TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2014

Σιούλας Καραΐσκος

Ο τελευταίος Τσέλιγκας, στο Δίκαστρο
Σιούλας  Καραΐσκος  
                         (Αθανάσιος Π. Καραΐσκος)                                                                                                      
                                                         του Λεωνίδα Ιωάννου Καρφή
                                                                             Aντιστρατήγου ε.α.

H Στρούγκα του Σιούλα Καραΐσκου, στην κορυφή, στις Κούνιες

Πιστός συνεχιστής της κτηνοτροφίας, της πρώτης και αρχαιότερης ενασχόλησης του ανθρώπου.  Ο πατέρας του και όλοι οι προγονοί του ήταν ξακουστοί κτηνοτρόφοι. Τους διαδέχτηκε επάξια στη μακρά κληρονομική διαδοχή και τάξη. Ακολούθησε το κτηνοτροφικό επάγγελμα και διακρίθηκε περισσότερο από κάθε άλλο κτηνοτρόφο τoυ χωριού, ίσως και όλης της περιοχής Τυμφρηστού.
      Ο Σιούλας Καραΐσκος γεννήθηκε στις 15 Ιανουαρίου του 1894 στη Ζημιανή. Στο σχολείο πήγε μόνο στις πρώτες τάξεις και δάσκαλός του ήταν ο παπα-Γρηγόρης Παπαδημητρίου. Οι υπόλοιπες τάξεις του σχολείου δεν ήταν απαραίτητες. Οι κτηνοτροφικές εμπειρίες της πατρικής του οικογένειας κρίθηκαν προτιμότερες από τις γνώσεις του σχολείου. Αυτές, τις διδάχτηκε απ’  τους γονείς του  και έγινε άριστος  κτηνοτρόφος
      Απ’ τα πρώτα κιόλας χρόνια, το κοπάδι του ξεχώρισε,  πρώτευσε,   στο  χωριό και σ’ όλη την περιοχή. Υπερείχε για τις γαλάριες πρατίνες,  τα επιλεγμένα κριάρια, τα βαρύτονα κουδούνια και τα κολοβά, τα άγρυπνα, τσοπανόσκυλα. Τις πρατίνες τις διάλεγε απ’ τη γέννα. Τα αχαμνά αρνιά  δεν είχαν μέλλον, πωλούνταν. Τα κριάρια τα ήθελε περήφανα, μαχητικά, ορμητικά. Τα κουδούνια τα αγόραζε από τα Σάλωνα και τα σκυλιά, τα άγρια, τα  επιθετικά,  τα έφερνε από τα Φάρσαλα. Όλα διαλεγμένα, ένα και ένα. Το σκάρτο δεν φτούραγε.

      Οι στρούγκες του κυριαρχούσαν στην περιοχή, διακρίνονταν από μακριά. Τις έστηνε σε επιλεγμένες τοποθεσίες, στις ψηλότερες και πυκνόδεντρες κορυφές, για να είναι ευάερες και ευήλιες. Καθαρό και δροσερό αέρα, έλεγε, ότι θέλουν τα πρόβατα, το καλοκαίρι. Την απεριόριστη θέα επιζητούσαν και οι τσοπάνηδες, για να  περισπάται η σκέψη τους. Ήταν όλες οι στρούγκες του άριστα επιμελημένες, περιφραγμένες με κλαριά ή  λατσούδες και είχαν σε επίκαιρη θέση τους, την σαλωματένια καλύβα, το τσαρδάκι,  των τσοπάνηδων.
      Στην εκτροφή του κοπαδιού τηρούσε επακριβώς την  κτηνοτροφική παράδοση.  Απ’ τα  Αι-Γιωργιού  στα βουνά, απ’ τα Αι-Δημητριού στα χειμαδιά. Τα βοσκοτόπια ήταν διαλεγμένα και στις καλλίτερες χορτόφυτες περιοχές. Το καλοκαίρι στα Λειβάδια, στις Κούνιες, στο Λάπατο, στα Δρέμματα, στου  Λαμαρόγιαννου, στη Βρύση-Καρφή… και το χειμώνα  στο Πουρνάρι, στην Βαρυμπόπη.  Το καλό χορτάρι, έλεγε, δίνει καλό γάλα και το καλύτερο τυρί.  Δεν θυμόταν, να πέρασε, σ’ όλη τη ζωή του, χειμώνα στη Ζημιανή και καλοκαίρι στην Βαρυμπόπη.
      Ο Σιούλας Καραΐσκος είχε όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά και τα ουσιαστικά προσόντα του άρχοντα-Τσέλιγκα. Ήταν ψηλός και αδύνατος, με κοντά γένια και μουστάκι τσιγκελωτό. Φορούσε, παπούτσια προκιαστά, σκτίσιο παντελόνι, σκτίσια πατατούκα, πλεκτό γιλέκο και σκούφια γυαλιστερή, φιλντισένια  και ένα σελάχι, τυλιχτό στη μέση του. Στο τσεπάκι του γιλέκου του φαίνονταν το ρολόι του, με την ασημένια καδένα. Στο σελάχι, είχε πάντα, μια  καπνοσακούλα κεντητή, με λαθραίο καπνό και το τσακμάκι, με το φυτίλι ή  την ίσκα. Στα χέρια του  κρατούσε πάντα, ένα  κοκάλινο τσιμπούκι και μια κρανίσια, σκαλιστή, γκλίτσα. Κυκλοφορούσε πάντα καβάλα στο άλογό του. Μόνο στην εκκλησία και στο μαγαζί πήγαινε με τα πόδια. 
      Όλα τα εξέταζε, από το  κακό μάτι μέχρι και το ούρλιασμα του λύκου και λάμβανε προληπτικά τα μέτρα του.  Δεν επέτρεπε σε ξένους να λογαριάσουν το κοπάδι του,  να μετρήσουν τα ζωντανά του. «Απ’ τα μετρημένα τρώει ο λύκος» έλεγε. Ήταν άγνωστος ο ακριβής αριθμός των ζωντανών και άγνωστο πόσα έτρωγε ή έπνιγε κάθε φορά το σλάπ’. Το 1961,  όταν η επιτροπή απογραφής του χωριού, από το  δάσκαλο Μήτσο Ζημιανίτη και το γραμματέα  Γιάννη  Καρφή, πήγαν στη Στρούγκα του, στου Λαμαρόγιαννου,  αρνήθηκε την απογραφή, δεν θέλησε το μέτρημα των ζωντανών του και έδιωξε μακριά τα  πρόβατά του.     
      Όλες οι καλοκαιρινές εκδρομές των γυμνασιόπαιδων του χωριού  κατέληγαν στις  Στρούγκες του Σιούλα Καραΐσκου. Ήταν από παλιά μια συνήθεια, που τηρούνταν αδιάλειπτα. Η φιλοξενία στην Στρούγκα  ήταν μια απόλαυση. Ήταν ειλικρινής, απλόχερη, αφειδώλευτη, «αριστοκρατική». Δεν υπήρξε επισκέπτης, που να μην γεύτηκε το βραστόγαλο του Σιούλα Καραΐσκου, με το τριμμένο καλαμποκίσιο ψωμί. Τα μαγειρικά σκεύη της στρούγκας ήταν πιο λίγα και από  τα  στοιχειώδη. Όλα και όλα, ένα  κακάβι με το καπάκι του και  ένα, το πολύ δύο, κουτάλια. Κοινά για όλους. Έτρωγαν όλοι, το βραστόγαλο, απ’ το κακάβι,  στη σειρά, με το ίδιο κουτάλι, σα να κοινωνούσαν  και  ευχαριστιόταν, αγάλλονταν  η ψυχή τους!    

Kάπα Αρχιτσέλιγκα (Μουσείο Δικάστρου)

       Ο Σιούλας Καραΐσκος ήταν ο μόνος, που συναντούσαν ή  που συναντούσε τις  Νεράιδες στο  ποτάμι  του Βέλη. Κάθε φορά που πήγαινε στη Στρούγκα του και πέρναγε νύχτα από το ποτάμι του Βέλη, οι Νεράιδες τον περίμεναν. Τον περιτριγύριζαν, του μιλούσαν, του τραγουδούσαν, τον προκαλούσαν και προσπαθούσαν να τον σηκώσουν και να τον πάρουν ή να του αρπάξουν τη φωνή. Ήταν όμως και ο μόνος που ήξερε, που γνώριζε, πως να  τις αντιμετωπίσει.  Δεν απαντούσε στις προκλήσεις τους, δεν τις μιλούσε και κρατούσε στο χέρι του σφιχτά το σιδερένιο τσακμάκι του, για να είναι ασήκωτος. Και όταν έβγαιναν απ  το ποτάμι  και έφθαναν, στο ξέφωτο, στα Καλύβια,  οι Νεράιδες έσκαγαν  απ’ το κακό τους, με κρότο, που δεν πετύχαιναν το σκοπό τους.                     
      Στις διαπροσωπικές σχέσεις, στις σχέσεις του με τους συγχωριανούς του, ο Σιούλας Καραΐσκος ήταν άμεμπτος, ειρηνικός, υπερβολικά επιεικής, συμβιβαστικός. Δεν πήγαινε στα Δικαστήρια, δεν αντιδικούσε με κανέναν.  Δεν όξυνε  τις διαφορές του απ’  τις  αγροζημιές, που προκαλούσαν  στα σπαρτά των συγχωριανών του  τα πρόβατά του. Αντίθετα, τις υποβάθμιζε, «άντε, μωρέ, δεν έγινε και τίποτα, θα τα βρούμε...» έλεγε  και  πλήρωνε αμέσως  και με το παραπάνω κάθε αγροζημιά απ’ τα   ζωντανά του. 
      Ήταν φημισμένος στο χωριό και σε όλη την  περιοχή,  για  τα  εξαιρετικά τυροκομικά προϊόντα του. Το τυρί του Σιούλα Καραΐσκου ήταν ξακουστό, περιζήτητο, ανάρπαστο. Ήταν βλαχοφκιαγμένο και γνήσιο, ανέρωτο, από φρέσκο γάλα. Όλοι στο χωριό, όσοι είχαν πρόβατα, επιζητούσαν επίμονα  να συνεργαστούν, να κολλιγέψουν μαζί του, να σμίξουν τα κοπάδια τους και μερικοί να του κλέψουν και τα τυροκομικά μυστικά. Οι ωφέλειές τους ήταν προφανώς πολλαπλές. Τα ζωντανά τους καλοπέρναγαν, αυγάτιζαν και τα τυριά τους  καλοτρώγονταν και καλοπωλούνταν.
      Στις 7 Απριλίου του 1977, o Σιούλας Καραΐσκος, «απεδήμησε  εις Κύριον», έφυγε  για πάντα από  τo Δίκαστρο, απ’ τη Βαρυμπόπη, απ’  τις  Στρούγκες του, απ’ τα Γρέκια του. Έφυγε ήρεμα, ήσυχα και όρθιος, έτσι όπως του άξιζε, του άρμοζε. Τα παιδιά του, για να τον τιμήσουν, κρέμασαν την Γκλίτσα του, σύμβολο του τσέλιγκα Σιούλα  Καραΐσκου, σε ένα κυπαρίσσι  κοντά στον τάφο του. Ο  χρόνος όμως και ο καιρός, που δεν έχουν ευαισθησίες και δεν ξέρουν από τιμές, δεν  σεβάστηκαν  την Γκλίτσα  του Τσέλιγκα, και την έφθειραν  ανηλεώς.
      Ο υπερήφανος, ο αγέρωχος Αρχι-Τσέλιγκας του Δικάστρου, ο Σιούλας Καραΐσκος, ήταν ο τελευταίος μεγάλος  κτηνοτρόφος  του χωριού. Από τότε άρχισε να διαφαίνεται η αρχή του τέλους της  κτηνοτροφίας στο Δίκαστρο. Μιας κτηνοτροφίας, που αριθμούσε  πάνω  από 4.000 χρόνια.  Άρχισε με τους Δόλοπες κτηνοτρόφους, το 2.000 π. Χ. και τελείωσε στις μέρες μας.  Σήμερα Τσελιγκάδες δεν υπάρχουν, στο Δίκαστρο. Ο Σιούλας Καραΐσκος αποτελεί ήδη, για το χωριό, για την κτηνοτροφία, για την κτηνοτροφική παράδοση, μια ανάμνηση, αξέχαστη,  ανεπανάληπτη!

Επιμέλεια-Ανάρτηση:Τάκης Ευθυμίου                                                                                                             
                                       
                  






Δεν υπάρχουν σχόλια: