτές ... Λοιπόν τα καταχώνιασα κάτω και την ...κοχεύω. Δεν μπορείτε εσείς να νοιώσετε αυτό που προσπαθώ εγώ να σας μεταφέρω με τις λέξεις. Αλλά εάν αυτή τη γυναίκα την φωτογράφιζα  σήμερα ή και αν ακόμα ακούγαμε τη φωνή της, σήμερα θα γνωρίζαμε πως ο "συμπαντάρχης", έγραψε αυτά τα τραγούδια γι’ αυτή τη γυναίκα. Τα οποία τραγούδια  είναι... εντελέστατα… Λοιπόν,  έφυγα και το θέμα έκλεισε εκεί. Η γυναίκα αυτή υπήρξε αντάξια των τραγουδιών του Μάρκου...".

Για την ιστορία Το πραγματικό όνομα της Ζιγκοάλας ήταν Ελένη Μαυροειδή και η καταγωγή της από την Μάνη (Πελοπόννησο).

Πηγές: Γ. Σκαμπαρδώνης "Ενας Βράχος στο Πατάρι" - Εφημ. «ΤΑ ΝΕΑ» Σάββατο 26 Ιουλίου 2008. - ΝΕΤ. «Στην υγειά μας: "ΤΕΤΡΑΣ Η ΞΑΚΟΥΣΤΗ».

Επιμέλεια-Ανάρτηση: Τάκης Ευθυμίου


2 σχόλια:

ΕΥΡΥΤΑΝΑΣ ΙΧΝΗΛΑΤΗΣ είπε...

Ωραία ανάρτηση.

Κάβουρας είπε...

Ακόμη ένα πολύτιμο άρθρο για το ρεμπέτικο...
Εκτός απ τις γνωστές βιογραφίες του Μάρκου υπάρχει και το μυθιστόρημα του Γιώργου Σκαμπαρδώνη " Όλα βαίνουν καλώς, εναντίον μας" που έχει κεντρικό ήρωα τον Βαμβακάρη.
Εκεί υπάρχουν πολλά στοιχεία για τη ζωή του μιας και ο συγγραφέας είναι γνωστός για την εξαντλητική έρευνα που κάνει.