TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2011

Το ανέβασμα των κοπαδιών


ΤΟ ΑΝΕΒΑΣΜΑ ΤΩΝ ΚΟΠΑΔΙΩΝ
του Γιάννη Αν. Σαντάρμη
                                Γαλάζιος είναι ο ουρανός, ούτ' ένα δαχτυλίδι
                                από καθάριο σύγνεφο δε ζώνει τη ραχούλα,
                                φέρνει χελιδονίσματα της άνοιξης τ' αγέρι,
                                 λιώνουν τα χιόνια στα βουνά, οι βρύσες ξεθολώνουν,
                                βγαίνουν τα ζούδια απ' τις μονιές, φωλιάζουν τ' αγριοπούλια
                                και τα κοπάδια στα βουνά οι μπιστικοί ανεβάζουν.
                                -Τοιμάσου, γερο-Παρασσέ κι εσύ Λιάκουρα, αντάμα, 
                               τοιμάστε τα τσαρδάκια σας, τις στάνες, τα μαντριά σας,                                             
                                τι οι τσελιγκάδες κίνησαν κι έρχονται από τους κάμπους.
                                Φεύγουν άλλοι απ' τη Λειβαδιά, απ' την Αράχωβα άλλοι,
                                κινάνε άλλοι από το Δαδί κι από το Γαλαξίδι
                                κι από Γραβιά και Σάλωνα και Θήβα και Ταλάντι.
                                Κάθε τσοπάνης κουβαλά δικό του ένα κοπάδι,
                                άλλος κοπάδι πρόβατα κι άλλος κοπάδι γίδια.
                                 Τα ζωντανά τραβά ο Σκορδάς στα πλάγια της Βαρσάμως,
                                ο Αλκαίτης φέρνει τα στο Τρύπιο το Λιθάρι,
                                απάνω στη Σκοτείνιανη σκαλώνει τα ο Τομάρας,
                                στο Γεροντόβραχο ο Λιγδής, στην Τσιάρεση ο Φαρφάλας,
                                ο Λάμαρης ανηφορεί για το Γαϊδουρογκρέμι,
                                ο Γρες πάει, όπως πέρυσι, στον Κάκαβο και φέτο,
                                Πανελογιώργος και Μανές στη Βρίζα τ' ανεβάζουν
                                κι Αντρίτσος και Τσιμπλόγιαννος και Κούτρος και Βελέντζας
                                θα πιάσουνε τα Ισιώματα, θα πέσουν στα Καρκάρια,
                                που βοσκοτόπια είναι πολλά κι αμαλαγιά περίσσια.
                                Όλες οι στάνες φύγανε κι όλα τα τσελιγκάτα,
                                μόν' η κοπή του Κατσαβού δεν ξεκινάει ακόμα,
                                γιατί θα πάει αυτός ψηλά, κατάκορφα θ' ανέβει
                                κι εκεί κρέμονται κρούσταλλα κι είν' άλιωτα τα χιόνια.
                                Ο πρώτος αρχιτσέλιγκας, σα μέγας που 'ναι αφέντης,
                                μπροστά-μπροστά πορεύεται καβάλα σ' άλογο άσπρο,
                                που 'χει τα γκέμια ολόχρυσα, τα πέταλα ασημένια,
                                που 'χει σαμαροσκούτι του πανώρια μαντανία,
                                που 'χει κι αυτός κάπα μακριά, πρατόμαλλα τσουράπια.
                                τσαρούχια ακόμα φουντωτά με μια απαλάμη φούντα,
                                τετράψηλο στραβόραβδο, που κρούει μέχρι το χώμα
                               και δυο τρανά μαντρόσκυλα δεξιά του και ζερβά του.
                               Κι ακολουθάνε από κοντά και τ' άλλα τα κοπάδια.
                               Παν τα γκεσέμια από μπροστά, ξοπίσω τα μπουλούκια
                               και παραπίσω τα σκυλιά με τη χοντρή χανάκα,
                               στερνά οι βλάχοι περπατάν μ' ανάλαφρο ποδάρι,
                               τραβάν κι οι βλάχες πλάγι τους και τα βλαχόπουλα όλα,
                              άλλες τις χαλκοκούδουνες τις μούλες σαλαγάνε,
                              που 'χουν τα σέα τα βλάχικα κι όλα τα καρδαμπίκια,
                              άλλες τη ρόκα γνέθουνε κι όλο γυρνάν τ' αδράχτι,
                              σιγά έρχονται κι οι νιόγεννες και κουβαλάν στον ώμο
                              βυζασταρούδι ζαλωτό, μικρό παιδί στη νάκα.
                              Ένα βουητό ασίγαστο σκορπιέται απ' τα κουδούνια,
                              πότε βελάζουν πρόβατα, πότε βελάζουν γίδια,
                              πότε γαυγίζουν τα σκυλιά κι απ' το πολύ αχολόγι
                              εδώ προγκάει κάνας λαγός, εκεί πετά κοτσύφι,
                              κι αλλού ξάφνου ξαφνιάζονται και φεύγουν τα ζουλάπια
                              και τα κουνάβια κρύβονται στις δέντρινες κουφάλες.
                              Σηκώνεται άσπρος κουρνιαχτός από το ποδοκόπι
                              κι όπως χύνεται διάπλατα κι ανάγερα ανεβαίνει,
                              το πλήθος μαρτυρά απ' τα ζα στο μάκρεμα της στράτας.
                              Κάποτε κάνας τσέλιγκας στους μπιστικούς του λέει.
                               -Σαλάγα, Λια, τη γέρικη που ξώμεινε πρατίνα,
                               πρόγκα το, Σιούλα, το λισβό, που στέκεται και ξυέται
                               και ρίξε κάνα βήσσαλο στη ζάβαλη βετούλα,
                              που σταματάει και τρώει χλωρό κλαρί από τα παλιούρια,
                              τι η στράτα ακόμα είναι πολλή, ψηλά τα βοσκοτόπια.
                      -Εγώ το έρμο το βαρώ, μα εκείνο δε μ' ακούει.
                      -Σκούξε, μωρέ, που το τηράς και που το λιβανίζεις.
                      -Ξεκίνα, γίδι ανάποδο, τι σου αμολάω την γκλίτσα,
                      -θα ξεκολλήσει το κλαρί, θα σπάσει το παλιούρι,
                             και θα βρεθείς στο ζάστανο, θα πέσεις στη σωκήπα
                             και θα χιλιοκομματιαστείς στην άπατη τη σάρα.
                             Κι ακούς αλλού σαλαγητά κι ακούς αλλού ματσούκια
                             κι ακούς άγρια ξαμώματα και σκούξιμο περίσσιο.
                              - Τσαπ, τσαπ, τραγιά ρογκάτσικα, ιστ, ιστ, βαρβάτα κριάρια,
                              που κάθεστε μισοστρατίς κι ένα τ' άλλο κουντράει.
                              Κι όπου 'ναι γκούρες καθαρές κι από ρουπάκια ίσκιος,
                              μια στάλα εκεί κοντοκρατάν, παίρνουνε λίγη ανάσα
                              κι όσο να πιούνε κρύο νερό, απ' όλους τότε ένας
                              ξεβγάνει από τον κόρφο του φλογέρα καλαμένια
                              και παίζει ολόχαρο σκοπό κι όταν η νύχτα πέσει,
                              τρανές ανάβουνε φωτιές κι εκεί χάμου που γέρνουν
                              τους νανουρίζει ολόγλυκα της ερημιάς τ' αηδόνι.
                              Και με τ' αηδόνι το στερνό, την τελευταία τη νύχτα,
                              ο Παρνασσός τους δέχεται και τους καλωσορίζει
                              με χίλια δυο αρώματα, με χίλια δυο τραγούδια,
                              μ' αρώματα από τ' άνθια του, μ' αχούς απ' τα πουλιά του
                              και με τη γλυκολάλητη γαργάρα απ' τις πηγές του.
                              Κι ετοίμασε τους λόγγους του με περισσό ροδάμι,
                              έστρωσε τα λιβάδια του με πλούσια μαραβίτσα
                              και τα σπληθάρια γιόμωσε με κρούσταλλα και χιόνια,
                              για να 'χουν χλόη τα πρόβατα, να 'χουν κλαρί τα γίδια,
                              να 'χουν και δροσερό νερό, να ξεδιψάν, να πίνουν.
                              Κι εκεί που ξεπεζεύουνε κι εκεί που μέσα μπαίνουν,
                              που ξεπεζεύουν στους βορούς, που μπαίνουν στις καλύβες,
                              εύχεται ο αρχιτσέλιγκας στους βλάχους πέρα ως πέρα.
                       -Καλό ξεκαλοκαίριασμα, παιδιά, ο Θεός να δώκει.
                       -Καλό μαξούλι, τσέλιγκα, καλή σοδειά και φέτο,
                              τυρί να ρίξουμε στ' ασκιά, μυτζήθρα στις τσαντήλες
                              και κάδες να γιομώσουμε με βούτυρο γιδίσιο.

Γλωσσάρι
αμαλαγιά, η = άφθονο κι αβόσκητο χορτάρι.
βετούλα, η = μονόχρονο θηλυκό κατσίκι.
βήσσαλο, το = κομμάτι από κεραμίδι, πέτρα που τη χωρά η χούφτα.
βορός, ο = περιφραγμένη αυλή σε μαντρί ή σπίτι.
γκεσέμι, το = το κριάρι ή το τραγί που οδηγεί το κοπάδι, σουρτάρης.
γκούρα, η = πηγή που αναβλύζει, ανάβρα.
ζάβαλη, η = ιδιότροπη, ανάποδη, ιδιόρρυθμη.
ζαλωτό, το = αυτό που είναι φορτωμένο στην πλάτη ή στους ώμους.
ζάστανος, ο = στενή λωρίδα γης που δημιουργεί εσώκηπο ανάμεσα σε βράχους που βρίσκεται
       σ' απόκρημνο μέρος, σωκήπα, ζιονάγκα, βράχιασμα, βραχοζουνάρι.
ζούδι, το = αγρίμι του βουνού.
κάδη, η = μεγάλο ξύλινο δοχείο, σαν βαρέλι, στενό κάτω και φαρδύ επάνω, για την τοποθέτηση
      καρπών, τυριού ή για διάφορες χρήσεις,
καρδαμπίκια. τα = όλα τ' αντικείμενα του βλάχικου νοικοκυριού.
κοπή, η = κοπάδι.
κουντρώ (για ζώα) = κτυπώ με τα κέρατα, κερατίζω, κριαρώνω.
κρούω = αγγίζω, πιάνω.
λισβό, το = αδύνατο.
μαξούλι, το = η ετήσια σοδειά όλων των προϊόντων της στάνης.
μαραβίτσα, η = λεπτό κοντόσωμο χορτάρι.
μονιά, η = η κατοικία του αγριμιού.
μούλα, η = θηλυκό μουλάρι.
νάκα, η = ελαφριά κούνια μικρού παιδιού, που αποτελείται από πέτσινο πάτο, στου οποίου τις
     μακρύτερες πλευρές είναι περασμένοι δυο ξύλινοι άξονες, στις δυο δε άκρες των ξύλων είναι
     προσδεμένο σχοι­νί, που χρησιμεύει να φορτώνεται η κούνια στην πλάτη, ανεμόκουνα.
ξάμωμα, το = χειρονόμημα απλωτό και με φοβέρα.
παλιούρι, το = θάμνος με ένα στέλεχος και διακλαδώσεις και με μακριά μονοβέλονα αγκάθια,
     κατάλληλος για περιφράξεις, αρπάκι.
πρατίνα, η = προβατίνα.
ρογγάτσικο, το = κριάρι ή τραγί που του αφαιρέθηκε ο σπερματικός λώρος και δεν έχει γενετήριο
     οργασμό.
ροδάμι, το = ο τρυφερός πυρόξανθος βλαστός του πουρναριού την άνοι­ξη, ξεφύλλι.
ρουπάκι, το = είδος βελανιδιάς (χνοώδης δρυς) με ωραία μικρά στενά φύλλα, που έχουν ελαφρό
      χνούδι στο κάτω μέρος, ημερόδεντρο, ημεράδι, γρανίτσα.
σαλαγώ = κατευθύνω με φωνές ή σφυρίγματα το κοπάδι των ζώων.
σάρα, η = άδενδρος κατωφερής τόπος που τροφοδοτείται με πέτρες κάθε μεγέθους από την
      αποσάθρωση των υπερκείμενων βράχων.
σκαλώνω = αναρριχιέμαι, ανεβαίνω.
σπληθάρι, το = φυσικό κοίλωμα που βαστά νερό, απ' όπου υδρεύονται τα αγρίμια του λόγγου, σπληθί.
τσαρδάκι, το = κιόσκι σκεπασμένο με κλαδιά δένδρων, τσαρδάκα.
χανάκα, η = πέτσινος πλατύς λαιμοδέτης για σκυλιά εξοπλισμένος με μεταλλικά σφαιρίδια.









Δεν υπάρχουν σχόλια: