TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2026

Οι χανιτζήδες δυτικής Φθιώτιδας

 

ΟΙ ΧΑΝΙΤΖΗΔΕΣ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ

Ένα επάγγελμα που ξεθώριασε στην αχλύ του χρόνου

[Του Τάκη Ευθυμίου]

                                                                               Ο χανιτζής Γιώργος Κίτσος (1850) και η σύζυγός του Αγγελική 

Ο χανιτζής δεν ήταν απλώς ένας καφετζής ή ένας ξενοδόχος. Ήταν ένα επάγγελμα σύνθετο, που σήμερα δεν υπάρχει. Ήταν ταυτόχρονα μάγειρας, ξενοδόχος, σταβλίτης, κτηνίατρος, πεταλωτής, έμπορος, τραπεζίτης, ταχυδρόμος και συχνά, δικαστής και προστάτης. Στη δυτική Φθιώτιδα παλιά υπήρχαν οι εξής χανιτζήδες που διατηρούσαν και διαχειρίζονταν χάνια:  Χάζος, Κουτσαβδής, Σκαργιώτης, Παπανικολάου, Γιανάκαινα, Παταργιάς, παπα-Σακελλάρης, Λιανιός, Κολοκύθας, Κίτσιος, Γκίκας, Παύλος Μιχαήλ, Γεωργαντάς, Πατρίκαλος, Θεοδοσόπουλος, Φώτης Πανέτσος, Σακελλάρης, Λάγιος Αθανάσιος, Κούκουνας Αριστείδης, Μαλαβέτας Δημήτριος, Κόντης Κωνσταντίνος, Μπαρτσώκας Αριστείδης, Ανδρίτσος, Στεργιάκης, Θεμιστοκλής Παπαστάμος, Φλώρος, Θανάσης Καλογήρος, Γιώργος Ραχούτης, Δημάκης.

Πίσω από κάθε όνομα κρύβεται μια οικογένεια, μια ιστορία, μια περιουσία που χτίστηκε και χάθηκε πάνω στον δρόμο. Ο χανιτζής ήταν ο πιο σημαντικός άνθρωπος του χωριού μετά τον παπά και τον δάσκαλο, γιατί από τα χέρια του περνούσε όλη η κίνηση, όλα τα νέα, όλα τα χρήματα.

Οι χανιτζήδες δεν διορίζονταν από το κράτος. Γίνονταν. Υπήρχαν τρεις βασικοί τρόποι για να γίνει κανείς χανιτζής στη Δυτική Φθιώτιδα.

Ο πρώτος ήταν να είναι ντόπιος, με χωράφι κοντά στον δρόμο. Πολλοί, όπως ο Κουτσαβδής και ο Σκαργιώτης στη Μακρακώμη ή ο Λάγιος Αθανάσιος στα Καμπιά, ήταν αγρότες που είδαν ότι ο νέος αμαξιτός δρόμος του 1880-81 περνούσε από το χωράφι τους και αποφάσισαν να χτίσουν ένα χάνι αντί να καλλιεργούν. Είχαν το οικόπεδο, που ήταν το πιο σημαντικό κεφάλαιο.

Ο δεύτερος ήταν να είναι μάστορας ή επαγγελματίας του δρόμου. Ο Μπαρτσώκας Αριστείδης στην Παλαιοβράχα, που ήταν πεταλωτής, ή ο Γεωργαντάς στα Ισιώματα που ήταν αμαξάς και έφτιαχνε άμαξες, έγιναν χανιτζήδες γιατί η δουλειά τους ήταν ήδη πάνω στον δρόμο. Ήξεραν τα άλογα, ήξεραν τους ταξιδιώτες.

Ο τρίτος, και πιο ενδιαφέρων, ήταν να είναι μετανάστης που επέστρεψε. Ο Κούκουνας Αριστείδης στα Καμπιά είχε δουλέψει γκαρσόνι στην Αθήνα. Ο Κολοκύθας στον Πύργο το ίδιο. Είχαν δει πώς λειτουργούν τα ξενοδοχεία στην πρωτεύουσα και προσπάθησαν να φέρουν λίγη από αυτήν την πολυτέλεια στο βουνό, με ξεχωριστά υπνοδωμάτια που κλείδωναν και με καθρέφτες.

Σε όλες τις περιπτώσεις, το χάνι ήταν οικογενειακή επιχείρηση. Δεν δούλευε ποτέ μόνος του ο χανιτζής.

Το χάνι δεν μπορούσε να λειτουργήσει χωρίς γυναίκα. Ο άνδρας, ο χανιτζής, ήταν έξω, στην αυλή, με τα άλογα, τα κάρα, τους πελάτες. Η γυναίκα ήταν μέσα, στο μαγειρείο, που ήταν η καρδιά του κτιρίου.

Η γυναίκα του χανιτζή ζύμωνε ψωμί κάθε μέρα, μαγείρευε τη φασολάδα, καθάριζε τα υπνοδωμάτια, έπλενε τα σεντόνια στο ποτάμι, τάιζε τα παιδιά και συχνά γεννούσε μέσα στο χάνι ενώ από κάτω ήταν γεμάτο ξένους. Η δουλειά της ήταν ατέλειωτη, από τις 4 το πρωί μέχρι τα μεσάνυχτα, χωρίς αργία, χωρίς Κυριακή.

Γι' αυτό και έχει τεράστια σημασία η περίπτωση της Γιανάκαινας στο Πουρνάρι. Το γεγονός ότι η πηγή μας αναφέρει χάνι με γυναικείο όνομα, της Γιανάκαινας, είναι σπάνιο. Συνήθως τα χάνια έπαιρναν το όνομα του άντρα. Η Γιανάκαινα ήταν χήρα. Ο άντρας της, ο Γιαννάκης, πέθανε νέος και της άφησε το χάνι με τρία μικρά παιδιά. Αντί να το πουλήσει ή να ξαναπαντρευτεί, το κράτησε και το δούλεψε μόνη της για πάνω από 30 χρόνια, από το 1900 μέχρι το 1930.

Οι μαρτυρίες λένε ότι ήταν αυστηρή, δεν σήκωνε κουβέντα, αλλά ήταν και δίκαιη. Δεν άφηνε να γίνεται φασαρία στο μαγειρείο της και προστάτευε τις γυναίκες ταξιδιώτισσες. Το χάνι της φημιζόταν για την καθαριότητα. Αυτή η ιστορία δείχνει ότι πίσω από κάθε χάνι υπήρχε μια γυναίκα που δούλευε διπλά, αλλά το όνομά της σπάνια γραφόταν.

Πώς ζούσε ο χανιτζής; Το εισόδημά του προερχόταν από πέντε πηγές.

Πρώτη πηγή, η διανυκτέρευση. Το κόστος για ένα υπνοδωμάτιο πάνω, από αυτά που είχε το χάνι στο κάτω μέρος το μαγειρείο και στο πάνω τα υπνοδωμάτια, ήταν 1 δραχμή τη δεκαετία του 1920, δηλαδή όσο ένα κιλό ψωμί. Ο κοινός κοιτώνας, όπου κοιμόντουσαν οι διακονιάρηδες του Γαρδικίου, κόστιζε 20 λεπτά ή και τίποτα, μόνο ένα πιάτο φαΐ.

Δεύτερη πηγή, το φαγητό και το ποτό. Το κέρδος από το κρασί και το τσίπουρο ήταν μεγάλο, 100% πάνω. Ο χανιτζής αγόραζε βαρέλι από τη Λαμία και το πουλούσε με το ποτήρι.

Τρίτη πηγή, η πιο σημαντική, η περιποίηση των ζώων. Αυτό ήταν το χρυσάφι του χανιτζή. Χρέωνε για το σανό, για τη βρώμη, για το νερό, για το στάβλισμα. Ένα άλογο που έμενε μια νύχτα στο χάνι κόστιζε στον ιδιοκτήτη του όσο και ο ίδιος ο ταξιδιώτης. Ο χανιτζής είχε πάντα δική του προμήθεια σε ζωοτροφές.

Τέταρτη πηγή, οι υπηρεσίες. Ο Μπαρτσώκας χρέωνε για το πετάλωμα. Ο Παπανικολάου και ο Κούκουνας χρέωναν για να γράψουν ένα συμφωνητικό ή να φυλάξουν χρήματα. Πολλοί χανιτζήδες λειτουργούσαν ως ανεπίσημοι τραπεζίτες. Φύλαγαν τις οικονομίες των κτηνοτρόφων και δάνειζαν με τόκο.

Πέμπτη πηγή, το εμπόριο. Ο χανιτζής αγόραζε φτηνά από τους χωρικούς που περνούσαν, τυρί, μαλλί, και το πουλούσε ακριβά στη Λαμία μέσω των αμαξάδων. Ήταν μεσάζων.

Η μέρα του χανιτζή ξεκινούσε στις 4 το πρωί, χειμώνα καλοκαίρι. Άναβε τη φωτιά στο μεγάλο τζάκι του μαγειρείου, πήγαινε στην περιφραγμένη αυλή όπου άραζαν τα κάρα και έδεναν τα άλογα, για να ελέγξει τα ζώα που είχαν διανυκτερεύσει. Τάιζε τα δικά του ζώα, καθάριζε τις ποτίστρες.

Στις 5, ξυπνούσε τους αμαξάδες που έπρεπε να φύγουν. Τους σέρβιρε τσάι και ψωμί. Βοηθούσε να ζέψουν τα άλογα. Στις 6, το χάνι άδειαζε. Ήταν η ώρα να καθαρίσει τα υπνοδωμάτια πάνω, να πλύνει τα πατώματα, να ετοιμάσει το φαγητό της ημέρας. Στις 10 με 11, άρχιζε πάλι η κίνηση από την αντίθετη κατεύθυνση. Αυτή ήταν η πιο δύσκολη ώρα. Έπρεπε να είναι ταυτόχρονα μάγειρας, σερβιτόρος, σταβλίτης και ψυχολόγος. Να ακούει τα παράπονα του κάθε ταξιδιώτη, να ηρεμεί τους μεθυσμένους, να χωρίζει όσους μάλωναν.

Το μεσημέρι, μια μικρή ανάπαυση. Το απόγευμα, πάλι δουλειά μέχρι τις 10 το βράδυ. Μετά, έκλεινε την μεγάλη αυλόπορτα της αυλής για να μην μπουν κλέφτες ή λύκοι, έλεγχε αν όλα τα ζώα είναι δεμένα και ανέβαινε να κοιμηθεί, συχνά στο ίδιο το μαγειρείο, για να είναι κοντά αν κάποιος χτυπήσει την πόρτα τη νύχτα.

Δούλευε 18 ώρες την ημέρα, 365 μέρες τον χρόνο. Δεν υπήρχε γιορτή, δεν υπήρχε Κυριακή. Αν είχε χιόνι, δούλευε περισσότερο, γιατί οι ταξιδιώτες εγκλωβίζονταν στο χάνι για μέρες.

Ο χανιτζής έπρεπε να ξέρει πολλά επαγγέλματα μαζί.

Έπρεπε να είναι καλός μάγειρας, τουλάχιστον για δύο φαγητά: φασολάδα και κρέας με πατάτες. Η φήμη του χανιού εξαρτιόταν από το φαγητό. Το χάνι του Κουτσαβδή στη Μακρακώμη φημιζόταν για τις πίτες της γυναίκας του. Το χάνι του Γκίκα στο Νεοχωράκι για το φρέσκο κρέας.

Έπρεπε να είναι κτηνίατρος. Ένα άλογο που κούτσαινε, ένα μουλάρι που είχε κολικό, έπρεπε να τα γιατρέψει. Ήξερε από βότανα, ήξερε να βάζει επιδέσμους, ήξερε να καταλαβαίνει αν ένα άλογο είναι άρρωστο. Ο Θανάσης Καλογήρος στο Γαρδίκι ήταν ο πιο γνωστός πρακτικός κτηνίατρος.

Έπρεπε να είναι πεταλωτής. Τα πέταλα έφευγαν συνέχεια στον πέτρινο δρόμο. Ο χανιτζής έπρεπε να έχει καμίνι, αμόνι και σφυρί και να ξέρει να καρφώνει πέταλο χωρίς να πληγώσει το ζώο. Ο Μπαρτσώκας Αριστείδης στην Παλαιοβράχα ήταν ο καλύτερος.

Έπρεπε να είναι και λίγο ψυχολόγος και αστυνομικός. Στο μαγειρείο του μαζεύονταν άγνωστοι άνθρωποι, μεθυσμένοι, οπλισμένοι, με χρήματα πάνω τους. Έπρεπε να κρατά την τάξη, να μην αφήνει να γίνονται καυγάδες, να προστατεύει τους αδύναμους, όπως τις γυναίκες και τους διακονιάρηδες.

Ο χανιτζής ήταν ο κόμβος επικοινωνίας. Ήταν ο ταχυδρόμος. Πριν έρθει το επίσημο ταχυδρομείο, τα γράμματα τα έφερναν οι αμαξάδες και τα άφηναν στο χάνι. Ο χανιτζής τα φύλαγε μέχρι να περάσει κάποιος από το χωριό του παραλήπτη και να τα πάρει. Ήξερε ποιος είναι που, ποιος παντρεύτηκε, ποιος πέθανε.

Ήταν ο τραπεζίτης. Σε μια εποχή χωρίς τράπεζες στα χωριά, ο χανιτζής φύλαγε χρήματα. Ένας κτηνοτρόφος που πούλησε τα ζώα του στη Λαμία δεν κουβαλούσε τα χρήματα μαζί του στο βουνό. Τα άφηνε στον χανιτζή της Μακρακώμης, στον Κουτσαβδή ή στον Σκαργιώτη, και έπαιρνε μια απόδειξη. Μετά έστελνε τον γιο του να τα πάρει. Φυσικά, ο χανιτζής κρατούσε προμήθεια και δάνειζε αυτά τα χρήματα σε άλλους με τόκο 20%.

Ήταν και ο δικαστής. Όταν δύο χωρικοί μάλωναν για ένα χωράφι ή για μια προίκα, πήγαιναν στο χάνι και ζητούσαν από τον χανιτζή να μεσολαβήσει. Ο χανιτζής, που ήξερε όλο τον κόσμο και ήταν ουδέτερος, έβγαζε απόφαση που συνήθως γινόταν σεβαστή. Το μαγειρείο του ήταν το δικαστήριο.

Ο χανιτζής είχε στενές σχέσεις με την εξουσία. Με την εκκλησία, η σχέση ήταν άμεση. Το χάνι του παπα-Σακελλάρη στη Βίτωλη είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Πολλοί παπάδες είχαν χάνια για να συμπληρώνουν το εισόδημά τους. Αλλά και οι λαϊκοί χανιτζήδες είχαν καλές σχέσεις με τον παπά. Το χάνι ήταν ο χώρος όπου γίνονταν τα μνημόσυνα, τα προξενιά, οι αρραβώνες.

Με την αστυνομία, η σχέση ήταν πιο περίπλοκη. Ο χωροφύλακας περνούσε από τα χάνια για έλεγχο. Έλεγχε αν υπάρχουν ληστές, αν υπάρχουν κλεμμένα ζώα. Ο χανιτζής έπρεπε να τον φιλεύει, να του δίνει πληροφορίες. Από την άλλη, ο χωροφύλακας ήταν αυτός που έδινε τις επίσημες άδειες επαιτείας στους διακονιάρηδες της Ναυπακτίας που αναφέρει η πηγή μας. Πολλοί, μάλιστα, ήταν εφοδιασμένοι με επίσημη άδεια της Αστυνομίας. Ο χανιτζής του Γαρδικίου, όπως ο Στεργιάκης ή ο Φλώρος, έπρεπε να ελέγχει αυτές τις άδειες για να ξέρει ποιον βάζει μέσα στο χάνι του. Ήταν δηλαδή και βοηθός της αστυνομίας.

Υπήρχαν και χανιτζήδες που είχαν προβλήματα με τον νόμο. Κάποιοι κατηγορήθηκαν ότι έκρυβαν ληστές ή ότι αγόραζαν κλεμμένα ζώα. Το χάνι, επειδή ήταν απομονωμένο, ήταν ιδανικό κρησφύγετο.

Δεν ήταν όλοι οι χανιτζήδες ίδιοι. Υπήρχαν δύο κατηγορίες. Οι πλούσιοι χανιτζήδες, όπως ο Φώτης Πανέτσος και ο Σακελλάρης στη Μεγάλη Κάψη, που η πηγή μας τους χαρακτηρίζει ως τα μεγαλύτερα και γνωστότερα, και ο Ανδρίτσος στο Πουρνάρι της Παλαιοβράχας, που το χάνι του ακόμα στέκει όρθιο σε πείσμα του χρόνου. Αυτοί είχαν μεγάλα, διώροφα χάνια, με πολλά υπνοδωμάτια, με μεγάλη περιφραγμένη αυλή όπου άραζαν πολλά κάρα και με δικούς τους στάβλους με 20 άλογα για αλλαγή. Ήταν επιχειρηματίες. Είχαν και άλλα μαγαζιά, και χωράφια, και ζώα. Έγιναν οι άρχοντες των χωριών τους.

Οι φτωχοί χανιτζήδες, όπως ο Φλώρος στο Γαρδίκι, ο Μαλαβέτας Δημητρίου στα Καμπιά, ο Στεργιάκης στο Γαρδίκι. Αυτοί είχαν μικρά, στρωτά χάνια, σχεδόν καλύβια, με ένα τζάκι και ένα πατάρι. Δεν είχαν κεφάλαιο. Ζούσαν από το μεροκάματο, από το πιάτο φαΐ που σέρβιραν. Ήταν οι ίδιοι φτωχοί με τους πελάτες τους, τους διακονιάρηδες. Αλλά είχαν μια περηφάνια. Το χάνι τους, όσο φτωχό και αν ήταν, ήταν ανοιχτό για όλους.

Αυτή η διαφορά φαίνεται και σήμερα στα ερείπια. Τα χάνια των πλουσίων σώζονται ακόμα, γιατί ήταν καλοχτισμένα. Του Ανδρίτσου στέκει ακόμα. Τα χάνια των φτωχών έχουν γίνει σωροί από πέτρες.

Το επάγγελμα του χανιτζή πέθανε ξαφνικά, μέσα σε δέκα χρόνια, από το 1955 μέχρι το 1965.

Ο λόγος ήταν το αυτοκίνητο και το φορτηγό. Το φορτηγό δεν χρειάζεται να ξεκουραστεί κάθε 10 χιλιόμετρα. Δεν χρειάζεται σανό, δεν χρειάζεται νερό, δεν χρειάζεται πετάλωμα. Χρειάζεται μόνο βενζίνη. Και ο οδηγός του φορτηγού δεν χρειάζεται να κοιμηθεί σε χάνι. Κοιμάται στην καμπίνα του ή πηγαίνει κατευθείαν στη Λαμία.

Όταν ασφαλτοστρώθηκε ο δρόμος Λαμίας - Καρπενησίου τη δεκαετία του 1960, τα κάρα και οι άμαξες με τα δυνατά άλογα και τους γραφικούς αμαξάδες εξαφανίστηκαν μέσα σε μια νύχτα. Μαζί τους εξαφανίστηκαν και οι πελάτες των χανιών.

Τι απέγιναν οι χανιτζήδες; Οι πλούσιοι, όπως ο Σακελλάρης και ο Πανέτσος, έγιναν ξενοδόχοι ή έμποροι στη Λαμία. Οι φτωχοί, όπως ο Φλώρος και ο Στεργιάκης, γύρισαν στα χωράφια τους ή έγιναν εργάτες. Τα παιδιά τους έφυγαν για την Αθήνα και δεν γύρισαν ποτέ.

Σήμερα, αν ρωτήσεις ένα παιδί στη Μακρακώμη ή στο Γαρδίκι τι είναι ο χανιτζής, δεν ξέρει. Η λέξη χάθηκε. Έμειναν μόνο τα τοπωνύμια: του Χάζου, του Κουτσαβδή, της Γιανάκαινας, του παπα-Σακελλάρη, του Λιανιού, του Κολοκύθα, του Κίτσιου, του Γκίκα, του Παύλου Μιχαήλ, του Ανδρίτσου. Ονόματα γραμμένα σε μια πηγή, που χωρίς αυτήν θα είχαν χαθεί για πάντα.

Ο χανιτζής ήταν ο τελευταίος εκπρόσωπος ενός κόσμου που βασιζόταν στο άλογο, στο χέρι και στην ανθρώπινη φιλοξενία. Ήταν ένας κόσμος φτωχός, σκληρός, αλλά ανθρώπινος. 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ - ΠΗΓΕΣ

* Μπούρας, Χαράλαμπος. Η αρχιτεκτονική των προβιομηχανικών καταλυμάτων. Χάνια και καραβάνσαράι στον ελλαδικό χώρο. Αθήνα: Μέλισσα, 1995.

* Λουκόπουλος, Δημήτριος. Τα γιοφύρια, τα χάνια και οι στράτες της Ρούμελης. Εν Αθήναις: 1938. Επανέκδοση: Αθήνα, 2008.

* Κωστής, Κώστας Π. Τα πλούσια χωριά. Οικονομία και κοινωνία στην ελληνική ύπαιθρο 1830-1910. Στο κεφάλαιο για την οδοποιία επί Τρικούπη.

* Βεϊνόγλου, Αλέξανδρος. Ταχυδρομεία και μεταφορές στην Ελλάδα 1830-1920. Από τον αγωγιάτη στον αμαξά. Θεσσαλονίκη: University Studio Press, 1999.

* Δρανδάκη, Αναστασία. Οθωμανικά χάνια στα Βαλκάνια. Τυπολογία και λειτουργία. Αθήνα: Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών, 2011.

* Παπακωνσταντίνου, Χρήστος. Τα χωριά της δυτικής Φθιώτιδας. Αρχάνι, Πύργος, Νεοχωράκι, Ισιώματα - Άγιος Γεώργιος, Μεγάλη Κάψη. Λαμία, 2010.

* Αποστολόπουλος, Τάκης. Παλαιοβράχα και Καμπιά. Ιστορικές διαδρομές στη νότια Φθιώτιδα. Λαμία: 2012.

* Κατσιγιάννης, Απόστολος. Το Γαρδίκι Φθιώτιδας. Ένας ορεινός κόμβος ανάμεσα σε Φθιώτιδα και Αιτωλοακαρνανία. Πρακτικά Συνεδρίου Ορεινής Ρούμελης, Καρπενήσι 2015.

* Ζωγράφος, Νικόλαος. Η Ναυπακτία και η φτώχεια των ορεινών χωριών της. Το φαινόμενο των διακονιάρηδων. Πάτρα: Πελοποννησιακές Εκδόσεις, 2007.

* Μέγας, Γεώργιος. Ζητήματα ελληνικής λαογραφίας. Το πανδοχείο και το χάνι. Λαογραφία, τόμος ΚΒ, 1965.

* Καραθανάσης, Αθανάσιος. Τα τοπωνύμια της Φθιώτιδας. Τα χάνια ως τοπωνυμικοί δείκτες. Λαμία: 2018.


Δεν υπάρχουν σχόλια: