TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2011

Κατσαντώνης

"ΚΑΤΣΑΝΤΩΝΗΣ
Ο ΣΤΑΥΡΑΪΤΟΣ ΤΗΣ ΛΕΥΤΕΡΙΑΣ" 
«Το όνειρο»
του Γιάννη Αν. Σαντάρμη
Επήρε η μέρα στ’ Άγραφα, χαράζει στο Βελούχι,
λαλούν ταηδόνια σύναυγα, οι πέρδικες το λένε,
τα παλικάρια όλα ξυπνάν, σηκώνονται οι λεβέντες,
μα ο Κατσαντώνης νείρεται, κοιμάται ο καπετάνος,
κοιμάται στο λημέρι του, στο κλέφτικο γιατάκι
κι απτόνειρο το φοβερό κι από τη φαντασιά του
βολές βολές ταράζεται, βολές βολές πετιέται
κι άλλες βολές παραμιλά κι απ’ την παραλαλιά του
ρεκάζει σαν αγριόγιδο του λόγγου βαρεμένο.
Στέκουν τα παλικάρια του, στέκουν και τον ακούνε,
να τον σηκώσουν, σκιάζονται, φοβούνται να τον κράξουν,
να παν να τον μαλάξουνε οι καψεροί ντιριούνται.
Κι ένα πρωτοπαλίκαρο με το καλό τον παίρνει.
-Αντώνη μ’, μην αφάντασμα, μην ίσκιος σε πατάει
και
σκούζεις και βογγολογάς, μουγκρίζεις σαν δαμάλι;
Μα ο καπετάνος δεν ξυπνά, τον ύπνο δε χορταίνει.
Πάει και τον κρούει άλλος γέροντας, τον κρούει ο Καραγιάννης,
τον κρούει, τον αλαφροβαρεί και του γλυκομιλάει.
-Για ξύπνα, καπετάνο μου, και μη βαριοκοιμάσαι,
σήκω κι η μέρα φώτισε, ο αυγερινός τραβιέται,
παν τ’ αγριοπούλια στις βοσκές, σκαρίζουν τα κοπάδια,
το καραούλι σούρηξε και της αυγής η βίγλα
κι εμείς, που ξαγρυπνήσαμε, να βγούμε στο λημέρι.
-Ξυπνάτε με, μωρέ παιδιά, χαλάστε μου τον ύπνο
κι
είχα τον ύπνο μου βαρύ, βαρύ και τ' όνειρο μου
και δώστε μου την πάλα μου, δώστε μου και ταρμούτι,
να φτερουγίσω σαν αϊτός, ναπλώσω σαν πετρίτης,
να φάγω τούρκικα κορμιά, το αίμα τους να χύσω.
 Αντώνης παίρνει το σπαθί, Αντώνης το τουφέκι,
ορμάει και παίζει το σπαθί, με το τουφέκι ρίχνει,
θαρρείς και κόβει τον εχθρό, λες και χαλάει αστέρι.
Ένας του σκούζει δυνατά κι άλλος του χουχοτάει.
-Αντώνη μ’, κάτσε φρόνιμα, κάτσε ταπεινωμένα
και κόψε τάγριο μάνιασμα, παράτα την οργή σου,
εδώ δεν είναι πόλεμος, δεν είναι εχθροί μπροστά σου,
να παίζεις με την πάλα σου, να ρίχνεις με ταρμούτι.
-Άμα χαρεί η μανούλα μου κι ο τάτας μου αν γελάσει,
τότε θα πάψω το σπαθί, θα πάψω το τουφέκι.
-Στον κάτου κόσμο η μάνα σου κι ο τάτας σου στον Άδη.
-Καλά το λέτε, ωρέ παιδιά, καλά το μελετάτε,
εδώ δεν είναι πόλεμος, μηδέ τούρκικο ασκέρι,
για πάρτε το τουφέκι μου, πάρτε και το σπαθί μου,
να κάτσω να συλλογιστώ, το νου να συνεφέρω
κι έχω για ψες μολόγημα για να σας μολογήσω,
βολόγημα απτον ουρανό κι από τον κάτου κόσμο.
-Σαν τείδες, καπετάνο μας, απόψε στ' όνειρο σου;
-Παιδιά μ’, μη μου κακιώνεοτε, μη μου παραπονιέστε
κι απόψε εγώ στον ύπνο μου, στην υπνοφαντασιά μου
είδα τους δύο γονήδες μου τους τρισαγαπημένους.
-Πες μας το, καπετάνο μας, μολόγα τόνειρο σου,
να ξαναφρώσεις μια σταλιά, σαν πρώτα να μερέψεις.
Κι ένας γερο-κλέφτης παλιός, τρανός απ' όλους ένας,
πουχει βαθιά τη γνώση του, κι αυτός τέτοια του λέει.
-στόρα το, Αντώνη μ’, τόνειρο κι εγώ σου το ξηγάω
και τι δηλοί θε να σου ειπώ και τι θε να σου λάχει.
-Καθίστε, ωρέ λεβέντες μου, κι εγώ σας αφηγιέμαι.
Ολόυρα-ολόυρα στρώνονται οι κλέφτες σταυροπόδι
κι ο Κατσαντώνης κάθεται και μολογάει στη μέση.
-Παιδιά μ’, μέσα στον ύπνο μου, στον ύπνο που κοιμόμουν,
είδα μεριά τη μάνα μου, μεριά και το γονιό μου,
κομμένους από την Τουρκιά, στο αίμα βουτηγμένους
κι άκουσα πουκλαιγαν πικρά και που μοιρολογιόνταν.
-Τέχεις, μάνα μ’, και χλίβεσαι και κλαις με μαύρο δάκρυ
κι
εσέ, καημένε τάτα μου, σαν ποιο σε τρώει μαράζι;
Τάχα μην κλαίνστον κάτου εκεί τον κόσμο οι πεθαμένοι;
Εκεί παύουν τα βάσανα, σώνονται τα κιντέρια
και ζάει ο κόσμος λεύτερος, όπως το θέλει ο Πλάστης.
-Και μεις έχουμε βάσανα και μαύρα κασαβέτια.
-Για μένα είναι τα βάσανα, για εμέ τα μοιρολόγια,
για μένα που σας έχασα και που σας συλλογάμαι
τη χαραυγούλα σαν ξυπνώ, το βράδι σίντας γέρνω
και το καταμεσήμερο σαν πέφτω αποσταμένος.
- Αντώνη μ’, το σπαθάκι σου τι τοχεις στο φηκάρι,
Αντώνη μ’, το τουφέκι σου τι τοχεις κρεμασμένο,
για σύρε το σπαθάκι σου, πιάσε και το τουφέκι
και σφάξε τους Αγαρηνούς, σκότωσε τους απίστους
και πάρε χάκι για τεμάς, να πάψουμε να κλαίμε.
-Την περασμένη Κυριακή, την μπροστινή Δευτέρα,
ξήντα σκότωσα Αγαρηνούς, σαράντα έσφαξα Τούρκους.
-Τότε κι εμείς χαρήκαμε, γελάσαμε οι καημένοι,
μα τώρα όμως πολλάργησες, τόσος καιρός εδιάβη,
να παίξεις το σπαθάκι σου, νανοίξεις το τουφέκι
κι εμείς παραπονιόμαστε, τηράμε τι θα κάμεις.
-Γονέοι μου, εγώ σας αγαπώ, μη με μαλώνετε έτσι
κι άμα ο καλός ο Πλάστης μας ζωή μου δώκει ναχω,
θα ξεπαστρέψω την Τουρκιά, θα σβήσω το ντοβλέτι,
για να χορτάσω γδικιωμό, το αίμα σας να πάρω
και να χαρεί η ψυχούλα σας, ν’ αναγαλλιάσει ψίχα.
-Όπως το λες, Αντώνη μου, έτσι και να το κάμεις.
-Μη χλίβεσαι άλλο, μάνα μου, τάτα μου, μη λυπιέσαι
κι εγώ τώρα τινάζομαι, σηκώνομαι απτον ύπνο,
παίρνω νερό και νίβομαι, μαντήλι και σφουγγιέμαι,
παίρνω και ταλαφρό σπαθί και το βαρύ τουφέκι
και πάω για να βρω τα σκυλιά και τρέχω να τα σφάξω.
Κόβει ο Αντώνης τη μολογή, κοιτάει το γερο-κλέφτη.
-Ξήγα το, γέρο μ’, τόνειρο και πες μου τι θα μεύρει,
τάχα θε ναχω πόλεμο, τάχα θε ναχω αμάχη,
πόλεμο θέλω ολημερίς κι αμάχη όλη τη νύχτα,
να κόβω όλο τον τύραννο, όσο που να μπιτίσει!
-Όνειρο είναι, Αντώνη μου, και φαντασίες της νύχτας.
-Άλλα, γερο-κλέφτη, θωρείς κι άλλα ξηγάς σεμένα,
όμως εγώ ολοφάνερα βλέπω στα ονείρατά μου
της μάνας τις παραγγελιές, του τάτα μου τις διάτες,
λυχνάρια μου είναι οι ορμήνιες τους που φέγγουν στη ζωή μου,
δε θα ησυχάσω, όσο θα ζω, αν πράξη δεν τις κάμνω.
-Λεβέντη μ’, σε θιαμαίνομαι για την αντρειάδα πουχεις!
Εσύ να ζας, Αντώνη μου, χρόνια ο Θεός να σδίνει,
να ζάει και το τουφέκι σου, να ζάει και το σπαθί σου
και θα χορτάσεις γδικιωμό και θα χορτάσεις χάκι,
θα κόψεις Τούρκους και θα φας που δεν το συλλογάσαι.
-Μα ζάτε, παλικάρια μου, κι εσείς πέρα για πέρα,
μαζί να τους λιανίζουμε, μαζί να τους χαλάμε
τους άπιστους Αγαρηνούς, τους άτιμους τους Τούρκους.
Γιάννης Α. Σαντάρμης
Γλωσσάρι
Αγαρηνός, ο = Τούρκος Άραβας πειρατής, μωαμεθανός στο θρή­σκευμα, άρπαγας.
αρμούτι, το = τουφέκι.
αφάντασμα, το = φάντασμα, στοιχειό.
βίγλα, η = παρατηρητήριο σε ψηλή θέση απ' όπου μπορεί να παρατηρεί κανείς ένα μεγάλο κύκλο ξηράς ή θάλασσας, σκοπιά, φυλάκιο.
γιατάκι, το = ελατόπλεκτο κατάλυμα κλέφτη, στρώμα, κοιμηθιά, φωλιά, κρυψώνα, καθιά.
δαμάλι, το = νέος ταύρος, μοσχάρι.
δηλοί = φανερώνει, σημαίνει, εννοεί.
διάτα, η = διαταγή, καθοδήγηση, συμβουλή, ορμήνια.
θιαμαίνομαι = αισθάνομαι θαυμασμό, θαυμάζω.
ίσκιος, ο = φάντασμα, αερικό.
Καραγιάννης = παλιός και ηλικιωμένος κλέφτης στον ταϊφά του Κατσαντώνη.
κασαβέτι, το = στενοχώρια, βάσανο.
καψερός, ο = αξιολύπητος, κακόμοιρος.
κιντέρι, το = βάσανο, λύπη, καημός, μαράζι.
κρούω = αγγίζω, πιάνω, ακουμπώ, φθάνω, πλησιάζω. 
μαλάζω = αγγίζω, πιάνω, ψηλαφώ.
μάνιασμα, το = μανία, παραφροσύνη. Ο Χρήστος Χρηστοβασίλης, στο βιβλίο του «ο Κατσαντώνης», έκδοση 1904, Αθήνα, λέει για την κατάσταση αυτή του Κατσαντώνη: «Ο βασανισμένος θάνατος των γονέων του στα Γιάννινα, δεν τον άφηνε ήσυχο ποτέ τον Κατσαντώνη. Μόνον όταν πολε­μούσε, φαίνονταν ευχαριστημένος κι έλεγε.
          - Αγαλλιάζουν οι γονέοι μου από το τούρκικο το αίμα που έχυσα.
          Καμιά φορά αργούσαν να πιάσουν πόλεμο, γιατί οι Τούρκοι τους απόφευγαν, γνωρίζοντας ότι πάντα έβγαιναν ζημιωμένοι, καμιά φορά περνούσαν δέκα και δεκαπέντε μέρες χωρίς πόλεμο. Σ' αυτό το διάστημα ο Κατσαντώνης ήταν καταστενοχωρημένος. Έβλεπε στον ύπνο του τους γονέους του να τον μαλώνουν, γιατί δεν πολεμούσε κάθε μέρα και να σκοτώνει Τούρκους και ξεπετιώνταν ορθός και τουφεκούσε και τραβούσε το γιαταγάνι του και ωρμούσε, νομίζοντας ότι είναι μέσα σε τούρκικο στρατό, κι έτρεχαν οι σύντροφοι του και του φώναζαν δυνατά και με δυσκολία κατόρθωναν να τον φέρουν στον εαυτό τους. Άλλες φορές πάλε, μέσα στα πυκνά σκοτάδια, στες βρονταριές των αστροπελεκιών, και στο μάνιασμα του Βοριά και του Νότου, του φαίνονταν ότι έβλεπε τες σκιές των γονέων του κι έτρεχε φωνάζοντας να τες σταματήσει». Ο ίδιος ο συγγραφέας, σχετικά με το παραπάνω θέμα, αντικρούο­ντας τον Επαμ. Φραγκίστα, γράφει.
«Ο κ. Επαμ. Φραγκίστας, δικηγόρος, στη βιογραφία του Κατσαντώνη (βίος του Κατσαντώνη υπό Επαμ. Φραγκίστα, δικηγόρου, εν Αθήναις 1869, σελ. 17), αναφέροντας αυτές τες φαντασμαγορίες του μεγάλου Κλέφτη, συμπεραίνει ότι ο Κατσαντώνης προσποιούνταν ότι έβλεπε τες σκιές των γονέ­ων των. Οι δικές μας οι πληροφορίες είναι ότι πραγματικώς ο Κατσαντώνης ωραματίζονταν και δεν μπορούμε να υποθέ­σουμε αλλοιώτικα, γνωρίζοντας την σοβαρότητα του». Για την πολεμική απραξία του, γράφει ο Επ. Φραγκίστας.
«Αν περνούσε μια βδομάδα χωρίς να συγκρουσθεί και να πολεμήσει με τους Τούρκους, ενώ οι σύντροφοι του κάθονταν αμέριστοι στα λημέρια τους, ο Κατσαντώνης, ξαφνικά σηκωνόταν και, σαν να 'βλεπε τη σκιά των γονιών του να τον περιτριγυρίζει και να ζητάει απ' αυτόν εκδίκηση, άρπαζε τα κρεμασμένα στα δένδρα καριοφίλια των συντρό­φων του κι έριχνε μπαταρίες στον αέρα, ενώ τους έλεγε πως «είναι ντροπή να περάσουν τόσες μέρες χωρίς να πολεμήσουμε τους Τούρκους».
μερεύω = ημερώνω, εξημερώνω, καταπραΰνω, κατασιγάζω.
μολόγημα, το = λόγος, αφήγηση, μολογή.
μπιτίζω = φέρνω σε τέλος κάτι, τελειώνω, αποκάμνω, εξα­ντλούμαι.
ντιριέμαι = διστάζω, επιφυλάσσομαι, ντρέπομαι, δεν αποφασίζω για κάτι.
ντοβλέτι, το = κράτος, κυβέρνηση, δοβλέτι.
ξεπαστρεύω = εξοντώνω, εξαφανίζω.
πάλα, η = κυρτό, πλατύ σπαθί με ή χωρίς διάτα.
παραγγολή, η = παραγγελία, εντολή, οδηγία.
πετρίτης, ο = είδος μεγαλόσωμου γερακιού, στο μέγεθος του αϊτού, έχει καφέ προς το μαύρο χρώμα, κοντά πόδια, μακριά δάκτυλα και μεγάλες φτερούγες.
ρεκάζω = βγάζω δυνατή και διαπεραστική φωνή από φόβο ή κίν­δυνο, σκούζω μεγαλόφωνα, κράζω.
σίντας, σύνδ. = όταν, άμα.
σκαρίζω = βγάζω το κοπάδι των ζώων στη βοσκή.
σουρώ = σφυρίζω δημιουργώντας οξύ ήχο.
'στορώ = ιστορώ, διηγούμαι.
τάτας, ο = πατέρας, βρεφική προσφώνηση του πατέρα.
φηκάρι, το = θήκη σπαθιού ή όπλου, θηκάρι.
χάκι, το = εκδίκηση, ανταπόδοση κακού.
χλίβομαι = θλίβομαι.
χουχοτώ = φωνάζω δυνατά και παρατεταμένα.
ψες, επίρ. = χθες το βράδυ.

Υ.Γ. Ο Κατσαντώνης δρούσε για ένα διάστημα και στην περιοχή του Φθιωτικού Τυμφρηστού. Μάλιστα, στην περιοχή Παλαιοκάστρου - Δικάστρου υπάρχει λόφος με την επωνυμία ¨Κατσαντώνης". 



Δεν υπάρχουν σχόλια: