TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2011

Αποθέωση Ηρακλή

ΑΠΟΘΕΩΣΗ ΗΡΑΚΛΗ
του Ευθύμιου Χριστόπουλου από το βιβλίο του:
«ΗΡΑΚΛΕΙΑΔΑ»
               Ο Αλκείδης τη Δηιάνειρα στον Κύηκα αφήνει
               και με Αρκάδες φίλους του γυρίζει εκεί τριγύρω,
               άλλοτε αποδίδοντας επαίνους σε συμμάχους,
               άλλοτε κάνοντας λαμπρές ιεροτελεστίες,
               κι άλλοτε καθαρίζοντας λογαριασμούς αρχαίους.
               Έστησε έτσι έναν βωμό στο Δία τον Πατρώο
               στο ακρωτήριο Κύναιο της Εύβοιας κι εσκέφθη
               θυσίες ευχαριστήριες και για την Οιχαλία
               να κάνει και γι' αυτή, που μπόρεσε να πάρει.
               Το φίλο Λίχα φώναξε μετά και αποστέλει
               στη Δηιάνειρα ψηλά εκεί εις την Τραχίνα
               έναν καινούργιο όμορφο χιτώνα να του φέρει
               μιας κι έτσι επιβαλλότανε για τους θεούς θυσίες
               σε όποιον έκανε αυτές καθάριες για να είναι.
               Η Δηιάνειρα το 'ξερε πως είχε ερωμένες,
               κι ας είχε, δεν την πείραζε. Σ' αυτή ξαναγυρνούσε,
               αφού απόφαση αυτή, καλά το είχε πάρει
               να τα ανέχεται εκεί όλα του τα παιχνίδια.
               Μα σαν αντίκρισε κι αυτή εκείνη την Ιόλη,
               η ζήλια τότε ξύπνησε μέσα της πυρωμένη,
               κι αν και λυπήθηκε για αυτή, για όσα είχε πάθει,
               σκέφτηκε την εκδίκηση να πάρει απ' την Ιόλη,
               σκεπτόμενη τότε γι' αυτό την προτροπή του Νέσσου.
               Κι όταν ο Λίχας ζήτησε καινούργιο έναν χιτώνα,
               αμέσως πήρε μυστικά και έβγαλε το αίμα
               που είχε μες στον κύλικα και άλειψε μ' εκείνο
               ένα πανί και με αυτό έτριψε το χιτώνα.
               Στο Λίχα τον παρέδωσε και είπε να προσέξει
               να μην τον δει ηλίου φως πριν τον φόρεσ' Αλκείδης.
               Κι ο Λίχας με το τέθριππο που είχε, εξαφανίσθη.
               Μπαίνοντας μέσα αυτή μετά, σαν χάθηκε ο Λίχας,
               με σκέψεις αδιόρατες, είδε με έκπληξη της
               το ύφασμα να φλέγεται, πυκνούς καπνούς να βγάζει
               κόκκινους, κίτρινους και μπλε ανάμεσα στις πλάκες
               σ' εκείνες όπου λίγο πριν το είχε πεταγμένο.
               Ευθύς την εξαπάτηση του Νέσσου τότε νιώθει
               κι ότι κινδύνευε πολύ ο Ηρακλής με τούτο.
               Έστειλ' αμέσως κήρυκα το Λίχα να προλάβει
               για να γλιτώσει το κακό που έβλεπε μπροστά της,
               μα δυστυχώς ο κήρυκας έφτασ' αργά κεί πέρα
               όταν ο Αλκείδης είχε πια φορέσει το χιτώνα
               και δώδεκα αψεγάδιαστους θυσίαζ' εκεί ταύρους,
               ως «απαρχές» από εκατό που είχε προσκομίσει.
               Την ώρα όμως στις σπονδές που πρόσφερε τον οίνο
               και πάνω εκεί εις τη φωτιά έριχνε το λιβάνι,
               έβγαλε μια σπαρακτική κραυγή πολύ μεγάλη
               γιατί απ' τη θερμότητα το δηλητήριο τότε
               Ύδρας και Νέσσου άρχισε εκεί να κατατρώει
                τις σάρκες, που επάνω τους εφάρμοζε σφιγμένα
                κι όσο η ώρα πέρναγε πιο δυνατός γινόταν
                ο πόνος, που τα όρια της αντοχής περνούσε.
                Ουρλιάζοντας και χάνοντας έλεγχο πράξεων του
                γκρέμιζε ό,τι όρθιο έβρισκε 'κεί μπροστά του.
                Τον δε χιτώνα κολλητό πού 'χε πάνω στις σάρκες
                να κομματιάσει πάσχισε και να τον ξεκολλήσει,
                είδε πως ήταν έτσι αυτός, που έβγαιναν μαζί του
                σάρκες ομού με ύφασμα, μέχρι τα κόκκαλά του.
                Απελπισμένος έτρεξε και σε ποτάμι πέφτει
                που ήτανε εκεί κοντά, κι αυτό από τη φλόγα,
                έγινε πέρασμα καυτό το είπαν Θερμοπύλες.
                Καθώς ο πόνος σούβλιζε, είδε εκεί το Λίχα
                να κάθεται παράμερα βουβός και φοβισμένος,
                τον άρπαξε, τον γύρισε δυο τρεις φορές επάνω
                απ' το κεφάλι του, κι ένα του δίνει πέταγμα
                στον Βόρειο Ευβοϊκό, που έπεσε και μένουν
                έξω από τη θάλασσα νησιά μαρμαρωμένα,
                έτσι που τό 'να «Στρογγυλή» λένε, το πιο σπουδαίο,
                που φαίνεται σαν κεφαλή σώματος σκορπισμένου
                και όλα τ' άλλα γύρω του «Λιχάδες» ονομάζουν.
                Κι ενώ ο στρατός από κοντά τον βλέπει να υποφέρει
                χωρίς κανείς και να μπορεί για να τον βοηθήσει,
                τον Ύλλα τότε προσκαλεί κοντά του, τον προστάζει
                να μεταφέρει αυτόν εκεί που μόνος θα μπορούσε
                ήρεμα μα και ήσυχα το βίο θα τελευτούσε.
                Ο Ύλλας τον μετέφερε ψηλά εις την Τραχίνα
                μήπως και με ελλέβορο τον γιάτρευε 'κεί πάνω,
                μιας και η χρήση του φυτού θαυματουργούσε τότε,
                που ήταν στην περιοχή η καλλιέργεια
                του ξεχωριστή, που γιάτρευε κάθε πληγή και πόνο.
                Σε Ιόλαο, Λικύμνιο, Μαντείο είχε προβλέψει
                τόπος της δόξας του Ηρακλή, θα ήταν η Τραχίνα.
                Η Δηιάνειρα βλέποντας το τι κακό είχε κάνει,
                μ' απόγνωση και ενοχή, κρεμάστηκ' εκεί πάνω
                κι έτσι η έγνοια του Ηρακλή για να την τιμωρήσει
                δεν πραγματοποιήθηκε. Σαν έμαθε απ' τον Ύλλα
                ότι αθώα ήτανε, θύμα κι αυτή πλεκτάνης
                του Κενταύρου του Νέσσου, από καρδιάς συγχώρησε.
                Ζήτησε τότε ο Ηρακλής να μαζευτούν οι γιοι του
                με την Αλκμήνη, μάνα του, ν' ακούσουν εντολές του.
                Μα επειδή ήταν πολλοί στην Τίρυνθα, στη Θήβα
                και μόνο ο Ύλλας ήτανε, σ' αυτόν αποκαλύπτει
                εκείνον τον παλαιό χρησμό που είπε το Μαντείο
                ότι: «κανείς ποτέ εκεί δεν θα δολοφονούσε
                τότε θνητός τον Ηρακλή, μόνο νεκρός εχθρός του
                είναι το πεπρωμένο του», το Νέσσο εννοώντας.
                Και λέγοντας τότε αυτά, ο Ηρακλής ζητάει
                στην πιο ψηλή την κορυφή της Οίτης να τον πάει
                ο γιος του μόνος, και φωτιά ν' ανάψει να τον κάψει
                χωρίς θρήνους και κλάματα, ούτε και μοιρολόγια.
                Να παντρευτεί τον ώρκισε εκείνος την Ιόλη.
                Μετά απ' την υπόσχεση του Ύλλα, μεταφέρουν
                τον Ηρακλή, στην πιο ψηλή την κορυφή της Οίτης,
                εκεί, όπου χαιρέταγε ο ήλιος την ημέρα
                και πρώτη καλημέριζε το άλλο πρωινό της.
                Και όταν τελειώσανε τις προετοιμασίες,
                μόνον αφήνουν ν' ανεβεί στον τόπο της θυσίας
                κι ούτε κανείς και την πυρά επιχειρεί ν' ανάψει.
                Ενός περαστικού βοσκού, του Ποία, το παιδί του,
                το Φιλοκτήτη, έβαλαν και την πυρά ν' ανάψει,
                γι' αυτό ο Αλκείδης δώρισε, να τον ευχαριστήσει,
                το τόξο, τα φαρμακερά τα βέλη, τη φαρέτρα,
                στις μάχες που τα είχε αυτός του Τρωικού πολέμου.
                Μόλις οι φλόγες άρχισαν εκεί να ζωντανεύουν,
                τη λεοντή του άπλωσε εις την πυρά επάνω,
                βάζοντας και στην κορυφή το ρόπαλο ο Αλκείδης
                σαν μαξιλάρι, ξάπλωσε όλος ευδαιμονία.
                Ύστερα, κάποιες αστραπές στον ουρανό φανήκαν
                κι ένας μεγάλος κεραυνός πέφτει εκεί επάνω
                κι έγινε στάχτη φωτιά. Ο Ηρακλής εχάθη...

                Στον τόπο όπου έπεσε ο κεραυνός του Δία,
                λίγο πιο κει απ' την πυρά, που ο Ηρακλής εκάη,
                ευθύς ανάβλυσε πηγή, πολύ νερό, ποτάμι,
                που καταπίνει σπήλαιο βαθύ, η Καταβόθρα
                και που το βγάζει στην πηγή, κάτω, Γοργοποτάμου.
                Στο σπήλαιο μέσα αν θα μπει για λίγο στρατοκόπος
                μία δροσιά αισθάνεται να τον περιτυλίγει,
                σαν ένα χάιδεμα γλυκό, σαν μια πνοή τ' Αλκείδη
                πού 'ρχεται σαν χαιρετισμός στον κάθε επισκέπτη.

                Ο Δίας εις τον Όλυμπο, με τους θεούς αντάμα,
                καμάρωνε περίτρανα που ο γιος γενναία τόσο
                φέρθηκε. Και είπε: «Η αθάνατη του Ηρακλή πλευρά,
                από το θάνατο καλά ήταν ασφαλισμένη»,
                γι' αυτό ας τον καλωσόριζαν στον Όλυμπο επάνω.
                Κι ο Ζευς ακόμη πρόσταξε να τον υιοθετήσει
                η Ήρα, σαν δικό της γιο. Το δέχτηκε εκείνη,
                γιατί θα εξασφάλιζε έτσι την ανοχή του.
                Την όμορφη την κόρη της, την Ήβη, για γυναίκα
                τού 'δωσε και δυο γιους Αλεξιάρη, Ανίκητο,
                οι δύο τους απόχτησαν, κι ευτυχισμένοι έμειναν.

                Στο ύψωμα που πάνω του ανάφτηκε η φωτιά
                περίλαμπρος ναός χτίστηκε μετά χρόνια
                σε μνήμη του Ηλιακού του ήρωα Αλκείδη
                και λίγο εκεί λειτούργησε Μαντείο του Ηρακλή.

                Σήμερα και στο ύψωμα, στο ίδιο όπως υπάρχει,
                των κυνηγών ορίστηκε σύναξη, που κρατάει,
                και ο ήλιος κατεβαίνοντας να φύγει για τη νύχτα,
                το τελευταίο είναι αυτό, που αποχαιρετάει.

               Ο γιος Αιγίνης και Άκτορα, Μενοίτιος που ήταν
               πατέρας και του Πάτροκλου, Οπούντιος Λοκρός,
               θυσίασε στον Ηρακλή, και πρώτος είχ' ορίσει
               λατρεία για τον Ηρακλή ως ήρωα μεγάλο,
               σ' Οπούντα, την πρωτεύουσα Λοκρων των Οπουντίων
               και από εκεί απλώθηκε σε όλη τη Λοκρίδα.
               Δεν άργησαν τον Ηρακλή να τον αναγνωρίσουν
               ως Ήρωα Ηλιακό κι έτσι να παραμείνει
               στους Δωριείς όλης της γης, Ηλιακός θεός,
               που λάτρευαν και σε Ναούς και σε Μαντεία ακόμα,
               με σύμβολο του νά χει αυτός του Ήλιου το στεφάνι.

               Και στη Λαμία πολύ μετά τον αποκατάστησαν:
               το δρόμο που την είσοδο έφερν' απ' τη Στυλίδα
               και οδηγούσε από 'κεί πλατεία Ομονοίας,
               πλατεία Διάκου και μετά στα δυτικά τραβούσε,
               ονόμασαν τιμητικά οδό του Ηρακλέους.
               Καποδιστρίου σήμερα και Καραγιαννοπούλου,
               πλατεία Ομονοίας, ή πλατεία πάρκου ή Τσολιά
               (Εφημερίς Λαμίας "Ευνομία" 18 Απρ. 1877.)

               Τα στάδια κάθε ψυχή πρέπει να τα περάσει,
               να ιδεί την ολοκλήρωση του Πνεύματος, της Γνώσης,
               ώστε να βρει απαντοχή, στήριγμα, προστασία,
               κι ευδαιμονία να χαρεί με την Αθανασία.

               Έτσι θα πρέπει η ζωή να είναι κάθε ανθρώπου
               για επικράτηση Τιμήςκαι , Δικαίου Αγάπης:
               Εφαρμογή υποταγής, άσκηση της υπακοής,
               δοκιμασία υπομονής κι επιβολή της Ηθικής.

Απομεινάρια του ναού λατρείας του Ηρακλή στην Πυρά Οίτης



Δεν υπάρχουν σχόλια: