TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2011

Αργαλειός & τα είδη του

Ο ΑΡΓΑΛΕΙΟΣ & ΤΑ ΕΞΑΡΤΗΜΑΤΑ ΤΟΥ 
 ΣΤΗΣΙΜΟ & ΝΤΥΣΙΜΟ ΑΡΓΑΛΕΙΟΥ
Τάκης Ευθυμίου-Βασίλης Κανέλλος

Για τα πολλά εξαρτήματα-συμπράγκαλα που έχει ο αργαλειός μια λαϊκή φράση τον αναθεματίζει ως εξής: «Ανάθεμά σε αργαλειέ, με τα συμπράγκαλά σου!» Γι’ αυτή του την πολυπλοκότητα ο αργαλειός κατασκευαζόταν από έμπειρους τεχνίτες-ξυλουργούς. Όλα τα εξαρτήματά του ήταν ξύλινα από καρυδιά ή από οξυά ή από πουρνάρι ή από βελανιδιά. Η ξυλεία έπρεπε να ήταν η καλύτερη ποιοτικά για ν’ αντέχει στη φθορά του χρόνου και να κληρονομείται, ως σπουδαίο εργαλείο, από τη γιαγιά στις εγγονές. Υπήρχαν σκαλιστοί αργαλειοί, σωστά κομψοτεχνήματα.
      Ένα τέλειος αργαλειός αποτελείται από 73 κομμάτια! Μάλιστα για τη συναρμολόγησή τους δεν χρησιμοποιούνται μεταλλικά καρφιά, παρά μονάχα ξύλινα, αφού το κάθε εξάρτημα κουμπώνει με εγκοπές με κάποιο άλλο.
      Αναλυτικά τα εξαρτήματα του αργαλειού είναι τα εξής:
1) Τα τέσσερα ποδάρια, δηλαδή τέσσερις ξύλινοι στύλοι που τοποθετούνται όρθιοι και στηρίζουν τον αργαλειό.
2) Τα αποκατάρια, που είναι τέσσερις χοντρές και πλατιές σανίδες.
3) Τα απανωτάρια, που είναι τέσσερις σανίδες όπως τα αποκατάρια.
4) Τα δύο ψαλίδια, που στερεώνονται σταυρωτά στα απανωτάρια και αποτελούν τη στέγη του αργαλειού.
5) Το ζύγι, δηλαδή μια σανίδα που την περνούν στα πλαγινά αποκατάρια, όπου και τοποθετούν πάνω μια βαριά πέτρα ή ξύλο για να μην κουνιέται ο αργαλειός.
6) Ο πάτος του αργαλειού, πρόκειται για μια φαρδιά σανίδα που αποτελεί το κάθισμα της υφάντρας.
Μέχρι εδώ τα παραπάνω εξαρτήματα αποτελούν τον κύριο σκελετό του αργαλειού. Ακολουθούν τα δευτερεύοντα.
7) Η καρελόβεργα, είναι μια ξύλινη βέργα ίσα με το πλάτος του αργαλειού που τη στεριώνουν στη μέση του αργαλειού. Σ’ αυτή κρεμούν δυο καρελομάνες για να στη-ριχθούν τα μιτάρια.
8) Δυο φούρκες (διχάλες) περασμένες στα πλάγια αποκατάρια για να στερεώνεται το μπροστινό αντί, που το λένε μπροστάντι.
9) Δυο ακόμα, φούρκες, περασμένες στους πισινούς στύλους του αργαλειού, όπου στερεώνεται το επάνω αντί, το πανάντι.
10) Ένα αντί, το πισάντι, που τοποθετείται στο πίσω μέρος του αργαλειού. Σ’ αυτό τυλίγεται το διασίδι, γι’ αυτό λέγεται και τύλιγμα.
11) Το πατηθρόξυλο, μια ξύλινη βέργα, απ’ όπου δένονται οι τέσσερις πατήθρες, που η καθεμιά είναι κρεμασμένη από ένα μιτάρι. Όταν υφαίνεται απολυτό διασίδι χρησιμοποιούνται οι δυο πατήθρες  και όταν υφαίνεται δίμητο και οι τέσσερις. Με το πάτημα της πατήθρας κατεβαίνει το μιτάρι, οι κλωστές ανοίγουν στόμα για να περάσει η σαΐτα και έτσι υφαίνεται  σιγά-σιγά το διασίδι.
12) Δυο καρελαμάνες (καρούλια).
13) Οι σπάθες, που είναι πέντε σανίδες. Εκεί τοποθετείται το χτένι.
14) Δυο καρδόβεργες ή καρδότρες. Αυτές είναι ξύλινες στρογγυλές βέργες που τοποθετούνται στις αυλακιές που έχουν σκαλισμένες το προσάντι και το πισάντι. Στις καρδόβεργες στηρίζονται οι άκρες του διασιδιού.
15) Δυο γυρίστρες ή σηκώστρες. Πρόκειται για ξύλα μάκρους  μισού μέτρου περίπου, που τα χρησιμοποιεί η υφάντρα για να μαζέψει ή ν’ απολύσει το διασίδι.
16) Τέσσερα μιτάρια. Αυτά είναι ραβδιά όπου στηρίζονται πλεγμένα σχοινιά απ’ όπου περνούν οι κλωστές του στημονιού. Είναι κρεμασμένα απ’ τα καρούλια.
17) Το χτένι που χρησιμεύει στην ύφανση για να κρατάει τα νήματα του στημονιού στην κανονική απόσταση, εμποδίζοντας το μπέρδεμά τους. Επί πλέον χτυπά το υφάδι στο τελειωμένο ύφασμα για να το σφίξει.
18) Δυο καλαμίδια,  μικρά καλάμια  που πάνω τους μαζευόταν το νήμα όταν ξετυλιγόταν από την ανέμη.
19) Δυο σχοινιά προκειμένου να τεντώνουν τα νήματα του διασιδιού στο φάρδος, περνώντας το διασίδι ανάμεσα στην καλαμίδα  και στο σχοινί που δένεται από τις δυο άκρες της καλαμίδας.
20) Δυο καρελόσχοινα με τα οποία κρεμούν τις καρελομάνες από τα καρελόξυλα.
21) Τα μιτόσχοινα. Πρόκειται για οχτώ σχοινιά με τα οποία δένονται τα μιτάρια απ’ τις καρελομάνες.
22) Τα πατηθρόσχοινα που είναι τέσσερα σχοινιά με τα οποία κρεμούν τις πατήθρες.
23) Μια προγγίδα, δηλαδή ένα ξύλινο εργαλείο, μακρύ όσο το φάρδος του διασιδιού, που στις άκρες της έχει δοντάκια που καρφώνονται στην άκρη του υφασμένου διασιδιού για να παραμένει τεντωμένο όταν τυλίγεται στο μπροστινό αντί.
24) Μια σαΐτα μέσα στην οποία περνιέται το μασούρι και ασφαλίζεται με τη βοήθεια ενός φτερού κότας ή χήνας. Το μασούρι έχει τυλιγμένο το γνέμα για την ύφανση.
      Μετρώντας συνολικά τα συμπράγκαλα του  τέλειου αργαλειού, μαζί με το φτερό, διαπιστώνουμε ότι φτάνουν αισίως τα εβδομήντα τρία (73). Απίστευτο νούμερο κι όμως αληθινό! Ο αργαλειός, πράγματι, είναι ένα πολύπλοκο και πολυδαίδαλο οικιακό εργαλείο!
      Στα περισσότερα σπίτια του χωριού ο αργαλειός ήταν μόνιμα στημένος, κάτω από χαγάτια και μπαλκόνια ή  στο κατώι, δίπλα πάντα από παράθυρο για φωτισμό και αρκετές φορές προσωρινά στην άκρη κάποιου δωματίου του σπιτιού.
      Το στήσιμο δεν ήταν και τόσο εύκολη υπόθεση με τα τόσα πολλά συμπράγκαλα που διέθετε, γι’ αυτό το αναλάμβαναν έμπειρα άτομα κι όταν τον έστηναν τον κρατούσαν πολύ καιρό μέχρι να υφάνουν όλα τα χρειαζούμενα της φαμίλιας, όλα τα απαραίτητα του  σπιτιού και τα προικιά της κόρης.
      Τα προικιά της νύφης την προηγούμενη Κυριακή πριν το γάμο τα έβγαζαν σε δημόσια έκθεση για να τα θαυμάσουν, να τα ευχηθούν και να τα κεράσουν. Την Παρασκευή, πριν το γάμο, τα μετέφεραν δεμένα σε μπαλώτα με τα άλογα στο σπιτικό του γαμπρού, συνοδεία δημοτικών μουσικών οργάνων και τραγουδιών.
      Το ντύσιμο του αργαλειού περιλάμβανε δυο περίπλοκες και εξειδικευμένες εργασίες: το μίτιασμα και το χτένισμα του στημονιού, δηλαδή το τέντωμα των κλωστών του στημονιού κατά μήκος του αργαλειού, για να διασταυρωθεί  κάθετα, κατά την ύφανση, το υφάδι που είναι τυλιγμένο στη σαΐτα. Το στημόνι είναι ένα σύνολο κόκκινων ή λευκών βαμβακερών νημάτων του εμπορίου. Για να δημιουργηθεί το στημόνι προηγείται το ίδιασμα των νημάτων, μια ξεχωριστή κουραστική εργασία που γινόταν σε ανοιχτό χώρο από ειδικές γυναίκες, τις διάστρουσες ή τυλιχταρούδισσες, επειδή απαιτούσε μεγάλη επιμονή και ιδιαίτερη προσοχή.
Το ίδιασμα με τη δαιδαλώδη διαδικασία του
    Το ίδιασμα, λοιπόν, μπορεί να ήταν επίπονη διαδικασία τυλίγματος των νημάτων, παράλληλα όμως ήταν χαριτωμένη και αξιοπερίεργη για κάθε αργόσχολο και περίεργο παρατηρητή. Παλιότερα το ίδιασμα ήταν συνηθισμένη εικόνα στις αυλές των σπιτιών και στις αλάνες των γειτονιών. Για να έχει το ίδιασμα το ποθητό αποτέλεσμα, έπρεπε να εξαντληθεί η εμπειρία και η τέχνη των τυλιχταρουδισσών. Η όλη διαδικασία ήταν μια πραγματική ιεροτελεστία και περιλάμβανε παλούκια μπηγμένα στη γη σε αποστάσεις που καθορίζονταν με τις οργιές του διασιδιού, ξύλινη τέμπλα πάνω στην οποία ήταν τυλιγμένη η τριχιά με τις αριθμημένες θηλιές, τσανάκια (πήλινες γαβάθες) ή σκαμμένες γούρνες, όπου μέσα  ήταν τοποθετημένο κι από ένα κουβάρι, η άκρη του οποίου περνούσε από τη θηλιά της τέμπλας και από κει στην τρύπα της διάστρας, την οποία μετακινούσε ρυθμικά και τελετουργικά πέρα-δώθε η τυλιχταρούδισσα.
      Στα δυο τελευταία παλούκια γινόταν η σταύρωση, αφού πρώτα μετρούσαν τις κλωστές σε κεφάλια και στη συνέχεια τις περνούσε στα καλαμίδια, δηλαδή σε μικρά καλάμια που πάνω τους μαζευόταν το νήμα.
      Την άκρη του διασιδιού έζωνε μια χειροδύναμη γυναίκα και τραβούσε μ’ όλη τη δύναμή της για να τεντωθεί καλά το διασίδι,  μια άλλη γύριζε αργά-αργά το αντί για να τυλιχτεί το διασίδι, ενώ, συνήθως κάποια ηλικιωμένη, ίσιαζε και ταίριαζε τις κλωστές για να τυλιχτούν ομοιόμορφα. Μόλις τέλειωνε όλη η παραπάνω κοπιαστική εργασία, η τυλιχταρούδισσα, αφού «σταύρωνε» το διασίδι για το βασκαμό, το πήγαινε ίσια στον αργαλειό για τοποθέτηση και ύφανση.
      Με το ίδιασμα  ρυθμιζόταν και το μήκος του στημονιού, σύμφωνα με το μάκρος του υφάσματος  που επρόκειτο να υφανθεί.
      Κατά το ντύσιμο του αργαλειού στέριωναν το αντί με το τυλιγμένο πάνω του στημόνι στο πίσω μέρος του αργαλειού και στη συνέχεια το περνούσαν στα μιτάρια και ύστερα στο χτένι. Τέλος έδεναν την αρχή του στημονιού στο μπροστινό αντί, το τέντωναν με το στρίφτη που γύριζε το αντί, εφαρμόζοντας στις τέσσερις τρύπες που είχε στις άκρες του. Έτσι, ο αργαλειός ήταν έτοιμος για ύφανση. Το υφάδι τυλιγόταν σιγά-σιγά, καθώς αβγάτιζε, στο μπροστινό αντί.
      Ας δούμε, όμως, αναλυτικά πως γίνεται το μίτιασμα και το χτένισμα που ήταν λεπτοδουλειές και μεγάλος μπελάς για τις υφάντρες.
      Το μίτιασμα του διασιδιού γίνεται σε δυο ή σε τέσσερα μιτάρια, ανάλογα με το είδος του διασιδιού. Έτσι, το διασίδι που υφαίνεται με δυο μιτάρια λέγεται απολυτό, ενώ αυτό που υφαίνεται με τέσσερα λέγεται δίμιτο. Απολυτά είναι τα αραιά υφάσματα και δίμιτα τα κρουστά. Τα μιτάρια είναι τόσο πολύπλοκα που κατασκευάζονται μονάχα από ειδικούς τεχνίτες. Κάθε μιτάρι αποτελείται από δυο, ίσα σε μάκρος, ραβδιά, περίπου ένα μέτρο το καθένα. Από το ένα ραβδί δένουν προσεχτικά θηλιές με γερό και στριμμένο νήμα. Το ραβδί αυτό (μισό μιτάρι) το κρεμούν  κάπου πρόχειρα και από την κάθε θηλιά του περνούν άλλη κλωστή του ίδιου μάκρους και την κάνουν θηλιά σε άλλο ραβδί (το άλλο μισό μιτάρι) που είναι τοποθετημένο παράλληλα με το πρώτο. Μαζί τα δυο ραβδιά αποτελούν ένα μιτάρι στερεό, επειδή οι θηλιές τους είναι περασμένες η καθεμιά στην αντίστοιχη θηλιά του άλλου ραβδιού. Ύστερα, σε κάθε άκρη του μιταριού δένουν ένα γερό σχοινί, το μιταρόσχοινο για να κρεμάσουν τα μιτάρια στις καρελομάνες του αργαλειού. Το μίτιασμα γίνεται από δυο υφάντρες. Η μια έχει μπροστά της το διασίδι τυλιγμένο στο πίσω αντί, πιάνει την πρώτη κλωστή και την περνάει στην πρώτη θηλιά του μιταριού. Στη συνέχεια, την κλωστή αυτή την πιάνει η άλλη υφάντρα  που είναι πίσω από τα μιτάρια και την περνάει στην πρώτη θηλιά του δεύτερου μιταριού. Τα μιτάρια απέχουν μεταξύ τους 4-5 πόντους για να μην μπλέκονται οι κλωστές του στημονιού. Μόλις περάσουν με τον ίδιο τρόπο στη σειρά όλες τις κλωστές του διασιδιού, τις τραβούν όλες μαζί περίπου μισό μέτρο για ν’ ακολουθήσει το πέρασμα στο χτένι.
      Το χτένι  είναι ένα χρήσιμο εξάρτημα του αργαλειού φτιαγμένο από καλάμι. Πρώτα κατασκευάζεται ο σκελετός, σχήματος ορθογωνίου, από τέσσερις καλαμένιες βέργες. Στη συνέχεια μ’ ένα σουφλί ανοίγουν τρύπες ισομετρικές και δασιές στην πάνω και κάτω βέργα. Μέσα σ’ αυτές τις τρύπες περνούν και σφηνώνουν σχισμένα καλαμάκια (δόντια) μάκρους 15 πόντων περίπου το καθένα, αφήνοντας ένα κενό από δόντι σε δόντι, για να περνάει η κλωστή του διασιδιού. Το κενό ονομάζεται θύρα και τα καλαμάκια χτενόδοντα.
      Όλα τα χτένια είναι ομοιόμορφα, διαφέρουν όμως στην πυκνότητα των δοντιών. Όταν τα δοντάκια είναι αραιότερα, το χτένι λέγεται απολυτόχτενο επειδή υφαίνονται μ’ αυτό απολυτά υφαντά και όταν τα δοντάκια είναι πυκνότερα, το χτένι λέγεται διμιτόχτενο επειδή υφαίνονται μ’ αυτό τα δίμιτα-κρουστά υφαντά. Το χτένι που έχει πολύ αραιά δοντάκια λέγεται στρωσιδόχτενο επειδή εκεί υφαίνονται τα στρωσίδια και άλλα κλινοσκεπάσματα.
      Το χτένισμα έχει τη δική του τεχνική. Η υφάντρα, με τη βοήθεια μιας καλτσόβεργας, περνάει με τη σειρά, αρχίζοντας από την ακρινή κλωστή του διασιδιού, όλες τις κλωστές μέσα από κάθε θύρα του χτενιού. Μόλις περαστούν όλες, τις τραβάει και τις τοποθετεί με τη σειρά στην αυλακιά του μπροστινού αντιού και τις στερεώνει στην καρδόβεργα. Το αντί, τέλος, τοποθετείται στις διχάλες - εγκοπές του αργαλειού και το περιστρέφουν με τη γυρίστρα για να τεντωθεί καλά το στημόνι.
      Το χτένι βρίσκεται τοποθετημένο ανάμεσα στα ξύλινα τελάρα που κρέμονται από τον αργαλειό, έχοντας τη δυνατότητα να αιωρούνται κατά την ύφανση.
      Μ’ αυτή τη διαδικασία τελειώνει και το ντύσιμο του αργαλειού με το στημόνι.
Μιτάρι & χτένι αργαλειού




Δεν υπάρχουν σχόλια: