TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2012

Το κριάρωμα

Τ Ο  Κ Ρ Ι Α Ρ Ω Μ Α
[Του Γιάννη Σαντάρμη]
 
Το κούντρησμα στα γίδια
                                                                                        
          Φοβάται  ο λύκος να μην μπει στην είσβα του άλλος λύκος,
          φοβάται στο γιατάκι του το ελάφι ξένο ελάφι,
          φοβάται και ο μπιστικός μην πέσει στο μαντρί του
          κανένα παραμπάτικο απ’ άλλη στάνη κριάρι.
          -Τσέλιγκα, τρέξε γλήγορα, ξεβγές απ’ την τουρλούκα,
          άδραξε κάνα μόχαλο, κάνα στουρναρολίθι
          και πρόγκησε κι απόδιωξε το ξενικό το κριάρι,
          που πλάκωσε στη μάντρα σου, που φτάνει στην κοπή σου.
          -Για τήρα, ωρέ, απ’ τα πρόβατα και μέσ’ από τη στρούγκα,
         μην πήδησε ο μπέλος μου, το πρώτο μου βαρβάτο
         και το μαρκάλο απάριασε και πάει με μπρι γιομάτος
         να βρει το ξένο το σερκό, να στήσουνε αμάχη;
         -Τώρα, και ποιός τον πιάνει αυτόν, δρασκέλησε τη λιάσα,
         σαν άγνωρο αφουγκράστηκε μουκούρισμ’ απ’ αλάργα.

         -Χουχότα, σκούξε, φώναξε, μη λάχει και πιαστούνε,
         κάποιο θα σκοτωθεί απ’ τα δυο, αλλιώς δε σταματάνε,
         το  ’χεις το ξένο  στη ριξιά, το  ’χεις μέσα στον τίρο,
         πάρε κι εσύ, όσο να βγω, καμιά χοντρή χαλάβρα
         βάρ’ το μες στα σταυρώματα, στη μέση στην αμπάλα,
         να πάει πίσω στον τόπο του, ν’ αλλάξει το στρατί του,
         γιατί αν θα μπει μες στο μαντρί, τα πρόβατα προγκάνε,
         αυτά γνώρο δεν του  ’χουνε, μένει ο μαρκάλος πίσω.
         Κι ακούει σιμά ο τσέλιγκας, τάραχο ακούει μεγάλο,
         βλέπει τα κορμερά σερκά, τα θεριακά τα κριάρια,
         ο μπέλος είναι από μεριά κι ένας λάγιος στην άλλη,
        για σβίδο  συναρίζονται, να βαρεθούνε πάνε.
        Κι είναι ψηλά κι είναι τρανά, καμπουρωμύτικα είναι
        κι έχουν χοντρά τα κέρατα και στριφτογυρισμένα,
        σαν καύκαλο σαλιγκαριού και σαν κυκλοκουλούρες.
        Να πάει κοντά τους, σκιάζεται, να πάει σιμά, ντιριέται,
        να πάει και πιο σιμότερα, ο καψερός φοβάται,
        στ’ άγριο μέσα το  πάλεμα, μην πάει και τον τσακίσουν.
        Σφυρίζει μια, σφυρίζει δυο, πολλές βολές σφυρίζει,
        παίρνει άγρια χερολίθαρα και τα πετροβολάει,
        διακόσιες ρίχνει λιθαριές και πέτρες άλλες τόσες
        κι αν τα βαρεί κι αν τα σουρά κι αν σκούζει και χουγιάζει,
        εκείνα δεν ταράζονται, δεν τον ακούν’ εκείνα.
        Δεν είν’ εδώ σβαρνισταριά, δεν είναι ποδοκύλα,
        όπου κυλιούνται άλογα, μουλάρια όπου σβαρνιούνται,
        εδώ  ’ναι τόπος κι ίσιωμα και ξέθρα δίχως χλόη,
        στο πίσω, χώμα έχ’ η γη, στο μπρος, πάλι έχει χώμα,
        εδώ τα κριάρια στέκονται, αγνάντια το  ’ν’ απ’ τ’ άλλο.
        Ο μπέλος τρώει τα τρόχαλα, ο λάγιος τα λιθάρια,
        ποδοβαρεί ο ένας τη γη, τη νυχοσκάβει ο άλλος,
        φυσομανάν, βρυχομανάν κι άξαφνα γιουρουστάνε,
        χύνονται, σαν την αστραπή, ίσια πάνε, σαν βόλι,
        και δίνουν τράκο φοβερό, κεφάλι με κεφάλι.
        Κρότος βαρύς σηκώνεται και βρόντημα μεγάλο,
        μ’ απιδρομάνε γλήγορα και πισωποδαρίζουν
        και ξαναρίχνονται μπροστά, ποιο να χαλάσει τ’ άλλο.
        Σκληρά κριαρώνονται ξανά, γερά κουντριούνται πάλι,
        αχολογάν τα κούτουλα, βροντάνε τα τσιγκάνια,
        αχολογάν σαν άρματα, βροντάνε σαν αρμούτια
        κι οι βρονταριές ακούγονται ως τη μεριά την κείθε,
        στην κείθε ακούγονται μεριά, στη δώθε και στην πέρα.
        -Μέριασε, βλάχο, μέριασε, να μη σε πάρουν σβάρνα.
        -Θα σκοτωθούνε τ’ άτιμα, θα σχίσουν τα κεφάλια.
        -Μην πάει και παραθαρρευτείς κι αγκλιτσοράβδι απλώσεις,
        εσένα θα ξαπλώσουνε, την γκλίτσα σου θα σπάσουν.
        Κι αυτά ούτε κοντοκρατάν, ούτε ανάσα παίρνουν
        κι  όλο παγαίνουν κι έρχονται κι από τη γληγοράδα
        σουράει μες στα κουλουριαστά τα τσέπια τους ο αγέρας,
        φυσομανάν δεξιά ζερβά τα ξέμακρα μαλλιά τους,
        χύνουν χνότο απ’ τα κάφιρα, φωτιές, θαρρείς, πως βγάνουν,
        πότε-πότε γκουσομανάν, βελάζουν πότε-πότε
        κι άλλοτε απ’ τα ρουθούνια τους τη νώπη αναγλύφουν.
        Απ’ το συχνό πιλάλημα κι από το ποδοκόπι,
        σηκώνεται άσπρος πλίχουρας, π’ ανάγερ’ ανεβαίνει
        και με το διαβατάρικο τ’ αχνό σύγνεφο σμίγει.
        Πουλάκια που διαβαίνουνε, πουλάκια που περνάνε,
        θωρούν τον μέγα κουρνιαχτό κι ανάερο δρόμο αλλάζουν,
       Η αγγουστέρα λάκησε κι απόδιαβα τραβάει
       κι η ταρταρούγα έστριψε από το θρο π’ ακούει.
       Κι ανάμεσα στο πάλεμα και στ’ άγριο το σεφέρι,
       ρέκασμα, μαύρο ρέκασμα, ξεσέρνει άξαφνα ο λάγιος,
       του σπάζει το ’να χάμπαλο, πετιέται στον αγέρα
       το κούφιο πια φηκάρι του, ψηλά-ψηλά πετιέται,
       του κόβονται τ’ ανάκαρα, τα αίματα τον παίρνουν,
       πισωγυρνάει και χάνεται στη στράτα ντροπιασμένος,
       χάνεται μονοκέρατος, ξαρμάτωτος, θρασίμι.


Γλωσσάρι
αγγουστέρα, η = σαύρα.
αμπάλα, η= το μέτωπο του ανθρώπου, κούτελο.
ανάκαρα, τα= σωματικές δυνάμεις, ψυχική αντοχή, διάθεση.
απαριάζω= αφήνω, εγκαταλείπω.
απιδρομώ= κινούμαι με την πλάτη προς τα πίσω, παίρνοντας φόρα για εκκίνηση προς τα μπρος.
αρμούτι, το= τουφέκι.
γιατάκι, το= ελατόπλεκτο κατάλυμα, φωλιά λαγού, καθιά, στρώμα, κρεβάτι.
γιουρουστώ= εφορμώ, επιτίθεμαι, κάνω γιουρούσι.
γκουσομανώ= λαχανιάζω, κοντανασαίνω.
γνώρος, ο= γνωριμία, σημάδι αναγνώρισης.
είσβα, η= φωλιά αγριμιού, μονιά.
θρασίμι, το= ψοφίμι, ετοιμόρροπο.
θρος, ο= θόρυβος που παράγεται από την τριβή των φύλλων των δένδρων και των φυτών, φουρφούρι.
κάφιρο, το= ρουθούνι.
κοπή, η= κοπάδι ζώων.
κουντρώ (για ζώα)= κτυπώ με το κεφάλι ή με τα κέρατα, κερατίζω.
κούτουλο, το= κέρατο ζώου.
κριάρωμα (για κριάρια)= το κτύπημα με τα κέρατα, κούντρησμα, κεράτισμα.
κριαρώνομαι (για κριάρια)= κτυπιέμαι με το κεφάλι ή με τα κέρατα με άλλο κριάρι, κουντρίζομαι, κερατίζομαι, συγκρούομαι. Τέτοιες συγκρούσεις, κέρατα με κέρατα, παρατηρούνται μεταξύ των κοπαδιών του ίδιου του κοπαδιού, αλλά γίνονται και αναμετρήσεις κριαριών από διαφορετικά κοπάδια, ιδίως τον καιρό του οργασμού τους. Γνωστός μου, ο Χρίστος Τσουρούτας, που ο πατέρας του είχε 450 πρόβατα, μου είπε πως σε μια μονομαχία δυο κριαριών με το ένα από διαφορετική στάνη, το αποτέλεσμα ήταν τραγικό. Ο εισβολέας έφυγε απ’ τον τόπο της μάχης νικημένος, κατά την οποία του έσπασε το ένα κέρατο, ο δε αφέντης του, όταν είδε το κριάρι χωρίς κέρατο και στη θέση του εκεί μια σφουγγαρόμορφη απόφυση, το έσφαξε, τελικά, να μην ψοφήσει από την αιμορραγία.
λάγιος, ο= ολόμαυρος.
λακώ= φεύγω τρέχοντας σε ίσιο μέρος, το βάζω στα πόδια, το σκάω.
λιάσα, η= κλαδόπλεκτη πόρτα στάνης, πρόχειρη, πλεκτή γέφυρα για το πέρασμα του ποταμού, λισιά, λεσιά, πλάτη.
μαρκάλος, ο= η οχεία των γιδοπροβάτων.
μουκούρισμα, το= το φρούμασμα με το στόμα και τη μύτη που βγάζει το αρσενικό κριάρι ή το τραγί, κατά την οχεία.
μόχαλο, το= πέτρα στο μέγεθος της γροθιάς, που μπορεί να ρίξει κανείς με το χέρι, γράβαλο, δρόγκαλο, πίτσος, χαλάβρα, βήσσαλο.
μπέλος, ο= ολόασπρος.
μπρι, το= πείσμα, επιμονή γνώμης ή πράξης.
ντιριέμαι= επιφυλάσσομαι, ντρέπομαι, έχω συστολή.
νώπη, η= υγρασία, νοτιά.
ξέθρα, η= ανοικτός τόπος.
παραμπάτικο, το= το πρόβατο ή το γίδι που, είτε με τη θέλησή του, είτε όχι, μπερδεύεται σε ξένο παρακείμενο κοπάδι.
πιλάλημα, το= γρήγορο τρέξιμο.
πλίχουρας, ο= η σκόνη του δρόμου, κουρνιαχτός, μπουχός.
ποδοκύλα, η= το μέρος της γης που κυλίσθηκαν ζώα ή πάλεψαν άνδρες, χαμοκύλα, κυλίστρα, σβαρνισταριά.
προγκώ= αποδιώχνω με φωνές ή θόρυβο ζώα, εκδιώκω, απομακρύνω, ξαφνιάζω κάποιον.
ρέκασμα, το= πολύ δυνατή και διαπεραστική φωνή, που προέρχεται από σωματικό ή ψυχικό πόνο.
σβάρνα, επίρρ.= παίρνω τα πάντα αδιάκριτα, παρασύρω, ανατρέπω, επισκέπτομαι στη σειρά.
σβαρνιέμια= σέρνομαι καταγής.
σβαρνισταριά, η= βλέπε λέξη: ποδοκύλα.
σβίδος, ο= μονομαχία.
σερκό, το= αρσενικό, σερνικό.
σεφέρι, το= πόλεμος, στράτευμα.
σουρώ= σφυρίζω.
σταυρώματα, τα= το σημείο ανάμεσα στα μάτια, το μέρος διακλάδωσης δένδρου.
συναρίζομαι= ετοιμάζομαι, συγυρίζομαι, περιποιούμαι.
ταρταρούγα, η= χελώνα.
τίρος, ο= η απόσταση μεταξύ εκτόξευσης και πτώσης ενός βλήματος, βεληνεκές.
τουρλούκα, η= αχύρινη τουρλωτή καλύβα, φαρδιά κάτω και στενή επάνω, απ’ όπου πήρε και τ’ όνομά της.
τρόχαλο, το= λιθάρι μικρό, βότσαλο.
τσέπι, το= κέρατο.
τσιγγάνι, το= κέρατο.
φηκάρι, το= θήκη, θηκάρι.
χαλάβρα, η= πέτρα στο μέγεθος της  γροθιάς, που μπορεί να ρίξει κανείς με το χέρι, γράβαλο, δρόγκαλο, μόχαλο, πίτσος, βήσσαλο.
χάμπαλο, το= κέρατο.
χουχοτώ= φωνάζω δυνατά και παρατεταμένα, σκούζω.

Επιμέλεια-Ανάρτηση: Τάκης Ευθυμίου



Δεν υπάρχουν σχόλια: