TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2011

Η μάνα Ρούμελη

Η ΜΑΝΑ ΡΟΥΜΕΛΗ
του αείμνηστου Ζάχου Ξηροτύρη
Όλη η χώρα μας έχει πλουτιστεί με φυσικές χαρές από τον Δημιουργό του Παντός, που δεν τις συναντάς σε άλλους τόπους.
      Η φύση είχε προετοιμάσει έτσι την Ελλάδα, ώστε και οι θεοί την διάλεξαν για κατοικία τους. Πουθενά δεν συναντά κανείς κάλλος με τόσο μεγάλες εναλλαγές και μιαν ιδιαίτερη μεγαλοπρέπεια που δημιουργούν αυθόρμητα τον θαυμασμό. Σύνθεση και θέαμα βουνού και γιαλού σπάνια, βουνά, λαγκάδια, βουνοκορφές, που ορθώνουν το πελώριο ανάστημα τους, οροπέδια ανέλπιστα ανάμεσα σ' απρόσιτα βουνά, και ανάμεσα στα πολλά και θαυμάσια αντικρίζει κανείς και το θαύμα. Βαθύσκιες κι απόκρημνες μα καταπράσινες βουνοπλαγιές να εναγκαλίζονται θαυμάσιες ακρογιαλιές, έτσι που μαγεύουν και μαγεμένος ο ξένος περιηγητής θαυμάζοντας τα θαυμάσια της ελληνικής φύσεως και τη σπάνια σύνθεση βουνού και ακρογιαλιάς, να απορεί πως ο Δημιουργός έπλασε αυτό το θαύμα, ώστε "βουνά και θάλασσες να αναγκαλίζονται και στους γιαλούς "λαγωοί και πέρδικες μετά ιχθύων να συνομιλούσι". 
 
      Αιώνες αιώνων από τότε που έχει σμιλέψει τη φύση ο μεγάλος Δημιουργός, μένει ασάλευτη η ομορφιά του τόπου μας με αναλλοίωτα τα χρώματα του ζωγράφου της πλάστη. Μα εκεί που η φύση έδειξε ασωτία σε κάλλος, εκεί που έσκυψε και ζωγράφισε βουνά και κέντησε καταπράσινους λουλουδιασμένους τόπους, συνδυάζοντας την αγριότητα της φύσεως με την ηρεμία και την ημερότητα, μια υποβλητική μεγαλοπρέπεια και έναν αυθόρμητο θαυμασμό, εκεί που ο δημιουργός φάνηκε σπάταλος σε χάρες και "τα πάντα εν σοφία εποίησε" και συνεδύασε, πλάθοντας τον επίγειο παράδεισο, εκεί που το ανθρώπινο μάτι μένει ακούραστο και αχόρταγο, εκεί που ο δημιουργός σπατάλησε απλόχερα μύρα και χρώματα και δημιούργησε καταπράσινα και λουλουδιασμένα τελάρα, εκεί που χάρισε τον μεγαλύτερο πλούτο σε δώρα η φύση, είναι η Ρούμελη. Όλα ρυθμισμένα, λες και χέρι έστησε πυραμίδες, πύργους, θόλους, καταρράχτες, λίμνες, γαλάζιες θάλασσες, φιδίσια ρέματα και ποτάμια, χαράδρες που σου φέρνουν ανατριχίλα, βρύσες και νεροσυρμές και, πού και πού, ξωκλήσια για παρηγοριά του κάθε στρατοκόπου, που δρομάκια μονοπάτια, ανάμεσα σε βράχους και σαν πελεκημένες βουνοκορφές σε οδηγούν σε σκιερές από ελατοδάση κοιλάδες όπου τ' απαλό θρόισμα του έλατου και της οξυάς, μαζί με τα ανήσυχα φτερουγίσματα και τους μαγικούς ψαλμούς των πουλιών συνθέτουν μια ειδυλλιακή ατμόσφαιρα.
      Και όμως υπάρχουν πολλοί που δεν γνωρίζουν της φύσης τον παράδεισο, δεν έζησαν κοντά της, δεν χάρηκαν την ανατολή του ήλιου και το ξημέρωμα, δεν αντίκρισαν τον ήλιο να αναδύεται με μεγαλοπρέπεια και ούτε το σούρουπο να ενδύεται τη δική του ευπρέπεια σκορπίζοντας ηρεμία και γαλήνη σε έμψυχα και άψυχα.

      Δεν γνωρίσαμε τη φλογισμένη σφαίρα της ανατολής, την ασημένια αστροφεγγιά και το χρυσό της νύχτας φεγγάρι που με χαμόγελα λάμπει, φέγγει και φωτίζει ατέλειωτες βουνοκορφές που συνορεύουν με το γαλάζιο τ’ ουρανού στερέωμα και στο νυχτοπερπάτημα σε οδηγεί το λαμπερό φεγγάρι και η αστροφεγγιά και η νύχτα μετριέται με τον Αποσπερίτη και την Πούλια και το γλυκοχάραμα με τον Αυγερινό.
Δεν ζήσαμε το χαρούμενο ανασκίρτημα της φύσεως την άνοιξη, την καινούργια βλάστηση, την αιώνια αναγέννηση, ούτε τις φθινοπωρινές μελαγχολίες με τα ασύγκριτα εκείνα χαμόγελα σαν ανοιξιάτικα καλοκαίρια και ούτε το φαινομενικό θάνατο του χειμώνα με τα ολόασπρα ντυμένα έλατα σαν σύναξη ασπροφορεμένων δεσποτάδων, με τις σταυρωτές κορφές τους σαν κηροπήγια και κρουσταλένιους πολυελαίους.
      Εκείνο πάλι το μουντό σούρουπο τί σου λέει, όταν ματωμένος, θαμπός ο δίσκος του ήλιου χάνεται στα βάθη της δύσης, δείχνοντας πώς αργοπεθαίνει η μέρα ώσπου να ξαναφανεί στην ανατολή πάλι χρυσωμένος και λαμπερός, δείχνοντας πως γεννιέται και μεγαλώνει η καινούργια μέρα.
      Μεγάλη η σιωπή της νύχτας, γαληνεμένη νύχτα που το φεγγάρι, τ' ασημολύχναρο της γης, λάμπει φωτίζοντας τα τρίσβαθα της σκοτεινής νύχτας και τρέχει ώσπου να συναντήσει τη χλωμή αυγή και να χαθεί βαθιά στη μάνα του ήλιου που συνεχίζει το φωτισμό.
Έτσι ο ήλιος και το φεγγάρι, οι δυο αυτοί λαμπεροί διαβάτες τ' ουρανού, αλλάζουν αιώνια τη φρουρά τους. Άλλες φορές σύννεφα τα παίρνουν στην αγκαλιά τους και τρέχουν. Τρέχουν τόσο, που δεν ξέρεις ποιός τρέχει πιο πολύ, ο χρυσαφένιος δίσκος του φεγγαριού και του ήλιου, ή τα ολόασπρα σαν βαμβάκι σύννεφα.
Άλλο θαύμα αυτή η εναλλαγή με τη δύση του ήλιου το γλυκοχάραμα και την ανατολή, έτσι που με αστροφεγγιές ή βουρκωμένες κατασκότεινες νύχτες, με νυχτοπούλια και αγρίμια, λες και πρόκειται για συναυλία δαιμόνων και άλλοτε με την αστροφεγγιά και το λαμπρό φεγγάρι, μάγισσες χορεύουν με συναυλία αγγέλων. Εκεί τότε θα αντικρίσεις το στερέωμα γεμάτο από άστρα, την Πούλια, τον Αυγερινό και τον Αποσπερίτη, τα λετροπόδια, τη σιδηρωστιά, τα άχυρα του παπά, όπως λεν τον Γαλαξία, μαθαίνοντας τη λαϊκή αστρονομία. Και αν μείνεις στο αστροφέγγισμα, θα κατεβούν από τις σπηλιές στοιχειά, νεράιδες και η μάγισσα η Λάμια να σου κάμουν συντροφιά και να χαρούν τα μάτια σου αερικούς χορούς.
      Αυτές τις μαγευτικές νύχτες ο ποιητής τις έκανε τραγούδι, "την νύχτα βλέπεις όλα τ' αθώρητα που έστησε η πλάνα μέρα, βλέπεις των λόγγων τα φαντάσματα και τα λευκά στοιχειά των κάστρων, ακούς του λόγγου το ανάσασμα και το περπάτημα των άστρων".
Δεν ζήσαμε και δεν γνωρίσαμε όλοι τον τόπο κείνον που βουνά, λαγκάδια, βουνοκορφές και βουνοπλαγιές, δάση και δέντρα, νερά γάργαρα και αστείρευτες πηγές, διάσελα και μετερίζια, λιθαροσύρματα και ακρογιαλιές δαντελωτές, καθένα με τη δική του μαγεία και όλα μαζί σου γίνονται γνώριμα και φιλικά.
      Δεν χαρήκαμε την πράσινη μάγισσα της γης, τη χλόη, που με τα μυστικά της εργαστήρια στρώνει λουλουδοκέντητα χαλιά και αναδύοντας μύρα μας υποδέχεται φιλόξενα και χαρούμενα χωρίς υπολογισμούς, χωρίς υποκρισίες και ανταπόδοση. Διάσελα και κλεισούρες, μετερίζια κάστρα της κλεφτουργιάς, άψυχα και έμψυχα όλα γίνονται γνώριμα και ξαναζεί η ιστορία και ο θρύλος του τόπου μας και με τ' ανάλαφρο του έλατου και της βαλανιδιάς θρόισμα και της οξυάς το ρυθμικό αγέρι, συνθέτουν την υπέροχη εκείνη υπαίθρια ελληνική μυσταγωγία. Τότε κοντά στη φύση νιώθουμε την ταπεινότητα μας για τα θαυμάσια της θεϊκής τέχνης και του μεγαλείου του δημιουργού και τα χείλη μας αυθόρμητα ψιθυρίζουν αυτοσχέδια χερουβικά και αίνους. Και μέσ’  από τα βάθη της ψυχής μας μια αόρατη θρησκευτική ευλάβεια γεννιέται για τη δύναμη και τα έργα του παντοδύναμου δημιουργού που προέβλεψε από τη χαραυγή της γεννήσεως του κόσμου.
      Από τότε που ακούστηκε το ουράνιο πρόσταγμα "βλαστανέτω η γη χόρτον και ξύλον κάρπιμον και εξήνεγκεν η γη χόρτον και κάρπιμον, βοτάνην και χόρτον". Εκεί βρίσκουμε την γαλήνη της ζωής που τίποτε δεν την αναταράσσει παρά οι φύλακες του πιστού φύλακα, τα κρα-κρα του αιωνόβιου κόρακα και οι κρωγμοί από τα μεσουράνια των αετών στις περίτεχνες εξερευνήσεις τους. Ζεις με σύντροφο την πλούσια ορχήστρα του φτερωτού βασιλείου, το αδιάκοπο γρι-γρι του τριζονιού με συντροφιά την κουκουβάγια, τον γκιώνη, το χουχουλιό και λογής-λογής νυχτοπούλια, το ρυθμικό μονότονο κελάρισμα του νερού σε γάργαρες πηγές και περδικόβρυσες σε ρεματιές φιδίσιες και το γλυκοκελάιδισμα της πετροπέρδικας.
      Εκεί πραγματικά, όπως λέει ο ποιητής, "σε κοιμίζουν πέρδικες και σε ξυπνούν τ' αηδόνια". Σε όμορφες βουνοπλαγιές αχολογούν βελάσματα κι αντιλαλούν οι ράχες, οι λαγκαδιές, τα λιβάδια με αρμονική συμφωνία από το λιανοτράγουδο της βοσκοπούλας, τη φλογέρα του βοσκού και ταιριασμένα κυπροκούδουνα.
      Εκεί εγερτήριο σάλπισμα είναι το νυχτοσκάρισμα και τα ξυπνητήρια άσματα από λογής-λογής φτερωτούς μουσικούς και της πετροπέρδικας, που συνθέτουν τον γλυκύτερο όρθρο και αντικρίζεις ονειροπαρμένα ξημερώματα. Αυτά της φύσης τα μάγια μάγεψαν τον ποιητή και έκαμε το στίχο του "μάγεμα η φύση και όνειρο και ομορφιά και χάρη". Εμείς οι Ρουμελιώτες, προνομιούχοι από τη φύση, ανάμεσα στα άλλα μυστικά και μυστήρια της φύσης λαχταρούμε για μια ρουμελιώτικη αυγή όταν χρυσώνεται η ανατολή και γλυκοαγκαλιάζεται το φως με το σκοτάδι. Νοσταλγούμε τη Ρούμελη, αυτό που νοσταλγούσε ο Ρουμελιώτης βάρδος και λάτρης της μάνας μας γης "Τη μάνα μου τη Ρούμελη ν' αγνάντευα πως λαχταρώ".
      Η ανάμνηση μας φτερουγίζει σαν πεταλούδα στα παλιά, στην ήρεμη και γαληνεμένη ζωή του χωριού, μακριά από το σημερινό άγχος, την οχλοβοή, την αγωνία της ζωής και θέλουμε να πετάξουμε σαν αποδημητικά, να φθάσουμε εκεί κοντά στη φύση όπου "παν δώρημα τέλειον, άνωθεν εστί καταβαίνον". Μακάριοι όσοι διακονούν το ναό της φύσης. Εμείς, άλλοι ταξιδεύουμε με τα φτερά της φαντασίας μας σε βουνά και σ' ακρογιάλια, σε φαράγγια, σε λαγκαδιές και βρυσούλες ψάλλοντας νοερά τον εσπερινό και τον εωθινό ύμνο της φύσης και αναδεύεται η ψυχή μας, άλλοι ταξιδεύουν να γνωρίσουν ξένους τόπους, ξένα μέρη, αφού δεν γνώρισαν τον τόπο της γεννήσεως τους.
      Όλοι μαζί ας πρωτοπορήσουμε σε γενική εξόρμηση και σταυροφορία, να χαρούμε και να γνωρίσουμε τον τόπο μας, τη φάτνη της γεννήσεως μας, που δεν μας απαρνιέται χειμώνα καλοκαίρι και κάθε φορά με της εποχής τη φορεσιά μας περιμένει ανυπόκριτα και καλοδεχτικά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: