TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2011

Βαρελάς

ΒΑΡΕΛΑΣ
του Τάκη Ευθυμίου
Στα αγνά χρόνια που το πλαστικό απουσίαζε από την καθημερινή ζωή των ανθρώπων, όλοι οι νοικοκυραίοι χρησιμοποιούσαν ξύλινα δοχεία για να ικανοποιήσουν τις βασικές αποθηκευτικές τους ανάγκες. Τα ξύλινα αυτά σκεύη κατασκεύαζε, ύστερα από παραγγελία, ο βαρελάς.
Στον Άη Γιώργη βαρελάς υπήρχε ένας και μοναδικός, ο αείμνηστος Δημήτρης Θεοδοσόπουλος, ο επονομαζόμενος και Μήτσκας από το χαϊδευτικό του Μήτσου. Επιπλέον, τις ανάγκες των Αγιωργιτών εξυπηρετούσε και ο βαρελάς Κατσόγιαννος, ο οποίος είχε το εργαστήρι του στου Ποντικού. Ο Δημήτρης Θεοδοσόπουλος υπήρξε επιτήδειος βαρελάς με άριστες γνώσεις πάνω στο αντικείμενο. Κατασκεύαζε λογιών - λογιών ξύλινα βαρέλια και σκεύη.
Τα κρασοβάρελα και τα τυροβάρελα ήταν τα πλέον απαραίτητα, γιατί τότε όλοι καλλιεργούσαν αμπέλια και παρασκεύαζαν το δικό τους κρασί, επίσης έτρεφαν ζώα και δεν τους έλειπε ποτέ το τυρί. Τα μεγάλα κρασοβάρελα χωρούσαν έναν τόνο και τα μικρά 30 οκάδες κρασί. Τα τυροβάρελα χωρούσαν από 3 έως 40 οκάδες τυρί. Οι κάδες, επίσης, ήταν απαραίτητες για την αποθήκευση του μούστου και των τσίπουρων. Οι βαρέλες και οι φτσέλες ήταν δοχεία μεταφοράς και αποθήκευσης νερού για τις σπιτικές ανάγκες. Οι βεδούρες ήταν ξύλινα σκεύη όπου έπηζαν το γιαούρτι. Χρησιμοποιούνταν ακόμη και σα μονάδα μέτρησης των δημητριακών καρπών. Κάθε βεδούρα χωρούσε 10 οκάδες σιτηρά. Ο βαρελάς, ακόμη, κατασκεύαζε καρδάρια για το άρμεγμα των γιδοπροβάτων και κλειδοπίνακα όπου μετέφεραν μαζί τους το τυρί για κολατσιό. Οι κοπανοκάδες ήταν αναγκαίες για την παρασκευή του βουτύρου και του ξινόγαλου.
Το καλύτερο ξύλο που χρησιμοποιούσε ο βαρελάς ήταν το ξύλο βελανιδιάς (δρύινο). Ακόμη, χρησιμοποιούσε κέδρινο, ελατίσιο, ξύλο πεύκου και καστανιάς. Για δέσιμο των δοχείων, αρχικά μεταχειρίζονταν τα ξύλινα στεφάνια, τα βραχιολάκια, καμωμένα από μακριά κλωνάρια έλατου. Αργότερα τα αντικατέστησε με σιδερένια.
Ο Δημήτρης Θεοδοσόπουλος είχε στο υπόγειο του σπιτιού του εργαστήρι με τα απαραίτητα εργαλεία που τον βοηθούσαν στην άριστη επεξεργασία του ξύλου. Πλάνες για το πλάνισμα του ξύλου, γουβοσκέπαρνα διαφορετικής κυρτότητας, γραδοτήρι που έφτιαχνε στις δόγες την πατούρα για το φούντωμα, διαβήτη για να φτιάχνει με γεωμετρική ακρίβεια τα δέσιμο των δοχείων, αρχικά μεταχειρίζονταν τα ξύλινα στεφάνια, τα βραχιολάκια, καμωμένα από μακριά κλωνάρια έλατου. Αργότερα τα αντικατέστησε με σιδερένια.
0 Δημήτρης θεοδοσόπουλος είχε στο υπόγειο του σπιτιού του εργαστήρι με τα απαραίτητα εργαλεία που τον Βοηθούσαν στην άριστη επεξεργασία του ξύλου. Πλάνες για το πλάνισμα του ξύλου, γουβοσκέπαρνα διαφορετικής κυρτότητας, γραδοτήρι που έφτιαχνε στις δόγες την πατούρα για το φούντωμα, διαβήτη για να φτιάχνει με γεωμετρική ακρίβεια τα ολοστρόγγυλα φουντώματα, σκεπάρνια, τσεκούρια, σφυριά, χειροπρίονα, τριβέλια, ζουμπάδες, πριτσίνια και τόσα άλλα αναγκαία μικροσύνεργα. Ανάλογα με την παραγγελία κανόνιζε και τα αντίστοιχα ξύλα. Πρώτα έφτιαχνε το πάτωμα, όπου συναρμολογούσε τα ξύλινα κομμάτια, τις δόγες. Αυτές ήταν πλατύτερες κάτω και στενότερες στο επάνω μέρος για να σφηνώνουν με το σφίξιμο του στεφανιού.
Γενικά, η όλη διαδικασία κατασκευής των ξύλινων δοχείων απαιτούσε ιδιαίτερη πτηδιοσύνη και εμπειρία. Τέτοια χαρίσματα διέθετε και ο χωριανός μας Βαρελάς και όλοι έμειναν ευχαριστημένοι με την παραγγελία τους.
Για το Βαρελά οι χωριανοί μας συνήθιζαν να λένε και τις εξής παροιμίες:
- «Βαγενάδες και γαϊδάροι, ένα μήνα έχουν χάρη» γιατί πράγματι τις μαζικές παραγγελίες τις δέχονταν ο Βαρελάς το Σεπτέμβριο, τότε που και οι γάιδαροι έχουν τις περισσότερες αγροτικές δουλειές.
- «Δε φταις εσύ, φταίει του βαγενιού ο πύρος» λέγεται για τους μεθυσμένους.
Ο μοναδικός βαρελάς του Άη Γιώργη
Δημήτρης Θεοδοσόπουλος
Ο ΒΑΡΕΛΑΣ
                  Μήτσο μου Θεοδοσόπουλε, εγώ ‘χω σόι μεγάλο,
                  έχω και φαμελιά τρανή, που τρών’ και πίνουν όλοι,
                  φκιάσε μου κρασοβάρελα το ένα πίσω απ’ τ’ άλλο,
                  τώρα χειμώνας έρχεται, σπιτίσιο αραξοβόλι.

                  Βάνε στεφάνια απέθαντα και δρύινες τις δούγες
                  δε θέλω στα βαγένια μου κρασιά οΐδια, ακνάτο
                  θέλω κρασί, που να σε πάει τραγουδιστά στις ρούγες,
                  αντρίκιο, μπρούσκο, λάγγερο, ξανθό, γλυκό, μοσχάτο.
                                                                   Σαντάρμης Αν. Γιάννης
Γλωσσάρι
ακνάτο, το= ανόθευτο.




Δεν υπάρχουν σχόλια: