TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2011

Η ψηλή Κορφή

«Η ψηλή κορφή»
Ποιητική Συλλογή
του Κώστα Ι. Παπαμίχου
(αποσπάσματα)
                                        ΑΠΕΙΚΑΣΙΑ
Πήρα τις στράτες του χωριού για να 'βρω τη γαλήνη
η ερημιά με τύλιξε στης μοναξιάς τη δίνη.
Ήρθε το σούρουπο βαρύ, άρχισε να νυχτώνει
η θύμηση παλιού καιρού το στήθος μου πλακώνει.

Βλέπω στους δρόμους χωριανούς απ' τους παλιούς τους χρόνους
που γύριζαν απ' τις δουλειές με τους γυρτούς τους ώμους.
Πλατάγιζαν το καμουτσί στα πισινά αλόγων,
στενάζοντας απόδιωχναν ενόχλησες των κόπων.

Στριφογυρίζουν στη νυχτιά καπνοί από τα τζάκια,
οι φλόγες των εστέγνωναν τα μούσκεμα πατζάκια.
Στρώνουν σοφρά εκεί μπροστά, σκαμνιά που καθηλώνουν,
κάνουν σταυρό στον ουρανό, ψωμάκι φαρμακώνουν.

Στο δίπλωμα του λυχναριού πρόσωπα λαμπυρίζουν
 και στη γωνιά του ντουβαριού τα χείλη ψιθυρίζουν
την προσευχή στην Παναγιά, στον Κύρη τη λατρεία...
Αχ! φαμελιά παλιού καιρού, όνειρο και μαγεία.

Μπήκα στα σπίτια τα φτωχά αντίκρυσα γερόντους
να κάθονται στην παραστιά, στ' αυτιά δε νιώθουν βρόντους.
Απομεινάρια της ζωής, σημάδια παρελθόντος
που μόλις σ' αντικρύσουνε σου γνέφουν επειγόντως.

Κάτι να περισώσουνε θέλουν απ' τη ζωή τους
τα ήθη και τα έθιμα και την παράδοση τους.
Συχάστε βρε προγονοί μας δάσκαλοι, δρομοδείχτες,
έχει και τούτη η γενιά φύλακες και Ακρίτες...!

τσοπΑνηδες
Στόμωσ' τα πράτα Κωσταντή, βάρτα απ' τα σπαρτά,
θε να μας κλείσουν φυλακή, τσακίσαν τα δεντρά.
Η Κάλεσσα εχώθηκε μέσα στο καλαμπόκι,
σαλάγα την, πανάθεμα, κοίτα το θράσος πόχει!

Κουσ, κουσ, μαγκούφα Βάκραινα και Λαϊκό αντάμα,
η Τσούλα με την Κλούραινα, πιαστήκανε συνάμα.
Χτύπα τη γκλίτσα στα πλευρά, σπάσε τους τα παΐδια,
γρήγορα να προκάνουμε, έρχονται και τα γίδια.

Κουράστηκα μορ' μπαρμπα-Λια, τα πόδια μου πονάνε,
τριβόλια και οι τρικουκιές τις σόλες μου περνάνε,
και τα σκληρά, τα μυτερά, τ' άχαρα σακκοτρύπια,
κόλλησαν στα τσουράπια μου και χώθηκαν στα νύχια.

Κράξε το σκύλο από κει για να τα αλυχτήσει,
με την ουρά ορθόκυκλη, πέρα να τα προγκήσει.
Τη Νταλαφέρο φώναξε, τη σκύλα, τα κουτάβια,
να τα στομώσουν κατά δω, μη μπούνε στα σιτάρια.

Άιντε κουράγιο Κωσταντή, έφτασε και το γιόμα,
στη στρούγγα τώρα φτάνουμε, παραπονιέσ' ακόμα;
Σε λίγο θα τ' αρμέξουμε, στο στάλο θα πλαγιάσουν,
τα κουρασμένα μας κορμιά θε να καταλαγιάσουν.

Βάλε τρεις πέτρες κι άναψε φωτιά με το στουρνάρι,
στήσε τον κούτλα πάνω τους, βράστο με το πυξάρι1.
Τρίψε μπομπότα ανεβατή στο χάλκινο τσουκάλι,
στρώσε την τάβλα, ξέπλυνε το ξύλινο κουτάλι.

Το γάλα έλα να πήξουμε κι ως φάμε το ψωμί μας,
πάν' στο γιατάκι ανάσκελα θα πέσει το κορμί μας.
Η βρύση θα μας τραγουδά και θα μας νανουρίζει
κι ο πλάτανος του Σκορδομπή τα φύλλα θα θροΐζει.

Ώ! τί ωραία! Μπάρμπα - Λια, πελέκα κάνα ξύλο,
φκιάσε κουτάλες και φλασκιά, θα παίξω με το σκύλο.
Δώσε μου το παγούρι σου νερό για να σου φέρω,
φρέσκο και κρύο, δροσερό, σ' αρέσει αυτό,το ξέρω.

Σαν πάρ' ο ίσκιος στις πλαγιές σκαρίζει το κοπάδι,
στου ήλιου το βασίλεμα με τ' αερένιο χάδι.
Τη ρεβυθιά της Κορομπλιάς* πρέπει να τη βοσκήσουν
και στο Βαρκό* με το νερό τα χείλη να δροσίσουν.

Μόλις βραδιάσει για καλά, σύρε συ στην καλύβα,
κλείσε την πόρτα, δέστηνε, αμόλα και το Γρίβα2.
Και το πρωί μορ' Κωσταντή σε θέλω παραχέρι,
να τα παραβολιάσουμε ως νάρθει μεσημέρι.

Βοήθα ετούτο τον καιρό, τούτο το καλοκαίρι
και στου χειμώνα το χιονιά, μες στο αγριοκαίρι
φεύγεις εσύ για το σκολειό, σύρε να μάθεις γράμματα,
κι γω εδώ θε να μετρώ, της κάπας μου τα ράμματα.
7. Ξύλο καλοπελεκημένο από σφενδάμι, που ανακάτευσαν το γάλα.
2. Όνομα σκύλου
* Ονόματα ζώων και τόπων



Δεν υπάρχουν σχόλια: