TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2011

Οι περί τον Τυμφρηστόν οικούντες

Οι περί τον Τυμφρηστόν οικούντες και η Ζημιανή (Δίκαστρο) στην Τουρκοκρατία
Λεωνίδας Ιωάννου Καρφής
Αντιστράτηγος ΕΛ-ΑΣ ε.α. Πτυχιούχος Νομικής Σχολής

Ο όρος «περί τον Τυμφρηστόν οικούντες» διατυπώθηκε από τον ιστο­ρικό και λόγιο Δημήτριο Αινιάνα, για να προσδιορίζει ιστορικά τους ανατολικά του Τυμφρηστού κατοίκους των Αγράφων. «Περί τον Τυμ­φρηστόν οικούντες», κατά τον Αινιάνα, είναι οι κάτοικοι των χωριών Μαυρίλου, Κάψης (Τυμφρηστός), Νεοχωρίου, Παλαιοκάστρου, Μερκάδας, Πιτσιωτάς, Περιβλέπτου, Ζιώψης (Άγιος Γεώργιος) και Ζημιανής (Δικάστρου). Ο όρος δεν αμφισβητήθηκε και καθιερώθηκε από την ιστορική έρευνα.
Η περιοχή Τυμφρηστού είναι ορεινή, σχηματίζει διάβαση και ήταν σπουδαίο «στρατιωτικό σημείο» μετα­ξύ Ανατολικής και Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Έχει εξαιρετικούς βοσκότοπους, που εκμισθώνονταν κατά την Βυζαντινή  περίοδο σε κτηνοτρόφους οι οποίοι  αποκαλούνταν κουτσόΒλαχοι ή Βλάχοι Τυμφρηστού και τα χωριά τους είχαν την κοινή ονομασία «Βλαχοχώρια». Ήταν και τόπος καταφυγής και απόκρυψης ληστών και ζωοκλεπτών.
Οι κάτοικοι της, απόγονοι των Δολόπων, ήταν λαός κτηνοτροφικός, πολεμικός, ελεύθερος και ανυπότακτος. Υπεράσπιζαν τους βοσκότο­πους, προστάτευαν τα κοπάδια τους από τους ληστές και ζωοκλέπτες, αλλά επέδραμαν και προς τις πεδινές περιοχές του Σπερχειού και Θεσ­σαλίας, για αρπαγή κυρίως αγροτικών προϊόντων. Έτσι, είχαν αποκτήσει μια στοιχειώδη «πολεμική και αμυντική υποδομή και εμπειρία».
Ο περιηγητής Βενιαμίν, ο οποίος διήλθε το 1196, από την Υπάτη, έγραψε: «ενταύθα άρχεται η Βαλαχία (Βλαχία), ής οι κάτοικοι διαμένουσι επί των ορέων... ούτοι καταβαίνοντες εκ των ορέων, λεηλατούσι την χώραν και λάφυρα αρπάζουσι... είναι δυσπολέμητοι, υπ’ ούδενός άχρι τούδε ενικήθησαν και διά το απροσπέλατον των τόπων, εν οίς οικούσιν... ούτοι δεν είναι ούτε χριστιανοί, ούτε Εβραίοι, εις τούτους ουδένα τύπον θρησκείας διέγνωσα... ».
Από τη μαρτυρία αυτή καταγράφω τέσσερα ιστορικά και ιδιότυπα στοιχεία: «οι περί τον Τυμφρηστόν οικούντες», κατά την Υστερο-Βυζαντινή περίοδο, περίοδο προ της Τουρκοκρατίας, ήταν δυσπολέμητοι, δεν νικήθηκαν ποτέ, η περιοχή τους ήταν απροσπέλαστη στους εχθρούς και δεν είχαν καμιά θρησκεία.
Επιδρομές - Αποδιώξεις Τούρκων
     Οι επιδρομές των Τούρκων στα χωριά Τυμφρηστού άρχισαν προ της αλώσεως της Κων/πόλεως. Οι Τούρκοι, από το 1393, μετά την νίκη τους κατά των Σέρβων στη μάχη του Κοσσυφοπεδίου, άρχισαν τις επιδρομές τους κατά της Ελλάδας για τον εξισλαμισμό και την στρατολόγηση των κατοίκων της, «προς ενίσχυσιν των δυνάμεων των και εκπλήρωσιν του απώτερου σκοπού των, της αλώσεως της Κων/πόλεως».
Επέδραμαν κατά της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας, «γενόμενοι κύριοι των Νέων Πατρών (Υπάτης)», κατά τα έτη 1393-1402 με αρχηγό τον Βαγιαζίτ Α', 1414-1416 με αρχηγό τον Μωάμεθ Α', 1423 με αρχηγό τον Τουρχάν Πασά και 1446, με αρχηγούς τους Ομάρ Πασά και τον Τουρχάν Πασά και συνέχισαν τις επιδρομές τους και μετά την άλωση της Κων/πόλεως, το 1453.
Ο λόγιος Ι. Βορτσέλας, από το Παλαιόκαστρο, γράφει ότι, κατά τις επιδρομές των Τούρκων «εγένετο πάταγος και όστις ήθελε επιζήσει, όφειλε να παραδοθεί εις την αιχμαλωσίαν και τον εξισλαμισμόν» και ο ιστορικός Λαόνικος Χαλκοκονδύλης αναφέρει, ότι οι Τούρκοι το 1393 «κατέσκαψαν» την πόλη των Νέων Πατρών (Υπάτη).
     Οι κάτοικοι των πεδινών περιοχών της επισκοπής Νέων Πατρών αναγκάσθηκαν πολλές φορές από το 1393, αλλά κυρίως μετά το 1453, να προσφύγουν στην «απροσπέλαστη» περιοχή Τυμφρηστού, όπου μπορούσαν να «διασωθούν από την αιχμαλωσία και τον εξισλαμισμό», αλλά και να πολεμήσουν τους Τούρκους. Έτσι, η περιοχή Τυμφρηστού έγινε τόπος ταφυγής των χριστιανών και επιδρομών των Τούρκων. Οι «δυσπολέμητοι» κάτοικοι   των χωριών Τυμφρηστού    επέτυχαν, «πολεμούντες προς τους Τούρκους», να διατηρήσουν την περιοχή και τα χωριά τους «αδούλωτα και ελεύθερα». Ο Δ. Αινιάν γράφει, ότι «οι περί τον Τυμφρηστόν οικούντες επέδειξαν αξιέπαινη διαγωγή, κατά τας μετά την άλωσιν της Κων/πόλεως και τας μετά ταύτα προς υποδούλωσιν αυτών εκστρατείας των Οθωμανών, πολλάκις επολέμησαν τους Τούρκους και τους απεδίωξαν της πατρίδος των...».
     Κέντρα των πολέμων κατά των Τούρκων ήταν τα κάστρα, που ελέγχουν την περιοχή και διάβαση Τυμφρηστού και κυρίως τα κάστρα της Ζημιανής, τα οποία και έλαβαν προς τιμήν των αμυντόρων τους τις τοπωμίες «κάστρο κουτσο-Νίκα» και «κάστρο κορφή-Τσούκα». Είναι τα αδιάσειστα και αδιάψευστα ιστορικά στοιχεία, που επιμαρτυρούν τους ηρωικούς πολέμους των κατοίκων Τυμφρηστού εναντίον των Τούρκων. 
  Σχέδιο των Τούρκων - Συμβιβασμός.  
Οι πόλεμοι των κατοίκων Τυμφρηστού εξανάγκασαν τους Τούρκους,  να προτείνουν το πάγιο στρατηγικό τους σχέδιο, το οποίο συνήθιζαν να εφαρμόζουν προς τους λαούς που αδυνατούσαν να υποτάξουν: να προτείνουν τον συμβιβασμό, έναντι πληρωμής φόρου υποτέλειας. Ο αρχαιολόγος Ι. Γιαννόπουλος υποστηρίζει, ότι «οι Οθωμανοί ηναγκάσθησαν να αγνωρίσωσιν τους κατοίκους Τυμφρηστού-Αγράφων...».
      Ο συμβιβασμός περιελάμβανε δυο πάγιους στόχους. «Αρχικός στόχος ήταν η παραδοχή από τους κατοίκους Τυμφρηστού της τουρκικής εξουσίας, έναντι της παροχής των προνομίων  της αυτοδιοίκησης και της πληρωμής φόρου (κατ'αποκοπήν) και «επόμενος», η υποδούλωσή τους, σε χρόνο εξαρτημένο από τις τοπικές συγκυρίες και τις παρεχόμενες ευκαιρίες.
«Οι περί τον Τυμφρηστόν οικούντες» αναφέρει ο Δ. Αινιάν, «μη δυνάμενοι να διατηρώνται καλώς άνευ της συγκοινωνίας μετά των εν τη πεδιάδι χωρίων, άτινα είχαν ήδη καθυποτάξει οι Τούρκοι, παραδέχθη­καν την τουρκικήν εξουσίαν» και αποδέχθηκαν τον συμβιβασμό τους......
Διευκρινίζοντας τις αιτίες του συμβιβασμού ο Δ. Αινιάν διατυπώνει την άποψη, ότι «μια των κυριοτέρων αιτιών του συμβιβασμού τούτου υπήρξεν και το ότι οι κάτοικοι του Τυμφρηστού και των πέριξ κοινοτή­των εσυνήθιζον να μεταβαίνουσι εις την Κων/πολιν και εκεί να εμπο­ρεύονται ή να μετέρχονται τέχνας τινας, εξ ών επορίζοντο τα προς το ζήν και πολλάκις επέκτων και σημαντικός περιουσίας».
Η άποψη είναι αδιαμφισβήτητη, καθώς ο Δ. Αινιάν, κατάγεται από το Μαυρίλο, σπούδασε και έζησε στην Κων/πολη και έτσι γνώριζε τις συνήθειες της «μετανάστευσης» των κατοίκων των χωριών Τυμφρηστού προς την Κων/πολη, είχε όμως και γνώση των ιστορικών στοιχείων για τις πραγματικές αιτίες, που τους οδήγησαν στην παραδοχή της Τουρκι­κής εξουσίας.
Οι «ελεύθεροι και ανυπότακτοι» κάτοικοι των χωριών Τυμφρηστού, πέραν της παραδοχής της τουρκικής εξουσίας, δεν εκδήλωσαν κανένα άλλο στοιχείο αποδοχής των Τούρκων. Είναι γνωστοί, άλλωστε, οι τρό­ποι συμπεριφοράς, τους οποίους μηχανεύονταν προς αποφυγήν του «προσκυνήματος» ή οιασδήποτε άλλης μορφής υποταγής προς τους Τούρκους.
Συνθήκη Αυτονομίας Αγράφων (Ταμασίου)
Ο συμβιβασμός συμφω­νήθηκε προφορικά περί το 1470, μεταξύ εκπροσώπων των χωριών Τυμφρηστού και του Πασά Νέων Πατρών, ανανεώθηκε όμως και επικυρώθηκε στις 10 Μάιου 1525 με την Συν­θήκη, την οποία υπέγρα­ψαν στο Ταμάσι οι εκπρό­σωποι των χωριών Αγρά­φων και ο Πασάς (Αρχι­στράτηγος) της Θεσσαλίας Βειλέρ Μπέης. Η Συνθήκη, κατά τον ο Ι. Γιαννόπουλο, «ήταν ανανέωση παλαιότε­ρων προνομίων..».
Ένα αντίγραφο της Συνθήκης Αυτονομίας των Αγράφων ή Συνθήκης Ταμασίου-το φιλοτέχνησε ο Ηγούμενος της Μονής Κορώνας-υπάρχει στο Ιστορικό Μουσείο Δικάστρου (Ζημιανής). Το αντίγραφο αυτό επακριβώς ορίζει τα εξής:
«Άπαντα τα χωριά των Αγράφων αποτελούσιν αυτονομίαν η οποία διοικείται υπό Συμβουλίου έχοντος έδραν την παρά το οροπέδιον Νεβροπόλεως κωμόπολιν (Κασαμπά) Νεοχώριον. Ουδεμία τουρκική οικογένεια επιτρέπεται να κατοίκηση εις τα χωρία των Αγράφων εκτός του Φαναριού. Οι κάτοικοι των πεδινών και ορεινών μερών επικοινω­νούν ελευθέρως. Εκάστη Κοινότης των Αγράφων υποχρεούται να πληρώνη εις την Υψηλήν Πύλην ετησίως πεντήκοντα χιλιάδες γρόσια. Το ποσό δε τούτο θα αποστέλλεται παρά του ειρημένου Συμβουλίου δι' εμπίστου προσώπου εις την έδραν της ευδαιμονίας (ΚΠολιν).Εγένετο εν Ταμασίω τη 10η Μάιου 1525. Βειλέρ Βέης, Αρχιστράτηγος Θεσσαλίας, Οι προύχοντες των Αγράφων».
Η Αυτονομία ή Αυτοδιοίκηση ήταν «μέγα προνόμιο» για τους κατοί­κους των χωριών Τυμφρηστού. Εξασφάλισε την κοινοτική συνοχή τους και ανέδειξε τους άρχοντες-ηγήτορές τους, οι οποίοι διαμόρφωναν τις κοινές αποφάσεις και συντόνιζαν την κοινή πολεμική τους δράση, στοι­χεία και προϋποθέσεις απαραίτητες για αμυντικούς και απελευθερωτι­κούς αγώνες. Ελάχιστες περιοχές της Ελλάδας είχαν αποκτήσει παρό­μοια   προνόμια.
Αυτοδιοίκηση - Πρώτες Εκκλησίες
Οι κάτοικοι των χωριών Τυμφρηστού, σύμφωνα με τον συμβιβασμό, αλλά και την Συνθήκη Ταμασίου, άρχισαν από τα μέσα του 15ου αιώνα, να οργανώνονται, να συγκροτούν τις κοινότητες τους και να εκλέγουν τα Συμβούλια της αυτοδιοίκησης τους, «οι μεν Δημογέροντες των χωρίων εξελέγοντο παρά των κατοίκων, οι δε επαρχιακοί Δημογέροντες (Προεστοί) από τους Δημογέροντες των χωρίων».
Παράλληλα, άρχισαν να οργανώνονται και εκκλησιαστικά. Η «πύκνωση» των πληθυσμών από μετακινήσεις Χριστιανών από τα πεδινά χωριά της επισκοπής Νέων Πατρών αποτέλεσε τη βάση της εκκλησιαστι­κής οργάνωσης των χωριών Τυμφρηστού. Οι επίσκοποι Νέων Πατρών και Αγράφων-Λιτζάς επέδειξαν αξιόλογη ποιμαντική δράση, ιδιαίτερα οι επίσκοποι Νέων Πατρών (Υπάτης), για να διασώσουν την πίστη των κατοίκων. Έτσι, πρωτοστάτησαν στο κτίσιμο εκκλησιών και στην ίδρυση ενοριών σε όλα τα χωριά Τυμφρηστού.
Οι πρώτες εκκλησίες, όπως αναφέρει ο τιτουλάριος επίσκοπος Νέων Πατρών (Υπάτης) Θεόφιλος Σιμόπουλος, κτίσθηκαν στη Ζημιανή. Χρονολογικά, μέχρι το τέλος του 15ου αιώνα, κτίσθηκαν στη Ζημιανή οι εξής εκκλησίες: Το 1450 η εκκλησία της Παναγίας (Κοιμήσεως της Θεοτόκου), το 1480 η εκκλησία των Αγγελικών Ταγμάτων Σεραφείμ και το 1498 η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Έτσι, η Ζημιανή έγινε από τα
μέσα του 15ου αιώνα ένα «χριστιανικό μεγαλοχώρι» στην περιοχή Τυμφρηστού.
Στη Ζημιανή, φαίνεται, ότι προσέφυγαν πολλές χριστιανικές οικογένειες, καθώς η περιοχή της έχει ασφαλείς «αποκλείστρες» και φυσικές οχυρώσεις, τα κάστρα, και ήταν πρό­σφορη για προστασία των αμάχων και άμυνα κατά των Τούρκων. Η πρώτη μάλιστα εκκλησία της Ζημιανής, η εκκλησία της
Τον 16ο αιώνα δεν κτί­σθηκαν άλλες εκκλησίες στα χωριά Τυμφρηστού, προφανώς λόγω των τουρκικών απαγορεύσεων. Η Ζημιανή εξακολουθούσε να είναι κατά τον 16ο αιώνα μια κανονικά οργα­νωμένη, εκκλησιαστικά και ενοριακά, κοινότητα. Στις εκκλησίες της εκκλη­σιάζονταν και τελούσαν τα μυστήρια και στον ιερέα της προσέρχονταν «προς επίλυση των αστι­κών τους διαφορών» και κάτοικοι των άλλων χωριών Τυμφρηστού. Μια εκδοχή μάλιστα συνδέει την τοπωνυμία «Ζημιανή» με την «εκδίκαση ή επίλυση των αγροζημιών» από τον ιερέα της.
Κατά την παράδοση, αλλά και τις μαρτυρίες αιωνόβιων της Ζημιανής, στις 15 Αυγούστου, στην εκκλησία της Παναγίας Ζημιανής τελούνταν μεγάλη θρησκευτική πανήγυρης, όπου συνέρεαν οι κουτσό-Βλαχοι των χωριών Τυμφρηστού και συνεόρταζαν το «Πάσχα του καλοκαιριού».
Εκκλησίες κατά τον 17ο αιώνα
Περί το τέλος του Που αιώνα, όταν οι Τούρκοι (Σουλτάνος Μουστα­φά Κιουπρουλής) επέτρεψαν την ανέγερση εκκλησιών, άρχισαν και οι κάτοικοι των άλλων χωριών Τυμφρηστού να κτίζουν τις εκκλησίες τους. Έτσι, το 1641 κτίσθηκε το εξωκλήσι του Προφήτη Ηλία και το  1689 η εκκλησία του Αγίου Αθανασίου στο Νεοχώρι και το 1693 ο επίσκοπος Νέων Πατρών Ιωαννίκιος ανήγειρε την εκκλησία της Παναγίας (Κοιμή­σεως της Θεοτόκου) στη Μεγάλη Κάψη, όπου και διέμεινε μέχρι του θανάτου του.
Κατέγραψα τα εξής ιστορικά στοιχεία, που επιμαρτυρούν την ύπαρξη κατά τον 17ο αιώνα οργανωμένης, χριστιανικά και ενοριακά, κοινότη­τας στη Ζημιανή:
*  Τον συνεορτασμό από το 1604 (έτος χειροτονίας επισκόπου Νέων Πατρών (Υπάτης) Σεραφείμ) στην εκκλησία των Αγγελικών Ταγμάτων Ζημιανής και των Αγίων Σεραφείμ, του εκ Πεζούλας Αγράφων, επι­σκόπου Φαναριού, νεομάρτυρα (1601) και του εκ Δομβρού Βοιωτίας, Οσίου (1602).
*  Την παραίτηση το 1639, «για χρέη της Μητροπόλεως προς τους Τούρκους», του επισκόπου Νέων Πατρών Νεοφύτου, προς την Ιερά Σύνοδο Κων/πόλεως, με την οποία είχε ζητήσει «να αφύσετε τέσσερες χώραις να ταις έχω έως ού ζώ να ζωοθροφούμε, την Γιαντζού, το Ροβολιάρη, την Ζημιανή και το Λιτόσελο, να ταις έχω στην εξουσία μου και να λαμβάνω όλα τα δικαιώματα».
*  Τις προσφορές χρημάτων (άσπρα) το 1640 στην Ιερά Μονή Ρεντί-νης από 10 περίπου κατοίκους-χριστιανούς της Ζεμιανής (Ζημιανής), όπως προκύπτει από την προσφορά της Μονής Ρεντίνης.
*  Την ανέγερση στη Ζημιανή, το 1683, επί επισκόπου Νέων Πατρών Αθανασίου Ρ, εκκλησίας (εξωκλήσι) του Αγίου Αθανασίου, την τετάρ­τη κατά χρονολογική σειρά εκκλησία του χωριού.
Επιδημίες 18ου αιώνα - πατρο-Κοσμάς Αιτωλός
Ο 18ος αιώνας σημαδεύτηκε από δυο σημαντικά γεγονότα, που επηρέασαν την θρησκευτική και κοινωνική ζωή των κατοίκων των χωριών Τυμφρηστού:
* Πρώτο γεγονός ήταν τα «θανατικά», όπως ονομάσθηκαν οι επιδη­μίες της βλογιάς και της πανούκλας, οι οποίες επί συνεχείς δεκαετίες έπληξαν και ξεκλήρισαν πολλές οικογένειες και προκάλεσαν τεράστια μείωση των πληθυσμών των χωριών Τυμφρηστού. Στο τέλος του 18ου αιώνα, κατά τον περιηγητή Πουκεβίλ, ο πληθυσμός της Ζημιανής δεν ξεπερνούσε τις 20 φαμίλιες.
«Οι κάτοικοι των χωριών» αναφέρει ο συγγραφέας Δ. Τόλης από το Καροπλέσι, «στην προσέγγιση των επιδημιών, ετρέποντο εις φυγήν και διεσκορπίζοντο στα βουνά και στα δάση, τα πτώματα των νεκρών έμε­ναν άταφα και τρώγονταν από τους χοίρους... οι κάτοικοι πίστευαν, ότι οι επιδημίες έρχονταν στα χωριά τους κρυμμένες μέσα στα τόπια των υφασμάτων, που μετέφεραν από τις πόλεις ή με τα προικιά που έφερ­ναν οι νύφες από άλλα χωριά...».
Ο τρόπος αυτός, όπως τότε πίστευαν, της μετάδοσης των επιδημιών επέφερε σημαντικές αλλαγές στην θρησκευτική και κοινωνική ζωή των κατοίκων Τυμφρηστού. Οι κάτοικοι, ευρισκόμενοι σε απόγνωση, εναπό­θεσαν τη σωτηρία τους από τις επιδημίες στην βοήθεια των Αγίων και του Θεού και έτσι άρχισαν, να κτίζουν εκκλησίες και να αποφεύγουν να φέρνουν υφάσματα ή άλλα είδη στα χωριά τους.
Ο 18ος αιώνας ήταν ο αιώνας των εκκλησιών, καθώς κτίσθηκαν εκκλησίες σε όλα σχεδόν τα χωριά Τυμφρηστού. Χρονολογικά και κατά χωριό κτίσθηκαν οι εξής εκκλησίες: Το 1728 η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου στο Μαυρίλο, το 1738 η εκκλησία του Αγίου Νικολάου στη Ζιώψη, το 1749 οι εκκλησίες της Αγίας Τριάδας στη Κάψη και του Αγίου Δημητρίου στο Παλαιόκαστρο και το 1797 η εκκλησία του Αγίου Αθανασίου στη Μερκάδα.
* Δεύτερο γεγονός ήταν οι περιοδείες του πατρο-Κοσμά Αιτωλού, το 1778, στα χωριά Τυμφρηστού, ο οποίος δίδαξε στους αγράμματους και δοκιμαζόμενους από τις επιδημίες κατοίκους να «ανοίξουν σχολεία και εκκλησίες». Φαίνεται, ότι συνιστούσε στους κατοίκους να κτίσουν εκκλησίες εκείνων των Αγίων, οι οποίοι είναι θεραπευτές των επιδη­μιών, όπως της Αγίας Παρασκευής «προχέει ιάματα», του Προφήτη Ηλία «νόσους αποδιώκει» και του Αγίου Χαραλάμπους, ο οποίος έλαβε τη χάρη, «όπου τον εορτάζουν και τιμούν το μαρτύριο του να μην υπάρχει πείνα και πανούκλα και άλλες λοιμικές νόσοι..» .
Δεν ήταν τυχαίο, ότι αμέσως μετά την περιοδεία του Πατρο-Κοσμά κτίσθηκαν στα χωριά εκκλησίες και εξωκλήσια ως εξής: στο Μαυρίλο το εξωκλήσι του Αγίου Χαραλάμπους, στο Νεοχώρι το εξωκλήσι του Προ­φήτη Ηλία, στη Ζιώψη τα εξωκλήσια του Αγίου Χαραλάμπους και της Αγίας Παρασκευής, στη Μερκάδα η εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, στο Παλαιόκαστρο το εξωκλήσι του Αγίου Χαραλάμπους και στη Ζημιανή τα εξωκλήσια της Αγίας Παρασκευής, του Προφήτη Ηλία και το παρεκκλήσι του Αγίου Χαραλάμπους.
Λειτουργοί εκκλησιών - Διδάσκαλοι.
Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας επισυνέβη μια αξιοπρόσεχτη και αξιοθαύμαστη εκκλησιαστική έξαρση στα χωριά Τυμφρηστού. Κτί­σθηκαν την περίοδο αυτή εκκλησίες σε όλα τα χωριά Τυμφρηστού και στα περισσότερα μέχρι και 6 εκκλησίες-εξωκλήσια. Οι εκκλησίες αυτές κατέστησαν, κατά τη σκοτεινή περίοδο της Τουρκοκρατίας, η κιβωτός που διαφύλαξε την πίστη, διέσωσε την ελληνική γλώσσα, στήριξε τους αγώνες και αναπτέρωσε τη προσδοκία των κατοίκων για την «Ανάστα­ση του Γένους».
Οι κάτοικοι των χωριών Τυμφρηστού, από τα μέσα του 15ο αιώνα, που φαίνεται ότι ασπάσθηκαν τον Χριστιανισμό, παρέμειναν αδιάλειπτα πιστοί και ευλαβείς Χριστιανοί. Μια απόδειξη της ευσέβειας των κατοί­κων είναι και ο μέχρι σήμερα καθολικός εκκλησιασμός τους. Περιπτώ­σεις εξισλαμισμού δεν καταγράφηκαν στην περιοχή Τυμφρηστού. Ο περιηγητής Πουκιεβίλ, το 1805, κατέγραψε στο βιβλίο του, ότι στην περιοχή Τυμφρηστού κατοικούσαν οι «πιο γνήσιοι Έλληνες».
Ο παπάς στα χωριά Τυμφρηστού ήταν λειτουργός και δάσκαλος. Ιερουργούσε, αλλά και δίδασκε, ως «απλώς των γραμμάτων είδησιν έχων», ελληνική γραφή και ανάγνωση. Ο περίβολος των εκκλησιών ανα­δείχθηκε κατά την Τουρκοκρατία ο «ελεύθερος χώρος» των χωριών Τυμ­φρηστού, όπου μπορούσαν οι κάτοικοι, κατά τις Κυριακές και γιορτές, μετά την Θεία Λειτουργία, να συναχθούν και εκεί να συζητήσουν και να συναποφασίσουν για τα «μείζονα κοινά θέματα τους».
Οι λόγιοι Ευγένιος Γιαννούλης (1597) και Αναστάσιος Γόρδιος (1654) ήταν από τους σπουδαιότερους κληρικούς, παιδαγωγούς και δασκάλους των «αναλφάβητων» κατοίκων των χωριών Αγράφων και Τυμφρηστού. Η περίφημη «Σχολή των Αγράφων», που ίδρυσε στη Φουρνά, το 1704, με συνοδικό πατριαρχικό σιγίλιο, ο ζωγράφος Διονύσιος εκ Φουρνάς, ήταν το «Σχολείον Κοινών Γραμμάτων» και το «Εργαστήρι Αγιογραφίας» των εκκλησιών των χωριών Τυμφρηστού και Αγράφων, κατά την διάρκεια του  18ου αιώνα.
Καταγράφω με έμφαση, ότι κατά τους πρώτους χρόνους της Τουρ­κοκρατίας, από το 1450 μέχρι το 1683, χρονικό διάστημα δυόμισι περίπου αιώνων, κτίσθηκαν στη Ζημιανή τρεις εκκλησίες, τρία εξωκλήσια και ένα παρεκκλήσι.
Διωγμοί - Μετακινήσεις κατοίκων
Ο προφορικός συμβιβασμός, αλλά και η Συνθήκη Ταμασίου, σύμφω­να με το στρατηγικό σχέδιο των Τούρκων, δεν τηρήθηκαν εξ αρχής, ούτε και ίσχυσαν επί μακρόν, με υπαιτιότητα των Τούρκων. Οι Τούρκοι ανα­φέρει ο Δ. Αινιάν «φύσει βιασταί και άρπαγες, πολλάκις αποπειράθηκαν να καταστήσωσι πλήρη την υποδούλωσιν των ορεινών, το πνεύμα όμως της ανεξαρτησίας, έμφυτον εις τας καρδίας αυτών, δεν άφινεν αυτούς να καταβληθώσιν...».
Η περιοχή Τυμφρηστού, κατά την Τουρκοκρατία, ήταν «το καταφύ­γιο των ελεύθερων ανθρώπων, αλλά και των χριστιανών» και η χώρα, όπου, κατά τον Δ. Αινιάνα «πας αδικούμενος υπό των Οθωμανών απεσύρετο, κηρύττων άσπονδον κατά των Τούρκων μίσος» και γι' αυτό υπήρξε «διαρκής στόχος» των επιδρομών των Τούρκων. Οι συχνές επι­δρομές, οι διώξεις και εξοντώσεις και οι τεράστιες καταστροφές που προ­ξενούσαν οι Τούρκοι, αλλά και οι επιδημίες, εξανάγκασαν πολλές οικο­γένειες των χωριών Τυμφρηστού να μετακινηθούν προς άλλες περιοχές και πόλεις.

Αριστούχοι αγωνιστές - Αριστεία ανδρείας
«Οι περί τον Τυμφρηστόν οικούντες», παρά τις επιδρομές, διώξεις, σφαγές, καταστροφές και στερήσεις, επέδειξαν αξιέπαινη διαγωγή και κατά την επανάσταση του 1821. Μυήθηκαν στην Φιλική Εταιρεία (το μήνυμα έφερε από την Κων/πολη ο εκ Μαυρίλου, οικοδιδάσκαλος, Γεώργιος Αινιάν), εντάχθηκαν στις επαναστατικές ομάδες Τυμφρηστού-Αγράφων, (ομάδες των γενναίων οπλαρχηγών Σταθά Μπουκουβάλα, Δίπλα, Κατσαντώνη και του αρματολού και πολεμιστή της Ρούμελης Γεωργίου Καραϊσκάκη) και πολέμησαν ηρωικά κατά των Τούρκων, σε πολλές μάχες της Στερεάς Ελλάδας.
Στους ονομαστικούς καταλόγους των αριστούχων αγωνιστών του 1821, αναφέρονται συνολικά 44 αγωνιστές των χωριών Τυμφρηστού, οι οποίοι έλαβαν το 1833 αριστεία ανδρείας, χάλκινα ή σιδηρά και αριθμη­τικά ήταν: 10 από το Νεοχώρι, 11 από το Μαυρίλο, 16 από την Κάψη και 7 από τη Ζημιανή. Κατέγραψα από τη Ζημιανή τους εξής αριστούχους αγωνιστές: Γ. Παπαδημητριού, Ι. Κουτσοκέρα, Κ. Κορδόπουλο, Δ. Καρφή, Σ. Καρφόπουλο, Α. Καρκάνη και Κακογιώργο, οι οποίοι έλα­βαν χάλκινα αριστεία ανδρείας.

Πηγή: Πρακτικά 4ου Συνεδρίου Φθιωτικής Ιστορίας του Πνευματικού Κέντρου Σταυρού








Δεν υπάρχουν σχόλια: