TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2012

Ξαναγυρίζοντας στην Ομηρική Φθία

ΞΑΝΑΓΥΡΙΖΟΝΤΑΣ
ΣΤΗΝ  ΟΜΗΡΙΚΗ  ΕΛΛΑΔΑ
[Του Δημ. Παπαναγιώτου από το βιβλίο του: «Βουνίσια Σκέψη»]

Η παράδοση που δέχεται απώτερη κοιτίδα μας την Ήπειρο -κι είναι κοινή η πεποίθηση ότι κρατάμε αποκεί-, οι συνθήκες κάτ' από τις οποίες αναγκάστηκαν οι προγονοί μας να εγκαταλείψουν τη σειρά τους και το βιο τους και να κατηφορίσουν ανάπλαγα για να ριχτούν στον κάμπο του Σπερχειού κι αποκεί με μιαν ανάσα να φτάσουν στα ριζά του χωριού και να στεργιώσουν πρόχειρες καλύβες, καθώς και το τέχνασμα που σοφίστηκε ο Παπαπαναϊώτης με το βοϊδοτόμαρο  -όπως η Διδώ για το χτίσιμο της Καρχηδόνας- με οδήγησαν σε μια συσχέτιση, όχι άστοχη.

Οι Αινιάνες, που κατοικούσαν κοντά στην κακοχειμασμένη Δωδώνη, κάτ' από την πίεση των Θεσσαλών της Θεσπρωτίας, που συμπίπτει με την κάθοδο των Δωριέων, του τρίτου και τελευταίου ελληνικού κύματος που κατεβαίνει στην Ελλάδα το 12° αιώνα π.Χ., το 1104, ξετοπίζουν. Τραβάν για τα κατώμερα κι αφού πλανιώνται κάμποσο, βολεύονται και ριζώνουν ανάμεσα στο τρίγωνο Οίτη-Όθρη-Βελούχι. Ώσπου να σιγουρέψουν όμως έδωκαν σκληρές μάχες με τους ντόπιους Αχαιούς και ιδίως με τους Ιναχιείς, γύρ' από τον 'Ιναχο, τη σημερινή Βίστριτσα. Σ' αυτουνούς τους πολέμους έχει την αρχή της κι η παράδοση που σώζει ο Πλούταρχος2. Επειδή οι προστριβές δεν έλεγαν να σταματήσουν, καταφύγανε στο μαντείο. Η απάντησ' ήρθε έτσι: -Όποιος από τους δυο σας μπορέσει και πάρει ένα μεράδι γης από τον άλλον, καλοθέλοντα, θα του πάρει και τη χώρα του. Τότε ο Τέμων, ανήρ ελλόγιμος των Αινιάνων, ντύθηκε διακονιάρης και με το σακούλι για ξεροκόμματα. δήθεν, στο νώμο3, ένα και δυο τράβηξε για το στρατόπεδο των 1ναχιέων. Έγινε δεχτός με χάχανα. Οι στρατιώτες, για να γελάσει κι ο βασιλιάς του: Υπέροχος με τα ρούχα του διακονιάρη που δεν είχαν απάνω τους ούτε στημόνι ούτε υφάδι, τον έσυραν μπροστά του. Αυτός, για κοροϊδία, στου χεριού του τ' άπλωμ' απίθωσε στην απαλάμη του ένα σβόλο χούμα που τον στρογγύλεψε αποκαταγής. Ο Τέμων δε μπόρεσε να κρύψει τη χαρά του, καθώς έριχνε τον ακριβό σβόλο στο σακούλι. Μα όσο να καλοσκεφτούν οι Ιναχιείς, γιατί πέταξ' από τη χαρά του ο διακονιάρης, ο τελευταίος έγινε άφαντος.
Θέλω να πω, πως δίπλα στην ειρηνική ή δυναμική εγκατάσταση, πάντως ιστορική, αποίκων σ' έναν τόπο, υπάρχει και μια άλλη -όχι ολοένα· εξαρτάται από το καμάρωμα των επιγόνων για τους προγονούς τους-, πιο ανώδυνη και πιο γοητευτική. Από τούτη την παράλληλη αντιστοιχία, γενικά, αποδείχνεται η ενότητα της Ελληνικής Παράδοσης από τα πανάρχαια χρόνια ως τα σήμερα, η ατελεύτητη κι αδιάλειπτη Ελληνική διάρκεια. Ίσως ήταν μακρινή η αναδρομή. Μα ποιος μπορεί να με μεταπείσει πως στο τραγούδι της Φήβας και συγκεκριμένα στους στίχους:
Ξέρω υφαίνω τσίραμπο, κεντάω το βελούδο, υφαίνω, 
ξεϋφαίνω το κι απ' την αρχή το υφαίνω,
δεν έχουμε μακρινή απήχηση του τεχνάσματος, του δόλου της Πηνελόπης; Ή στο κλειστό6 κάτω στον άγιο Θόδωρο και στους στίχους:
κρατεί κι ο δράκος το νερό και το στοιχειό τη βρύση. ν-Απόλα, δράκο μ', το νερό και συ στοιχειό τη βρύση, για να νιφτούν οι γι-άνιφτοι, να πιουν οι διψασμένοι ,
της αρχής της δρακοντοκτονίας του αγίου Γεωργίου; Κι αν προχωρέσουμε, μιαν απεικόνιση του μύθου του Βελλεροφόντη που σκότωσε τη Χίμαιρα, του Περσέα που γλίτωσε την Ανδρομέδα;
Αν η γλώσσ' αποτελεί αδιάψευστη κι αλάθευτη μαρτυρία για τα περασμένα, τότε και σ' αυτό το Νεχώρι ακολούθησε με συνέπεια τη μοίρα της φυλής μας. Το μαρτυράει η πλούσια λαλιά του και τ' άσωτα τοπωνύμια. Τούτο θα γίνει καταληπτότερο, όταν ιδεί το φως της δημοσιότητας το Νεχωρίτικο γλωσσάρι που καταρτίζω και που κοντεύει. Κι ως τα τότε, ας μην προεξοφλήσω το ενδιαφέρον του. Εδώ θ' αρκεστώ σε μια παρατήρηση, σ' έναν υπομνηματισμό. Περιέχει, τόσο στα τραγούδια του -που είναι η λόγια, ας πούμε, παράδοση-, όσο και στην καθημερνή του κουβέντα και στα τοπωνύμια, ένα σωρό ξένες λέξεις, παρμένες απ' αυτούς που 'ρθαν κατακαιρούς στον τόπο μας σαν καταχτητές ή πλιατσικολόγοι. Αυτό ήταν αναπόφευχτο. Πέρ' απ' αυτές όμως τίποτα βαθύτερο, ουσιαστικότερο. Είναι τα μόνα τους απομεινάρια. Αλλά τι να κάνουμε; Αν για όλους μας υπήρξαν αρνητικά και θλιβερά λείψανα, για μας που πρέπει να βρούμε και καλά ένα ιστορικό αποκούμπι, κρύβουν μιαν άχαρη κι απολιθωμένην αλήθεια. Τώρα, γιατί είπα ένα σωρό, ενώ μπορούσα να πω μετρημένες; Μα για να επαναλάβω περήφανα, μ' ένα στόμα, με το Μισολογγίτη ποιητή:
Πολλούς αφέντες άλλαξες,
δεν άλλαξες καρδιά...
Ύστερα, εδώ διαλέγονται τα παλικάρια. Εδώ βαραίνει και λογαριάζεται πλειότερο η αντίσταση που προβάλλει ο μέσα κόσμος στον απόξιο καταναγκασμό. Στο αιώνιο πάλεμα. Όσο μεγαλύτερ' η δοκιμασία, τόσο τ’ αδράσκελο ζυγώνει στο κατώφλι της λιποψυχιάς. Ανθρώπινο δα. Χαρά σ' αυτούς που δεν το διάβηκαν.
Η Νιόπατρα και το Ζιτούνι τι ανάγκη έχουν από παράθεση τεκμηρίων, τίτλων και περγαμηνών; Με μας τι γίνεται που η Ιστορία στάθηκε τόσο φειδωλή και ψάχουμε με τα ρετσινοκέρια για ν' αδραχτούμε από μια κάποιαν αρχή. Έτσι, μια κι είμαστε έρμοι και στερημένοι από κείμενα, επιγραφές, μνημεία κι έργα τέχνης που θα μας αποκαταστούσαν χρονικοϊστορικά, θα ταμπουρωθούμε πίσ' από τα λόγια του Ζαμπέλιου: Κάθε λέξη περιέχει μέσα της ένα ιστορικό γεγονός, επικαλούμενο ιδιαίτερη έρευνα, κρύβει μέσα της μια κάποιαν από τις αχτίνες του μεγάλου δίσκου που παρασταίνει το σύστημα όλης της εθνότητας. Παίρνοντας αποδώ αμπάριζα θα πούμε, κάπως χαιρέκακα, αντάμα με τον Κουκουλέ, χωρίς να υποτιμάμε την αναμφισβήτητη αξία των παραπάνω σεβαστών μαρτύρων, πως, με το να συμβουλευόμαστε αυτού: μαναχά, στυλώνουμε τα μάτια μας στον τάφο και βουλώνουμε τ' αφτιά μας στη ζωή. Ρωτάμ' επίμονα, πιεστικά μονάχα πεθαμένους κι όχι τους ζωντανούς μάρτυρες ανάμεσα μας που μπορούν σύντομα μα εύγλωττα να μαρτυρήσουν. Γιατί οι λέξεις και οι φράσεις της αγέραστης Ελληνικής γλώσσας, για τον ερευνητή, δεν είναι μαναχά απλό συνταίριασμα φθόγγων. Είναι και έκφραση της σκέψης και της ζωής αυτουνών που τους μιλάν ή τους μίλησαν. Είναι οι ίδι' οι άνθρωποι που μαρτυράν τι έκαμε, τι σκέφτηκε και τι έπαθε ανά του; αιώνες ο ελληνικός λαός.
Θ' αποκοτήσω, βασισμένος σ' ένα τραγούδι, ειδικότερα σε μια του λέξη, ν' αναχτώ στις παλιότερες καταβολές μας. Πρόκειται για το τραγούδι του γιοφυριού, όχι πια της Άρτας, μα της Ελλάδας, έν' από τα πιο αγαπημένα του χωριού μου και για το θέμα του και για το νηχό του. Πααίνει όπως το:
Σα χάραξ' η γι-ανετολή -ν-Ασήμω Ρουμελιώτισσα- και ρόιδισε κι η 5ύση, -πες το, πουλάκι μ', πες το-
Το τραγουδούσε ο Ραχιωτολιάς10. Είναι το μόνο του χωριού μου με το παλιότερο ελληνικό τοπωνύμιο που ξεχάστηκε από χρόνια. Παραθέτω ένα αέρος του:
Σαρανταπέντε μάστοροι -καμαροβεργολυγερή- και ξήντα μαθηυτούδια
-πες το, πουλάκι μ', πές το-
καμάρα στέναν στο γιαλό, διοφύρι στην Ελλάδα.
ν-Όλη μερούλα χτένανε, το βράδυ γκρεμιζέταν.
Πουλάκι πήγε κι έκατσε δεξιά 'πο το διοφύρι,
δένε λαλούσε γοιον πουλί, σαν αηδονάκι πού ήταν,
μόνε λαλούσε κι έλεγε μ' ανθρωπινή λαλίτσα:
-Μαστόροι μ', τι παιδεύεστε και τι χασομεράτε;
Α δε στοιχειώσετ' άνθρωπο, καμάρα δε στεργιώνει.
Κι όχ' άνθρωπο κι ό,τ' άνθρωπο...
Μια από τις πολλές παραλλαγές με τη γνωστή υπόθεση. Σε κείνο που θα δώκουμε βάρος είναι ο τόπος και ο χρόνος που πασκίζουν να στεργιώσουν το γιοφύρι. Με τη λέξη Ελλάδα δεν καλύπτεται όλος ο γνωστός γεωγραφικός όρος αόριστα, αλλά ένα περιορισμένο μέρος συγκεκριμένα. Σε τούτο συνηγορούν κι οι παρακάτω στίχοι απ' το:
Δώδεκα χρόνους χτένουνε καμάρα μες στην Πάτρα11, που αναφέρνονται στο μοιριολόι της κόρης, σαν άρχισε το χτίσιμο και το πετροπελέκι:
Αλιά σε μας τις άμοιρες, τις κακομοιρωμένες...
Τρεις αδερφάδες ήμασταν κι οι τρεις κακογραμμένες:
η μια ' χτίσε* το Χιλιτσιό κι η άλλη την Ελλάδα        [*χτίσκε στο] και γω, η πιο βαριόμοιρη, της Πάτρας την καμάρα... 12
Γιατί η Πάτρα περιέχεται στην Ελλάδα. Διαφορετικά, αν νοούνταν η Ελλάδα στο σύνολο της, έπρεπε ο ποιητής να μεταφερθεί, να πεταχτεί αμέσως στον εξωελλαδικό χώρο για τις άλλες δυο κακογραμμένες αδερφές, όπως καληώρα με το γιοφύρι της Άρτας:
η μια 'χτισε το Δούναβη κι η άλλη τον Αφράτη και γώ η πλιο στερνότερη της Άρτας το γιοφύρι
Ύστερα, είναι κοινή η διαπίστωση ότι δεν υπάρχουν καν γενικότητες, όχι τέτοιες αοριστολογίες, στα δημοτικά μας τραγούδια. Τέλος, το γιοφύρι προϋποθέτει ποτάμι. Κι αυτό είναι ο Σπερχειός13. Το δοξασμένο ποτάμι με τα ουρανόσταλτα νερά του που χάρισε στον τόπο μας τ' όνομα του.
Ας μου το συχωρέσει ο αναγνώστης που θα ξανοιχτώ λίγο περισσότερο. Είν' απ' αγάπη γι’ αυτό από τότε που παιδιά ανέμελα βοσκούσαμε τα ζα αποδώ μεριά, από τη Μαγούλα, φκιάναμε γούρνες για κολύμπι ή να πιάσουμε κάνα ποταμίσιο ψάρι και μαζώναμε κάπελα14. Κι έπειτα δε θέλω, κάνοντας ένα μεγάλο πήδημα, να δώκω ξεκάρφωτη μιαν ονομασία που μεσολάβησαν τόσα χρόνια, ώσπου να ξανακουστεί.
Η ομηρική Ελλάδα με τις όμορφες γυναίκες Β 683, ήταν ο τόπος γύρ' από το Σπερχειό. Υποστηρίχτηκε πως παλιότερα λέγεταν Ελλάς, αφού παραλείφτηκε το ουσιαστικό ροή κι ότι απ' αυτόν βαφτίστηκε και το μέρος που κυλούσε τα νερά του16. Το ότ' η απλωσιά της Ελλάδας της καλλιγύναικας ήταν τόση, ώστε έπαιρνε μέσα της και τ' ομώνυμο ποτάμι ή τουλάχιστο ένα μεγάλο μέρος από τις όχτες του, φαίνεται απ' ό,τι μολογάει ο Φοίνικας στο Ι της Ιλιάδας, όταν λογόφερε -δε λες κόντεψε να σκοτωθούν- με τον πατέρα του και πήρε τα μάτια του από το πατρικό του σπίτι17. Τότε π' αναγκάστηκε να διασχίσει το φαρδύ κάμπο της Ελλάδας, για να πέσει στη διπλανή Φθία, μια και τραβούσε για κει ικέτης:
1 478    φεύγον έπειτ' απάνευθε δι' Ελλάδος ευρυχόροιο,     
             Φθίην δ' εξικόμην εριβώλακα, μητέρα μήλων,
             ες Πηλήα άναχθ'- ο δε μοι πρόφρων υπέδεκτο

[Ύστερα έφυγ' αλάργα, διαβαίνοντας την απλόχωρη Ελλάδα
κι έφτασα στη Φθία με το παχύ χούμα, την προβατομάνα,
στου βασιλιά Πηλέα· κι αυτός με δέχτηκε καλοσυνάτα]
Τέλος, ότι ήταν επίκεντρο του βασιλείου τ' Αχιλλέα ο Σπερχειός κι ο τόπος ένα γύρω, το δείχνει το τάμα του γέρο -Πηλέα στη θεότητα του ντόπιου ποταμιού, σα θα γύριζε με το καλό ο γιος του, να κόψει τα μαλλιά του στη χάρη του κι αποπάνω να σφάξει στις πηγές του 50 βαρβάτα κριάρια Ψ144κ.
Αποδώ ξεκίνησε. Και δεν άργησε ν' απλωθεί. Στα χρόνια κιόλας που συντέθηκε η Οδύσσεια, Ελλάδα λεν τη Στερεά. Βγαίνει από τα λεγόμενα της πιστής Πηνελόπης στο Φήμιο για τ' αντρού της τη φήμη, με την παράκληση ν' αλλάξει ο φημισμένος αοιδός το θλιβερό σκοπό που της θυμίζ' οικεία κακά:
α 343   τοίην γάρ κεφαλήν ποθέω μεμνημένη αιεί
ανδρός, του κλέος ευρύ καθ' Ελλάδα και μέσον Άργος
[Γιατί ολοέν' αναθυμιέμαι και λαχταρώ κεινού τ' ανθρώπου τη θωριά, που η δόξα του είναι πλατιά σ' ούλη τη Στερεά και μες στην Πελοπόννησο].
Και λίγ' αργότερα -αρχές 8ου αι.- στον Ησίοδο για πρώτη φορά συναντιέται ο όρος Ελλάς με τη σημερινή του έννοια18.

Μια σταλιά τόπος η -γούρνα του Σπερχειού καμαρώνει που νομάτισε την Ελλάδα. Με τον καιρό ξεχάστηκε η παλιά του ονομασία, αφού ξεπλήρωσε τον προορισμό της με τη γενίκεψή της. Κι αυτός αποτραβήχτηκε, αποσύρθηκα αθόρυβα στην κοίτη του, κυλώντας ήσυχα, ήρεμα τα νερά του. Τα ξανατάραξε στα χρόνια της Φραγκοκρατίας, το 14° αιώνα, οπότε μνημονεύεται ξανά με τ' όνομα Ελλάδα20. Σε τούτα τα χρόνι' ανάγεται και το τραγούδι μας. Γιατί, αφού δεχόμαστε απομιάς αρχής ότι ο λαός μας τραγούδησε ό,τι έζησε κι έβαλε κατάκαρδα, ό,τι αγάπησε, λαχτάρησε και δέθηκε μαζί του, γιατί να μη δεχτούμε ότι κάποιοι Νεχωρίτες πρόκαμαν το ποτάμι με τούτο τ' όνομα21; Κι από παππούλη σ' αγγόνι έφτασε ως τις μέρες μας. Οι παλιότερ' ήξεραν ότι πρόκειται για το Σπερχειό. Μα η Αλαμάνα πήρε τη θέση της Ελλάδας. Είπαν πως είν' παραφθορά της δεύτερης22. Ακόμα, στα χρόνια του Ιουστινιανού, ειπώθηκε Αγριομέλας23. Όσο για τη λέξη γιαλός, περ' από το σχήμα, έχουμε να παρατηρήσουμε πως για τους βουνίσιους είναι δηλωτική του ξεχειλισμένοι ποταμιού, αυλακιού, νεροσυρμής που πλημμυρίζει τα χωράφια. Κι η έκφραση γίν'κι γιαλός'4, σημαίνει ότι πλημμύρισε, γυάλισε, πελάγωσε ο τόπος. Και σήμερα, με τις μεγάλες κατεβασιές, ο τόπος αποδώ κι αποκεί γένεται γιαλός.
Αν μετατοπιστεί η αρχή της καταγωγής μας στα χρόνια που ο Σπερχειός λέγεταν Ελλάδα ή και παραπίσω ακόμα -αν συντρέχουν λόγοι που τους επιβάλλουν τοπωνύμια και γλώσσα-, μ' αυτό δεν αίρεται αυτόματα η παράδοση για ηπειρώτικη καταγωγή. Απλώς, αυτή είναι η δεύτερη φάση του νεχωρίτικου οικισμού. Κι είπαμε πότε συντελέστηκε. Γύρω στα 1700 που παρατηρείται μια έξαρση μετακινήσεων. Κάποτε αρκούμασταν σε τούτα τα τρακόσια χρόνια ζωής του Νεχωριού. Ως τις δεκατρείς φαμιλιές και πίσω. Ήταν η πιο ζωηρή παράδοση, καθόσο, σχετικά πρόσφατη. Μα τώρα, κάτ' από τη σημερινή σοβαρότερη θεώρηση, τα ίδια τα πράματα μας αναγκάζουν ν' αναζητήσουμε βαθύτερα τις ρίζες μας μέσα στο χρόνο. Γιατί, έστω, δεχόμαστε όλες μας τις εκδηλώσεις, σ' οποιαδήποτε σφαίρα, δημιούργημα των χρόνων που αναφέραμε. Ένα μόνο ρωτάω. Πως εξηγείται η ανακολουθία, ο αναχρονισμός με τα σλαβικά τοπωνύμια; Και μη μου πεις πως τα 'πιασαν και :α βάφτισαν ούλ' αντάμα στην ίδια κολυμπήθρα, μονοκοπανιά. Αγκορτσιά, Βελούχια, Γαρδικιώτη, Γρεβενά, Ζαμπιά-Ζαμπιοτσιούμαρο, Ζερέλι- Ζερέλια, Κονφόλογγος, Λαζινιές, Λογκές- Αογκ(ι)όρεμα, Μουτσιάρα, Μόρινα, Οβορός, Πάθενα, Παλιόστανη, Ρούδια, Στάγια είν' απ' αυτά π' απαντάν κι αλλού στην Ελλάδα25. Τα κοντινά χωριά Σμόκοβο, Μάντετση, Λιάσκοβο, Λιχνό, Ργόζανο κι οι δυο οι Χομίριανες-Πέρα και Δώθε- έρχονται με τα ονόματα τους σ' ενίσχυση των δικών μας τοπωνυμίων26. Επιστρατεύοντας, λοιπόν, τη θύμηση ανασέρνουμε μια καταχωνιασμένη και παραγκωνισμένη παράδοση, μακάβρια, αλλά πολύτιμη. Στη θέση «Ελληνικά Μνήματα», ως μια ώρ' από το χωριό ανάμεσα Σέλωμα και Λογκές, βρέθηκαν παλιοί, πρόχειροι, τάφοι, ατομικοί, καμωμένοι από μονοκόμματες πλάκες" . Ασήκωτες. Σ' αυτουνούς, του γκιρό πόπισι του μόλιμα2 στου χουριό, αποσέρνονταν, όσοι προσβάνονταν και με στωικότητα καρτερούσαν το θάνατο. Κοντά τους έπαιρναν κι από 'να μικρό λαήνι με νερό. Τα λαηνάκια βρέθηκαν πλάι στον καθένα. Τα μόνα κτερίσματα30. Ξεπαστρεύτηκαν ούλες οι φαμιλιές, εξόν από εφτά. Απ' τις 60. Τέτοιο ξεκλήρισμα. Ανάμνηση του θανατικού έχουμε σήμερα στην κατάρα των γυναικών: -Ντε π'να σι μάσ' του μόλεμαΐ... ή: -Ντε του μόλεμα!... Κι είναι σίγουροι πως έπεσε πριν από τη γνωστή μετανάστευση31. Τουλάχιστο, όσες ψυχές γλίτωσαν από τούτη την ... καλοσύνη, για να μην πούμε κι άλλου: ντόπιους, γιατί στο μεταξύ θα πλήθαιναν, βρήκαν με τον ερχομό τους οι δεκατρείς. Και δεν άργησαν να συνταυτιστούν. Και γι' άλλους λόγους και γιο το κοινό μίσος ανάντια στον Τούρκο. Έτσι, από το σμίξιμο που έκαμαν οι αυτόχθονες Νεχωρίτες με τους νέους άποικους, ξεπετάχτηκε η καινούργια Νεχωρίτικη ράτσα, ξανανιωμένη από τούτο το μπόλιασμα.


Υποσημειώσεις

Δες Δ.Χ. Παπαναγιώτου, Νεχωρίτικα Τραγούδια, Αθήνα 1977, σ. 12 και στο ίδιο, Ιστορική  αναδρομή 19
2 Αίτια Ελληνικά 13 (294) Τι το πτωχικόν κρέας παρ' Αινιάσι;
3 Και παρακάτω νηχό από συνεκφορά του τελικού ν του άρθρου στις φράσεις τον ώμο, τον ηχό.
4 Τον αγώνα, βέβαια, για τη διεκδίκηση της γης διεκπεραίωσε, από πλευράς Αινιάνων, βασιλιάς Φήμιος στη μονομαχία του με τον Υπέροχο: λίθω βαλών ο Φήμιος αυτόν αναιρεί-Πλούταρχος, ό.π.
Δ.Χ. Παπαναγιώτου, ό.π., σ. 93, αρ. 43.
Παντελής Καβακόπουλος, Κλειστός. Μουσική και χορευτική δομή. Συνέδριο Φθιωτικών Ερευνών. Γλώσσα - Ιστορία - Λαογραφία. Λουτρά Υπάτης 27-29 Απριλίου 1990. Πρακτικά. Λαμία   1993,   277-291.  Χαρούλα  Σταθοπούλου. Ο  Κλειστός χορός  στο  Νεχώρι   Υπάτης. Πολιτισμική ταυτότητα και κοινωνικοί μετασχηματισμοί. Διπλωματική εργασία 1996.
7  Δ.Χ. Παπαναγιώτου, ό.π., σ. 181, αρ. 3.
Ο λόγος το λέει, αφού πρόκειται για προφορική αποδελτίωση. Καταλαβαίνεις πόσο δύσκολο εγχείρημα. Πρόσφατ' ανάλαβε να το φέρει σε πέρας ο νεότερος φιλόλογος Χρήστος Απ. Παπαναγιώτου με τη μεταπτυχιακή του εργασία Μορφολογική ανάλυση και λεξιλόγιο του ιδιώματος Νεοχωρίου.
Φ. Κουκούλες, Βυζαντινών βίος και πολιτισμός, τ.Ε', Παράρτημα, Η νέα Ελληνική γλώσσα και τα Βυζαντινά και μεταβυζαντινά έθιμα, 1952, 5.
10  Καθένας είχε το αγαπημένο του τραγούδι που το ξεχώριζ' από τ' άλλα και που το τραγούδημά του, ο νηχός του, ήφερνε την προσωπική σφραγίδα του τραγουδιστή.
11  Η Νιόπατρα. βέβαια, η σημερινή Υπάτη. "
12   Δ.Χ. Παπαναγιώτου. ό.π., σ. 69, αρ. 2.
13  Ο διιπετής κι ακάμας. Ουρανοκατέβατος κι ακούραστος. Ο Σπερχειός, σα γλήγορος κι ορμητικός (απ' το ρ. σπέρχω-ομαι: σπεύδω, βιάζομαι, κινούμαι ορμητικά) επιζεί στο Γοργοπόταμο.
14 Τα ξερά κοντόξυλα που ξέρναγε ο Ξεριάς, το Ποτάμι (=ο Σπερχειός) σε κάθε κατεβασιά και κείτονταν παραριγμένα, παραπεταμένα στις όχτες τους. Κι αν αναλογιστεί κανένας πως το κοπέλι σε μας ήταν κυρίως νόθο, έκθετο, μπάσταρδο, μπούρδικο, είναι φανερός ο συσχετισμό; Όπως και με τα κόπελλα του Ησύχιου. Θέλεις σαν αιδοία, θέλεις σαν κόκαλα… Τόσο γυμνά και λεία.
15 Μαζί με τη Φθί' αποτελούσε το βασικό τμήμα της επικράτειας τ' Αχιλλέα, στην περιοχή του Σπερχειού και γύρ' από το Μαλιακό. Αυτωνών οι κάτοικοι ονομάζονται Μυρμιδόνες και Έλληνες και Αχαιοί. Το μαρτυράν οι παρακάτω στίχοι, απ' τον Κατάλογο των καραβιού παρμένοι, π' ορίζουν και την περιοχή της επικράτειας του φτεροπόδαρου βασιλιά:
Β 681     Νυν αυ τους όσσοι το Πελασγικόν Άργος έναιον, οι τ' Άλον οι τ' Αλόπην οι τε Τρηχίνα νέμοντο, οι τ' είχον Φθίην ηδ' Ελλάδα καλλιγύναικα Μυρμιδόνες δε καλεύντο καί Έλληνες και Αχαιοί, 685     των αυ πεντήκοντα νεών ην αρχός Αχιλλεύς Αποδώ θ' αφορμηθεί κι ο Θουκυδίδης 1.3 για να πει πως ο Όμηρος με τ' όνομα Έλληνες αποκαλεί όχι όλους, όσους κίνησαν για την Τροία, ει μη τους μετ' Αχιλλέως εκ της Φθιώτιδος οίπερ και πρώτοι Έλληνες ήσαν.
16 Α. Χατζής, Έλλη-Έλλάς-Έλλην, ΕΕΦΣΠΑ (1935-36) 128-161.
17  Στα στοιχεία που δίνει ο ίδιος ο Φοίνικας για τη ζωή του στην Ιλιάδα (Ι 434κ.) παρουσιάζεται μια τοπογραφική δυσκολία: Ο Αμύντορας, ο πατέρας του, κατοικούσε, λέει, στην Ελλάδα. Ελλάδα (και Φθία) όμως είναι και του Πηλέα η επικράτεια (Β 683 κ.α.), κι είναι οανερό πως αλλού έμενε ο Πηλέας κι αλλού ο Αμύντορας. Πρέπει, λοιπόν, να δεχτούμε πως Ελ/.άς για τον Όμηρο ήταν μια γενικότερη γεωγραφική έννοια, που περιλάμβανε και του Πηλέα και του Αμύντορα τα βασίλεια. Το παράξενο όμως είναι που στο Κ 266κ. αναφέρεται πως το σπίτι του Αμύντορα ήταν στην Ελεώνα της Βοιωτίας. Πάντως, ανεξάρτητ' απ' αυτό, όσοι παρακολούθησαν την πορεία του παιδαγωγού, όπως χαράζεται στο χωρίο, οδηγούνται στο ίδιο συμπέρασμα που κι η Σοφία Δ. Παπαδημητρίου στη συνοπτική της μελέτη Φθιώτις -Ρούμελη - Ελάάς, Φθιώτις 5 (1956) 66: Η Ελλάς, χώρα του Πηλέα και τ' Αχιλλέα, κείτεται νότια της Όθρης και γύρ' από το Σπερχειό. Εξαίρεση αποτέλεσε ο Θ.Κ. Καρατζάς με το Έλλην - Έλληνες που φιλοξένησε η Στερεά Ελλάς 38 (1972) 21-24, όπου η πολυσυζητημένη πόλη τοποθετείται κοντά στην αρχαία Μελιταία της επαρχίας Δομοκού.
18  Έργα και Ημέραι 653.
19 Η κοιλάδα, γιατί έρχεται σα γούπατο, βιγλίζοντας από ψηλά.
20          Συγκεκριμένα στα 1304, σύμφωνα μ' αφήγηση ανώνυμου Φράγκου χρονογράφου· Ι.Γ. Βορτσέλας, Φθιώτις, η προς νότον της Όθρυος, Αθήναι 1907, 26. Ως και πόλη υπήρχε μ' αυτό τ' όνομα, όπως φαίνεται από διάφορες μαρτυρίες, πλάι στο Σπερχειό. Σπουδαιότερ' η απαρίθμηση των πόλεων που γίνεται στο θρήνο για την άλωση:
Τρίκαλα με την Λάρισαν, Φέρσαλα και Φανάρι,
Ζιτούνι με το Δομοκό, Σάλωνα, Λιβάδια,
Ελλάδα, Πάτρα, Άγραφα, Βελούχι, το Πρωτόλιο
Αποδώ κι ο Π. Κ. Χρήστου, «Οι περιπέτειες των εθνικών ονομάτων των Ελλήνων, Θεσ-νίκη 1989», 125 για ύπαρξη πόλης μ' αυτό τ' όνομα δίπλα στο Σπερχειό. Αντίθετα ο Βορτσέλας, ό.π., σ. 364: Ελλάδα ο Σπερχειός.
21 Όπως πρόκαμαν τη φελούκα και τον περαματάρη. Το φελουκατζή. Σε κείνο τ' ατέρμονο πηγαινέλ' από τη μια του όχτη στην άλλη. Νια πεντάρα τα περαματάρικα. Τα πορθμεία, που θα 'λεγε κι ο Λουκιανός. Στο ύψος της Μαγούλας, λίγο παρακάτω. Γιατί το γιοφύρι στις Κομποτάδες έπεφτε πολύ χαμηλότερα. Το μολόγαγε η βαβά η Βλαχομήτραινα που πολλές φορές διαπεραιώθηκε αυτή και τα σέα της απέναντι, για τη Ζέλη. Εδώ κι 130 χρόνια.
22          Κατά το Γ.Α. Πλατή, Αλαμάνα. Ιστορική έρευνα τοπωνυμίων Φθιώτιδος, Στερεά Ελλάς 3-1 (1971) 25, ατόφια τουρκική. Κι είμαι και γω της γνώμης πως τα βαρβαρόφωνα τοπωνύμια που έχουν εξαγνιστεί, καθαγιαστεί με το αίμα των ηρωικών προγόνων μας, δεν πρέπει να μετονομάζονται.
23 Ιεροκλέους, Συνέκδημος
24  συνώνυμη γίν 'κι λίμ (ν')
25 Δες Max Fasmer, Die Slaven in Griechenland, Berlin 1941. Βέβαια, δε μου διαφεύγει πως το Ζαμπιοτσιούμαρο, ο Κουφόλογγος, το Λογκ(ι)όρεμα, στου Γαρδικιώτη, η Παλιόστανη αποτελούν δευτερογενείς σχηματισμούς που πλάστηκαν από μας, τους Έλληνες, σύμφωνα με τους φωνητικούς και μορφολογικούς κανόνες της γλώσσας μας. Μάλιστα για τούτα τα δεύτερα τοπωνύμια ο Δ. Ζακυνθηνός αποφάνθηκε πως αν και προέρχονται από λέξεις σλαβικής προέλευσης, καταχρηστικά κι αντιεπιστημονικά χαρακτηρίζονται σλαβικά- Οι Σ/.άβοι εν Ελλάδι, Αετός, Αθήνα 1945, 75
26 Γ.Δ. Δελόπουλος, Τα ονόματα των χωρών γύρω από το Νεχώρι Οίτης, Νεχωρίτικα Νέα 10 (1982)9.
27 Για πρώτη φορά γραφτή αναφορά στα Ελληνικά Μνήματα έκαμε ο Γ.Δ. Δελόπουλος, Τοπωνύμια του Νεοχωριού, Νεχωρίτικα Νέα 3 (1974) 10, επισημαίνοντας την παλαιότητα τους. Σήμερα πια είμαστε βέβαιοι πως το ελληνικός, εδώ, έχει την πολύ παλιά μεσαιωνική σημασία του ειδωλολατρικός, αρχαίος, μη χριστιανικός κι όχι για να τ' αντιδιαστείλει απ' άλλα, άλλης εθνικότητας, το πιθανότερο τούρκικης. Και μεις κερδίζουμε κάμποσα χρόνια ιστορίας Δες Ι.Θ. Κακριδής, Οι Αρχαίοι Έλληνες στη νεοελληνική λαϊκή παράδοση, ΜΙΕΤ, Αθήνα 19893. Στ' άλλα. λοιπόν, σχετικά τοπωνύμια Ελληνικό Λιβάδι, Ελληνική Καμάρα, Ελληνική Όχτα, Ελληνικά Χωράφια, ας προστεθούν και τα δικά μας Ελληνικά Μνήματα- ό.π., σ. 41.
28 Ακόμα, στα Πουρνάρια, τις Σκαμνιές, τις Κοπρισιές, την Πάθενα, την Τσιουγκανόραχη,το Μακρυκάμ(π'), όπου ξεθάβονται ανώνυμα κόκαλα.
29 Φορέας του κουνούπι θανατηφόρο κι ανυπούφερτο. Με το βάξιμο, το βούισμα στ' αφτί. ήφερνε και το μαύρο χαμπέρι. Πβ. και τις 59,60,61,62 κι 63 μαρτυρίες από Αιτωλία κι Ήπειρο στου Ι.Θ. Κακριδή, ό.π., σ. 34κ. Επίσης το σχόλιο, σ. 49: Εκείνο που κάνει εντύπωση στη·. αιτωλική παράδοση είναι ο θάνατος των Ελλήνων από το κουνούπι που τους σφυρίζει στ αφτί. Όπως έδειξε ο Στίλπων Κυριακίδης, Ημερολόγιον Μεγάλης Ελλάδος 1926, 54, το θέμα κατάγεται από έναν αισώπειο μύθο, που κι αυτός πρέπει να στηρίζεται σε λαϊκή πίστη: Ο πελώριος ελέφαντας δε φοβάται, λέει, τίποτε άλλο περισσότερο από το μικροσκοπικό κουνούπι· γιατί όταν χωθεί στ' αφτί του βαθιά, προκαλεί το θάνατο του. Και οι Έλληνες ήτα. γίγαντες· πώς μπορούσε ο Θεός να τους ταπεινώσει βαρύτερα για την αλαζονεία τους από το να τους στείλει το θάνατο μ' ένα κουνούπι;
Ενώ τις άλλες φορές το μόλεμα ήρθε με τη μορφή μαυροφορεμένης, σφιχτά μαυρομαντιλισμένης, αμίλητης κι αγέρινης γυναίκας. Συνηθισμένος τύπος προσωποποίηση: της πανούκλας.
30 Στη θέα τους, η σκέψη μας φτερουγίζει προς τα πίσω, για να τρυπώσει στην κατώρι; στέγη πόκρυψε την Αντιγόνη, γι' άλλου είδους μίασμα· ιδές τους στίχους 773-776 από την ομώνυμη τραγωδία του Σοφοκλή.
31 Και μια και τα Ελληνικά Μνήματα είν' εξάπαντος παλιότερ' απ' το 1687, η λοιμική που ήφεραν στα τόπια μας οι Βενετσιάνοι κείνη τη χρονιά1 αποδείχνεται νεότερο, μεταγενέστερο μόλεμα. Άλλωστε οι πηγές κάνουν λόγο γι' αλυσιδωτά κρούσματα. Σε μας προφορικά. Η πιο κοντινή γραφτή μαρτυρία στην Υπάτη στα 1690, όταν προσβάλθηκε και πέθανε ο τοτ’ επίσκοπος Νέων Πατρών Δανιήλ.
1πβ. τη διαθήκη του Δημ. Χαριτόπουλου με ημερομηνία σύνταξης της εφτά Αλωναυ. 1708- Κ.Ν. Σάθας, Τουρκοκρατούμενη Ελλάς (1453-1821), Καραβιάς 1995, 410. Ιδές την επίσης καταχωρισμένη στις σημειώσεις του Βαλαωρίτη για τον Αθανάση Διάκο με τ χαρακτηρισμό πολιτικό ευαγγέλιο


ΓΛΩΣΣΑΡΙ
αγέρινος· αέρινος, επίθ.: σχεδόν άυλος, διαφανής, αλαφρός, λεπτός
Αγκορτσιά, η (τόπων.)· με προθετ. α: αγριαχλαδιά· αλλά γκορτσολαίμης- με
λαιμό με σβέρκο αχαμνό, αδύνατο, έτοιμο να κοπεί· αχλαδονουρά!
αδράχνω: παίρνω ή πιάνω κάτι με δύναμη και βία· αρπάζω
Αλωνάριος· Αλωνάρης, ο: ο μήνας Ιούλιος
αμπάριζα, η· δες λ. Μια απλή γνωριμία
ανάντια· ε-, επίρρ.
ανάπλαγα, επίρρ: όλο το πλάι πλάι, την πλαγιά του βουνού, τον κατήφορο
αναπόφευχτος· -κτος, επίθ.
ανυπούφερτος·   ανυπόφερτος,   επίθ.:   ανυπόφορος·   αντ.   υποφερτός  [μσν.
ονυπόφερτος]
αοιδός, ο: στην αρχαία Ελλάδα, ποιητής και τραγουδιστής επικών ποιημάτων
απαλάμη·παλάμη, η
απλωσιά, η: τόπος ανοιχτός κι ευρύχωρος· συνών. ανοιχτωσιά, η
αποκοτάω:  αποτολμώ·  αποκοτιά, η: υπερβολική τόλμη, παρακιντυνεμένη
νυχραιμία, ριψοκίντυνη ενέργεια
άσωτος· άσωστος, επίθ.: που δε σώνεται, που δεν τελειώνει, ατέλειωτος
αφορμώμαι: ξεκινάω από κάτι, το έχω ή το χρησιμοποιώ σαν κίνητρο, αιτία,
ή αφορμή· ορμώμαι
Αφράτης, ο: ο Ευφράτης
βαρβάτος, ο (γι' αρσ. ζώο): που δεν είν' ευνουχισμένος
βιο, το: το βίος, η περιουσία· τ' αγαθά
Βίστριτσα, η: ο αρχαίος Ίναχος
γενίκεψη· γενίκευση, η
γίν'κι· γίνηκε: έγινε
γιοφύρι· γε-
γυάλισε ο τόπος: γίνηκε ... γιαλός, πλημμύρισε· συνών. πελάγωσε! (= έγινε
πέλαγος)
δα, μόριο βεβ.: βέβαια, φυσικά
Διδώ, η: αδερφή του Πυγμαλίωνα, βασιλιά της Τύρου. Όταν ο αδερφός της
σκότωσε τον άντρα της για να του πάρει τους θησαυρούς του, έφυγε και με
στόλο που τοίμασε άραξε τελικά στη βόρει' αχτή της Αφρικής. Κει βασίλευε ο
Ισάρβας. Στην αρχή αρνιέταν στο βασίλειο τους Τύριους. Όταν όμως η Διδώ
του ζήτησε, με πληρωμή, τόσον τόπο, όσο πιάνει ένα βοϊδοτόμαρο, γελάστηκε
από τη φαινομενική ολιγάρκεια και της παραχώρησε το μέρος. Ακολούθησε η
ίδια διαδικασία που περιγράφω στο κείμενο. Έτσι χτίστηκε η Καρχηδόνα.
Γύρω στο 880 π.Χ.
δρακοντοκτονία, η: αυτή του αγίου Γεωργίου
ελλόγιμος, επίθ.: λόγιος, γραμματιζούμενος
επίγονος, ο: ο γεννημένος κατόπιν, ο απόγονος
Ζέλη, η: το Ζηλευτό· άλλο το Ζέλι Λοκρίδας
θωριά, η: εξωτερική εμφάνιση, όψη, μορφή, παρουσιαστικό [μσν. θωριά (στη
νέα σημ.) <θεωριά < αρχ. θεωρία (= θέα, θέαμα)]
ικέτης, ο: στην αρχαία Ελλάδα, αυτός που ζητούσε προστασία ή εξαγνισμό,
καταφεύγοντας σε τόπο ιερό
Ίναχος, ο: ο κυριότερος παραπόταμος του Σπερχειού, η σημερινή Βίστριτσα
καθημερνός- -ρινός, επίθ.
κακογραμμένος, μππ.: που η μοίρα του έχει ορίσει, του έχει γραφτό άσκημο
τέλος
κακομοιρωμένος, μππ: που οι μοίρες του έγραψαν την ώρα που γεννιέταν
κακό ριζικό
κακοχειμασμένος, επίθ.: αυτός που δοκιμάστηκε σκληρά το χειμώνα, που
ξεχείμασε δύσκολα· κακοχειμασμένη Δωδώνη, απόδοση του δυσχείμερος της
Ιλιάδας (Π 234): που έχει βαρύ χειμώνα
καληώρα, επίρρ. τροπ.: όπως, παραδείγματος χάρη· καλή ώρα
καλοθέλοντα(ς): εκούσια, με τη θέληση, οικειοθελώς· αντ. φρ. με το στανιό
καλοσυνάτα, επίρρ.: με καλοσύνη
καμαροβεργολυγερή, η: χαρακτηρισμός ψηλής, λεπτής και λυγερής γυναίκας
με καμαρωτό περπάτημα· αντίθ. κοντοχαμαϊδούλα, η [καμάρα+βέργα+λυγερή]
κατάλογος των καραβιών, ο: ο νεών κατάλογος, η Β ραψωδία της Ιλιάδας,
όπου γίνεται ακριβής απαρίθμηση των ελληνικών δυνάμεων που πήραν μέρος
στον τρωικό πόλεμο
καταχωνιασμένος  (μππ.  του  καταχωνιάζω):  κρυμμένος,  τρυπωμένος στ'
άβαθα
κατεβασιά, η: ορμητικό ρεύμα ποτάμιου ή χείμαρρου
κατωρυξ, -χος, η (αρχ.): όρυγμα, λάκκος, λαγούμι- κρύπτ' ή θάλαμος σε
βράχο λαξεμένος
κατώμερα, τα: τα κάτω μέρη, τα χαμηλώματα, τα πεδινά, ο κάμπος· πβ. τ'
αϊτού:
δεν πάει τα κατώμερα να καλοξεχειμάσει (Πολίτης 24)· κατωμερίτης,  ο:  ο  καμπίσιος,  ο  πεδινός·   αντίθ.  ανωμερίτης,  ο:   ορεινός, ορεσίβιος, βουνίσιος· ο μαδαρίτης των Κρητικών (μαδάρα, η: βουνό, ορεινός τόπος)
κοντεύω: πλησιάζω, έρχομαι πιο κοντά σ' ένα δεδομένο σημείο, τοπικό ή χρονικό· τριτοπρ. με το να: λίγο θέλει· κονντεύ' να φέξ' β. λίγο έλειψε,
παραλίγο να...: κόντιψι ναχαθούμι!· συνών. ζυγώνω, σιμώνω- αντ. αλαργεύω,
ξεμακραίνω
κόντεψε: λίγο έλειψε
κάπελα, τα: τα ξερά κοντόξυλα που ξέρναγε ο Ξεριάς, το Ποτάμι (= ο
Σπερχειός) σε κάθε κατεβασιά και κείτονταν παραριγμένα, παραπεταμένα στις
όχτες τους, ενώ το καλοκαίρι, άμα στέρευαν, στις κοίτες τους, ανάμεσα στα
κροκάλια-   φωτόξυλα για την καλύβα·   σύρι μάσι  κάνα κόπιλου!-  κι  αν
αναλογιστεί κανένας πως το κοπέλι  σε  μας ήταν κυρίως νόθο,  έκθετο,
μπάσταρδο, μπούρδικο, είναι φανερός ο συσχετισμός· όπως και με τα κύπελλα
του Ησύχιου· θέλεις σαν αιδοία, θέλεις σαν κόκαλα- τόσο γυμνά και λεία· δες
και σημ.
Κοπρισιές, οι· Γ.Δ.Δελόπουλος, Χωράφια στο Νεχώρι Οίτης, Ν.Ν. 20 (1992)
40
κτέρισμα, το:  στην αρχαιότητα, τ'  αντικείμενα που έβαναν κοντά στον
πεθαμένο, στον τάφο του, αντικείμεν' αξίας, καθημερινής χρήσης ή αγαπητά
σ' αυτόν, όσο ζούσε
λαλιά, η: φωνή, μιλιά- συνών. κρίση, η (κρένω: μιλώ)
λιποψυχιά· -χία, η: δείλιασμα, λιγοψυχιά
λογοφέρνω: μαλώνω, λογομαχώ, φιλονικάω
μαθηυτούδια· μαθητ-, τα: μαστορόπουλα· στον αριθμό εξήντα συμφωνεί κι ο
Α. Ιατρίδης, Συλλογή δημοτικών ασμάτων, Αθήνα 1859, σ. 28, αλλά τους
μαστόρους τους ανεβάζει σε χίλιους τρακόσους!:
Χίλιοι τρακόσιοι μάστοροι κι εξήντα μαθητούδια καμάρα ν-εστεριώνανε, γεφύρι στην Ελλάδα και στη σ. 29, σημ. 2: Ελλάς, Σπερχειός ποταμός της Φθιώτιδος, έχων τας πηγάς αυτού εκ του όρους Τυμφρηστού, μετονομασθείς δε υπό της κατά τον μέσον αιώνα Φραγκοκρατίας, Αλαμάνα
μαυρομαντιλισμένη, η: γυναίκα με μαύρο μαντίλι στο κεφάλι, στα μαλλιά σ' ένδειξη πένθους· πβ. μαυρομαντιλούσα, η: προσωνυμία της Παναγίας, όπως παριστάνεται σε κάποιες εικόνες ή τοιχογραφίες να φοράει μαύρο μαντίλι μεράδι, το: μέρος, κομμάτι, τμήμα ενός συνόλου, μερίδιο Μισολογγίτης ποιητής: ο Κωστής Παλαμάς για την Κύπρο μοιριολόι· μοιρο-
μόλιμα·   μόλεμα,   το:   λοιμός,   πανούκλα·   ρ.  μολεύω  (=   μολύνω)·   μτχ. μολεμένος
μονοκοπανιά, επίρρ.: μεμιάς {μόνο + κοπανιά (< κόπανος)+ -ιά] μπόλιασμα,  το:   ο   εμβολιασμός,  το  κέντρωμα  (=   μπόλιασμα  φυτού   μ' ενοφθαλμισμό)
νεροσυρμή, η: φυσικό αυλάκι, κατηφορικό, όπου σέρνουν, κυλάν τα νερά της
βροχής· νια νιρουσυρμή (= λίγο νερό)
Νιόπατρα, η: η Υπάτη. Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς πήρε την ονομασία
Νέαι Πάτραι. Πάντως πρώτη μνεία του νέου ονόματος βρίσκουμε σ' έγγραφο
περί μεταθέσεως επισκόπων, που εκδόθηκε την εποχή του Πατριάρχη Φωτίου
(858-867) κι όπου αναφέρεται ότι ο Νέων Πατρών μετατίθεται στη Λαοδίκεια
της Φρυγίας· Γ. Ράλλη - Μ. Ποτλή, Σύνταγμα των θείων και ιερών κανόνων,
Αθήνα 1852-59, τ. 5, 393. Σιμά κοντά που η Λαμία μετονομάστηκε Ζιτούνι. Η
Υπάτη, αφού πέρασε διαδοχικά στην κυριαρχία του δουκάτου της Ηπείρου
(1218), των Φράγκων και των Καταλανών (1319-1391), καταλήφθηκε τέλος
από τους Τούρκους το 1394 και μετονομάστηκε Πατρατζίκ: Ο σουλτάνος
Βαγιαζήτ   Α'   εξαφάνισε   το   1394   και   τα   τελευταία  υπολείμματα   της
καταλανοκρατίας και μετέβαλε τις Νέες Πάτρες στο Πατρατζίκ των Τούρκων
Χρύσα Μαλτέζου, Λατινοκρατούμενη Ελλάδα - Βενετικές και γενουατικές
κτήσεις, ΙτΕΕ, τ.9, 256, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών 1979
οικεία κακά: συμφορές που πλήττουν κάποιον προσωπικά
όχτη, η: όχθη
παραγκωνισμένος   (μππ.   του   παραγκωνίζω):   βαλμένος   στο   περιθώριο,
παραμερισμένος
περαματάρης, ο: οδηγός βάρκας ή σχεδίας με την οποία μεταφέρει κόσμο και
πράγματα στην αντίπερ' αχτή ή όχθη
περαματάρικα, τα: η αμοιβή του περαματάρη, του βαρκάρη για το πέρασμ'
απέναντι
πετροπελεκι, το (κατά το αστροπελέκι): το πετροβόλημα, τ' αθρόο ρίξιμο ή
σπάσιμο λιθαριών στο θέμελο· [πέτρα+πελέκι < ελνστ. πελέκιον, αρχ. πέλεκυς]
πηγαινέλα, το: συχνή, επανειλημμένη κίνηση μετάβασης κι επιστροφής που
συχνά δηλώνει βιασύνη, έντονη κινητικότητα [προστ. πήγαινε + έλα μ'
αποφυγή της χασμ.]
πλανιώμαι· πλανιέμαι και πλανώμαι: περιπλανώμαι
πλιατσικολόγος ο: αυτός που κάνει πλιάτσικο, άρπαγας· ρ. πλιατσ(ι)κολογάω
(= λεηλατώ, αρπάζω) κι η πράξη πλιάτσ(ι)κολό(γ)ημα, το [αλβ. ρΐαςκβ < σλαβ.
ρΙ]αί$κά\
πλιο· πιο
πόκρυψε (κράση)· που έκρυψε
πορθμεία, τα: το αντίτιμο, τα ναύλα για τη διαπεραίωση στην απέναντι όχθ' ή
ακτή· πβ. Λουκιανό, Νεκρ. Διάλ. 22.1: Χάρων: Άπόδος, ώ κατάρατε, τα
πορθμεία
προσβάνω· -βάλλω
προχωρέσουμε· -ρήσουμε
Ραχιωτολιάς, ο: Ηλίας Ραχιώτης
ρετσινοκέρι, το: κερί από ελατορέτσινο· πβ. ρετσ(ι)ναργιά, η: έμπλαστρο από
ρετσίνι, πίσσα έλατου
ριζά, τα: ο πάτος, του χωριού οι ρίζες· για βουνό: οι πρόποδες· τόπων, στ' Ριζέ
ροϊδίζ' η δύση: αρχίζει να ροδοβάφεται, να παίρνει ρόδινο χρώμα
ρούχα χωρίς στημόνι - υφάδι: κουρέλια
σβόλος και βόλος, ο: μικρή μάζα λάσπης στρογγυλεμένη
Σκαμνιές, οι· σημαίνει τόπο με σ(υ)καμ(ι)νιές· μουριές
σμίξιμο, το: αντάμωμα
Στάγια, η· Γ.Δ. Δελόπουλος, Βρύσες και πηγές..., Ν.Ν. 12(1984)7
σταλιά, η: για πολύ μικρή ποσότητα υγρού και μ' επέχταση για πολύ μικρή
ποσότητα, έχταση- γι' άνθρωπο μικρόσωμο, μικροκαμωμένο, τοσοδά
συνταυτίζομαι: αποχτάω τις ίδιες συνήθειες, την ίδια νοοτροπία με κάποιον
άλλον· ταιριάζω
συχωρέσει· συγχωρήσει
φελούκα, η: είδος βάρκας, χαμηλής στενής κι άφραχτης που κινούνταν με
κουπιά· σχεδία [ίσως αντιδ. < ιταλ.βΐυοα < γαλλ. βίοιιφιβ < αραβ. βΐύκα <
ελνστ. εφόλκιον (= βαρκάκι που ρυμουλκείται από το καράβι)]
φελουκατζής, ο: ο ιδιοχτήτης, ο κυβερνήτης φελούκας
Φέρσαλα, τα: τα Φάρσαλα
χάχανο, το: γέλιο κοροϊδευτικό [μσν. χάχανον < χα χα (ηχομίμ.)]
χτένω: χτίζω
ψυχή, η: άνθρωπος· δεν υπάρχ' ψχη· συνών. φρ. δεβλουγάει κανένας

Επιμέλεια-Ανάρτηση: Τάκης Ευθυμίου







Δεν υπάρχουν σχόλια: