TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Τρίτη, 6 Μαΐου 2014

Μάγκες & ...Κουτσαβάκια (3)

ΜΑΓΚΕΣ και ΚΟΥΤΣΑΒΑΚΙΑ (Η …ΔΙΑΦΟΡΑ) (3)
-Περιοδολόγηση στο Λαϊκό Αστικό Τραγούδι-
[Του Μπάμπη Κ.  Μώκου]
Πληθώρα λαογράφων, Αθηναίων κυρίως, αναφέρονται σε σχέση   με τα παραπάνω και προσδιορίζουν την «μαγκιά» σαν νοοτροπία, μοντέλο αναβίωσης του «κουτσαβακισμού». Άλλο όμως μάγκας και άλλο κουτσαβάκι, καμιά σχέση. Ο μάγκας έχει μπέσα. Τα κουτσαβάκια όχι. Ποτέ οι μάγκες δεν χρησιμοποιούν τη λέξη  «κουτσαβάκι» με την θετική έννοια.
Ο Μάρκος είπε: «Μάγκας θα πει, μία οκά φιλότιμο κι ένα «παπόρο» μπέσσα».
Για την ιστορία τα κουτσαβάκια εμφανίζονται και δρουν κυρίως στην Αθήνα (περιοχή Ψυρρή) στην Πλατεία Ηρώων και στου «Καποδίστρια», επί της σημερινής οδού Μιαούλη, χρονικά στο τέλος του 19ου αιώνα  ανάμεσα στη βασιλεία του Όθωνα και του Γεωργίου του Α΄. Είναι τύποι του απόλυτου περιθωρίου. Θρασύδειλοι, εριστικοί χαμερπείς, είρωνες στους περαστικούς, τρομοκρατούν  τον κόσμο και «τραβούν» μαχαίρι για ψύλλου πήδημα, ταραχοποιά στοιχεία, τραμπούκοι, άθλιοι, κάτι σαν τους σημερινούς «νονούς». Κοινωνιολογικοί ερευνητές, προσπαθώντας να αποτιμήσουν-αιτιολογήσουν την συμπεριφορά των κουτσαβάκηδων, μιλούν, εκτός των άλλων, για  «κάστα λούμπεν», «επιδειξίες –φιγουρατζήδες, με υπερβολική φαλλοκρατική αντίληψη», χαρακτηριστικό  αρσενικής –ανδροκρατικής ηλίθιας  παθογένειας.
Ιδιαίτερα συνήθης, σκόπιμη, προσφιλής τους τακτική να ρίχνουν το ζωνάρι τους στο δρόμο για να το πατήσει κάποιος και ν’ αρχίσουν καυγά. Αρκεί  να τους «στραβοκοιτάξεις» και τελείως αναίτια να σου επιτεθούν.
Ποια όμως ήταν η προέλευση των κουτσαβάκηδων; Πώς προέκυψαν; Κάθε αντικοινωνική ομαδοποίηση, κάθε ιδιαίτερη, ιδιόμορφη «δράση», έχει τα αίτια και τα αιτιατά της. Θετικά η αρνητικά.
 Οι εκ των υστέρων αναλυτές, η ευρύτερη κοινωνία, καθώς και εμείς σήμερα, έχουμε σχηματοποιημένη γι’ αυτούς  τη χειρότερη εικόνα, άθλια, απερίγραπτα απαξιωτική(;).

Αν όμως κανείς ανατρέξει στην νεοελληνική ιστορία και κύρια στην ιστορία των μεταεπαναστατικών του 1821 χρόνων, θα διαπιστώσει τα παρακάτω:
 Οι κλέφτες, αρματολοί και οι απλοί λαϊκοί πολεμιστές της επανάστασης, από το 1827 και εντεύθεν, για τους αγώνες και τις θυσίες τους, αναμένουν οφέλη ανταποδοτικά. Περιμένουν  δηλαδή  από την υποτυπωδώς μορφοποιημένη  τότε εξουσιαστική Αρχή να τιμήσει ανταποδοτικά τη δράση τους.
Κι αφού αρχικά αρκούνται  σε μέρος από τα …λάφυρα του εχθρού, ή άλλου είδους αναγνώριση(κάθοδο στα πεδινά, κλήρο γης κ.λ.π.), τώρα αγριεμένοι και με τρόπο «παλαιοβουκολικής» νοοτροπίας γυρεύουν  «αποκατάσταση»-επιβράβευση γιατί «αυτοί και μόνον αυτοί έδιωξαν τους …άπιστους». Τώρα λοιπόν μαινόμενοι συγκροτούν «μέτωπο» με πρώτους αντίπαλους τους Προεστούς και τους Κοτσαμπάσηδες, τους οποίους από καιρό μισούν για τις «υπηρεσίες» τους στον στυγνό κατακτητή. Δεν καταλαβαίνουν τον όρο «ελευθερία» (έτσι τον αντιλαμβάνονται) και ανάλογα δρουν και συμπεριφέρονται. Φορτικότατα, θεωρώντας τους εαυτούς τους απόλυτα αδικημένους, παραγκωνισμένους, πιεστικά  και με τραχείς συμπεριφορές, απαιτούν δηλαδή, άμεσα ανταλλάγματα ελάχιστης κοινωνικής αποκατάστασης για τις υπηρεσίες που πρόσφεραν στην πατρίδα. Και απαιτούν, προσδοκούν,  κοινωνική ένταξη ή παραχώρηση γης, αξιώματα, έστω και κατώτερα και γενικά αναγνώριση για όσα προσέφεραν  πολεμώντας τον Τούρκο. Συνειδησιακά έχουν  βαθειά εσωτερικά την πεποίθηση πως ναι μεν πολέμησαν για την ελευθερία, αλλά ελευθερία γι’ αυτούς σημαίνει καταφανή αλλαγή όρων διαβίωσης, κυρίως κατά την ορεσίβια, άτακτη νοοτροπία ζωής.
Αυτό ποτέ δεν το καταφέρνουν και είναι  το μεγάλο παράπονό τους, αφού οι  διοικούντες λόγω της  παλαιοβουκολικής τραχείας συμπεριφοράς τους τούς θεωρούν αγρίμια …ανυπότακτους, απείθαρχους, παρακατιανούς, μη αποδοχείς-μη επιδεκτικούς καμιάς προσπάθειας  συνεννόησης και σε κανένα αίτημά τους δεν  ανταποκρίνονται.
Κι αφού οι τοπικοί πολέμαρχοι ζουν, υπάρχουν ακόμα και διαθέτουν τεράστια δύναμη επιρροής ανάμεσα στους αγωνιστές κι αφού οι τελευταίοι  μόνον αυτούς αναγνωρίζουν και όχι τους «ξενόφερτους καλαμαράδες» (όπως έλεγαν), ανενδοίαστα συσπειρώνονται λοιπόν γύρω απ’ αυτούς και τους γόνους τους , ομαδοποιούνται  και  πολεμούν κάθε κυβερνητική απόφαση ή μέτρο, φθάνοντας σε σημείο να ανέχονται με το ζόρι έως  μη αποδοχής την όποια γι’ αυτούς …ξενόφερτη διακυβέρνηση.
Έτσι  επιδίδονται σε συμπεριφορές αυθαίρετες, αντιδραστικές, πολλές φορές  συνωμοτικές – ακόμα και σε προσπάθειες υποδαύλισης, υπονόμευσης της κρατικής εξουσίας, φθάνοντας ακόμα μέχρι σε αυτοδικίες  ακόμα και σε εγκλήματα. (Δολοφονία Καποδίστρια κ.λ.π.).
Η κυρίως μετά το 1833 κρατική εξουσία, είναι αλήθεια, έχει  δύσκολο έργο για το πως θα χειριστεί αυτούς τους τραχείς  ανθρώπους, που οι περισσότεροι είναι  αγράμματοι, απροσάρμοστοι …αγρίμια των βουνών και των λημεριών, ανυπότακτοι και δεν καταλαβαίνουν  τι σημαίνει να ανήκεις και να διοικείσαι από συντεταγμένο κράτος.
Θέλει να  τούς ικανοποιήσει  αλλά αδυνατεί , αφού το κράτος είναι ακόμα ασύνδετο, ασυντόνιστο και οι πόροι που διαθέτει ελάχιστοι. Αυτή την αδυναμία οι αγωνιστές την αντιλαμβάνονται σαν προσβολή, παραγκωνισμό, ότι οι κυβερνώντες  πονηρά, τους αγνοούν παραδειγματικά . Τότε λοιπόν και  αντιδρούν λυσσαλέα.
Η αντιπαλότητα  είναι πλέον εμφανής. Τα πράγματα φθάνουν σχεδόν
στο απροχώρητο. Τότε η  κρατική εξουσία επανέρχεται, διορίζει μερικούς  κρατικούς  χωροφύλακες αλλά  οι υπόλοιποι  δεν έχουν στον  ήλιο μοίρα. Αυτοί λοιπόν οι άλλοι …οι υπόλοιποι που είναι και οι περισσότεροι  σηκώνουν παντιέρα και δημιουργούν  κίνημα παρόμοιο με αυτό  του «Απελατισμού».
Διαμορφώνουν   δηλαδή  ένα κίνημα …αντιπερισπασμού,  ένα τρόπο ζωής  ολοφάνερα αντιδραστικό προς την εξουσία αλλά κυρίως  προς τους πρώην συντρόφους τους που τώρα είναι  βολεμένοι. Νόμος γι’ αυτούς είναι το …εγώ που πρέπει πρώτος να επιβραβευθώ, να έχω ανταπόκριση, να ικανοποιηθώ και δεν καταλαβαίνω  κάθε εξουσιαστική επιβολή. Νόμος για μένα είναι ο δικός μου νόμος. Τάξη για μένα είναι η δική μου τάξη. Αυτή είναι και η λογική τους.
Συνεχής «κοινωνικός αυτοματισμός», όπως θα λέγαμε σήμερα, τους σπρώχνει  στο απόλυτο περιθώριο, σε πράξεις πρωτόγνωρης αυθαιρεσίας-αυτοδικίας και τρόπο ζωής κλειστό, ακανόνιστο, χωρίς ίχνος δομικής συλλογικότητας, συνεχούς παραβατικότητας.
Αυτό και διαμορφώνει  πλήρη αντιθετικότητα με την νόμιμη κοινωνικότητα και, εν πολλοίς, αναπροσδιορίζει  τη στάση της κρατικής αρχής απέναντί τους  που σκληραίνει βάναυσα  και ό,τι πλέον προκύπτει  δεν είναι πλέον, παρά ένας …πόλεμος, ένα «κρυφτούλι», ένα αδυσώπητο, ανελέητο κυνήγι διαρκείας  ένθεν –κακείθεν.
«Απελάτης» τι σημαίνει; Σημαίνει  πρακτικά, τον ατίθασο, τον ανυποχώρητο, άξεστο, που έχει «δικό του θεό», τον  προκλητικά επικαλούμενο αξιωματικά την αντρειοσύνη του και μόνον σαν «πρώτιστη αρετή», τον εν τέλει προκλητικά  αντικοινωνικό, περιθωριακό  που δεν καταλαβαίνει από νόμιμη τάξη, τον αντιθετικό, τον με κάθε τρόπο αντιδραστικό που ζει  μέσα σε ένα περίγυρο στενό, εξειδικευμένο – μια δική του… κοινωνία, τον απροσάρμοστο, τον ασύντακτο και σε καμιά περίπτωση προσαρμόσιμο σε κάθε είδους και μορφής κοινωνία. Που λογίζει «αφεντικό» τον εαυτό του και μόνο.
Αναφορά στους Απελάτες κάνει με δικό του τρόπο στον «Δωδεκάλογο
του Γύφτου» ο Κωστής Παλαμάς:

                 «Και τους τρέμουνε των κάμπων οι κιοτήδες
                 και με ονόματα τους κράζουν πονηρά.
                 Κλέφτες  και απελάτες και προδότες
                 τους μισούν οι Βασιλιάδες κι όλ’ οι τύραννοι…».

Αναφορά στα χαρακτηριστικά του «Απελατισμού» κάνει και ο Νίκος
Μπελλογιάννης  στο  κεφάλαιο «Πρώτες μακρινές ρίζες» του βιβλίου
του «Κείμενα από την Απομόνωση».
Χρόνο με το χρόνο, η αντίδραση, το μίσος  και η στάση αυτών των ανθρώπων προς  την  κρατική εξουσία αρχίζει  να παίρνει διαστάσεις απόλυτα προκλητικές  και οι παρεκκλίνουσες συμπεριφορές τους χαρακτηρίζονται από υπερβάλλουσα αυθαιρεσία και τρόπο ζωής ιδιαίτερα προκλητικά αντικοινωνικό.
Τώρα πιστοποιούνται, διαφαίνονται οι πρώτες τάσεις ««αστικοποίησης», μετά τον διωγμό του Τούρκου, πλήθος καταφεύγει στα μεγάλα κέντρα, τις πόλεις.
Ομαδοποιημένοι  λοιπόν, ρακένδυτοι, ανασφαλείς, χωρίς απασχόληση, έρμαια, ακανόνιστοι, χωρίς προορισμό ζωής, καταφεύγουν, κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα όπου και προσπαθούν να επιβιώσουν με κάθε μέσον και τρόπο. Τα μέσα όμως και οι τρόποι που χρησιμοποιούν δεν έχουν καμιά σχέση με κάθε μορφής νόμιμη διαδικασία και πράξη.
Έτσι  είναι  πρώτοι σε κάθε μορφής εγκληματικές πράξεις.
Στις πόλεις έρχονται σε επαφή με …παρατρεχάμενους που ήδη έχουν καθιερώσει νόμο-τρόπο ζωής «υπόγειο» και πλέον σαν αποτέλεσμα μ’
αυτού του είδους την κοινωνική  επιμιξία προκύπτει ένα ιδιόμορφο άλλου είδους μυστήριο, αυτόνομο, πρωτόγνωρο  κοινωνικό περιθωριακό στρώμα του …τσαμπουκά και της αυθαιρεσίας. Πάντα, βέβαια στην εθιμικότητά τους έχει  προεξάρχουσα θέση η διασκέδασή τους, που πλέον δεν έχει  καμιά σχέση με τα Δημοτικά η άλλου είδους τραγούδια που την εποχή εκείνη επικρατούν σε τόπους μη αστικούς.
Καθώς είναι επιρρεπείς σε λούμπεν συμπεριφορές, δεν μπορεί παρά και οι επιλογές διασκέδασής τους,  να είναι  παρόμοιες. Κι αφού βρίσκουν «ανοικτή» την πόρτα λαϊκών ακουσμάτων του περιθωρίου, των φυλακών, μπαίνουν, προσεταιρίζονται, οικειοποιούνται-ταυτίζουν  τις μουσικές τους διαθέσεις με τεχνοτροπίες παρακατιανές, πρωτόγνωρες, αντίθετες σ’ αυτές της άρχουσας τάξης, κυρίως ανατολίζουσες. Οι ίδιοι, αφού μπαινοβγαίνουν στις φυλακές και στα κρατητήρια, ουσίες, ναρκωτικά, πορνεία, αγωνία  για την επικείμενη δίκη και καταδίκη, αυτά είναι που τους απασχολούν, τα βιώματα, οι παραστάσεις τους.
Ακριβώς  ό,τι ήδη καταγραμμένο, σε  στίχους ιδιόμορφους και ενός άλλου είδους μουσική απ’ όπου λείπουν τα πνευστά και βασιλεύει ένα είδος όργανου σαν μικροταμπουράς, σαν τον κατοπινό μπαγλαμά, εύχρηστο, ελαφρύ, συνήθως αυτοσχέδια κατασκευή. Αυτό το όργανο είναι πρόχειρό στη χρήση, εύχρηστο, εύκολο  και μπορούν, λόγω μεγέθους, να το κρύβουν σε κάθε περίπτωση, εύκολα, από τους δεσμοφύλακες. Άλλωστε πολλοί απ’ αυτούς ενασχολούνται  στις φυλακές με τη μουσική, τη δική τους όμως μουσική, μια άλλη αλλόκοτη, περίεργη μουσική, όπου στον στίχο βασιλεύουν σαν αυθόρμητη έμπνευση τα δίστιχα.
Στη φυλακή λοιπόν του Μεντρεσέ αλλά και στην Παληά Στρατώνα, πρωτοεμφανίζεται απ’ αυτούς τους παραβατικούς ανθρώπους  ένα άλλο είδος τραγουδιού, τα Μουρμούρικα η Ντουζενάτα.
Τραγούδια άμετρα κατά τον στίχο, μελωδίες  «μελισματικές» (με εμφανέστατη ανατολίτικη μελωδική χροιά και στίχους αυτοσχέδιους. Σε τόνο βαρύ, ασήκωτο  καταδεικτικό της «βαθειάς οδύνης»  του παράνομου φυλακισμένου).
Σημ: Μουρμούρικο ή σε Ντουζένι είναι το τραγούδι, όπου η πάνω Τρίτη χορδή του μπαγλαμά, της πανδουρίδας, του ταμπουρά δεν «πατιέται» με το δάκτυλο στο «τάστο» του όργανου, ώστε κατά το παίξιμο να κρατιέται διαρκώς ένα «ίσο» δηλαδή μια απεριόριστη «ισοκρατία». Πρόκειται  για εκπληκτική μέθοδο παιξίματος, γλυκιά κατά τη μελωδική απόχρωση και απόλυτα ιδιαίτερη στη μορφοποίηση ενός «γεμάτου» ύφους τραγουδιού.
Σημ: Φανταστικοί στα ντουζένια και καραντουζένια υπήρξαν αργότερα ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Κερομύτης και ο Απόστολος Χ’’χρήστος. Το ντουζένι είναι ο απόλυτα «εμπρηστικός» μελωδικά τρόπος, ο υπέροχα, διαπεραστικά συγκινησιακός, του τρίχορδου μπουζουκιού.
Το τραγούδι όμως, κανένα τραγούδι δεν μπορείς να το …αλυσοδέσεις,
να το μαντρώσεις, όσο ψηλά και θεόρατα να είναι τα τείχη, όποιας φυλακής. Η μελωδία και ο στίχος θα …καβαλήσουν τον αέρα, θα βγουν έξω, θα ελευθερωθούν και θα γίνουν μιλιά, απαντοχή, απάντηση  σε όσους  δεν μπορούν να συμβιβαστούν με την αδικία και τη …σκλαβιά.  Έτσι αυτά τα τραγούδια και ο τρόπος τους «τρύπησαν τους τοίχους  της  φυλακής  και «περπάτησαν» παραέξω, όπου οι …ανυπόμονοι «εκτός» τα υιοθέτησαν, τα μορφοποίησαν μελωδικά, υιοθετώντας τον «ντουζένικο» τρόπο και δημιούργησαν  μουσικό πλούτο  ζηλευτό, που χρόνο με το χρόνο πέρασε και στον γύρω πλατύ υποβαθμισμένο κοινωνικό περίγυρο - στη φτώχεια - σαν τραγούδι διαμαρτυρίας, παράπονου, επισήμανσης  της κοινωνικής  αδικίας και ταξικής ...ανισορροπίας.

                          «Παίξε γιαβάσικη πενιά
                          κι ένα γλυκό ντουζένι
                          για να σ’ ακούσει μια ψυχή
                          που σε… καταλαβαίνει».

(Απόσπασμα από το τραγούδι του Χ’’χρήστου «Ήρθαμε να γλεντήσωμε, Χαντζηχρήστο»).

Ακριβώς αυτή την εποχή, δηλαδή στα 1850, αρχίζει να αναδεικνύεται το Λαϊκό Αστικό Τραγούδι, αφού για τον κάτοικο των μεγάλων αστικών κέντρων, τα Δημοτικά έχουν σχεδόν μπει στην άκρη. Κι αυτή, κατά την ταπεινή μου άποψη, η παραπάνω δηλαδή θεώρηση, προκύπτει αποδεικτικά σαν ιστορικά θεωρημένη  πρωτεύουσα αιτία, αφορμή, για τη δημιουργία του ρεύματος του κουτσαβακισμού, που εν πολλοίς «βόλευε» για την εποχή την περιβόητη αστική τάξη, σαν πρωτεύον συγκριτικά σημείο –στόχο-άλλοθι  αντίδρασης για να κάνει – όπως πάγια τη… δουλειά της.
Όσο για τα τραγούδια που εμπεριέχουν «δόση» μαγκιάς ή κουτσαβακισμού παρα την «περιθωριακή» κατά τους ισχυρισμούς του  αστισμού θεματολογία τους, σε πείσμα διάφορων, πολλά απ’ αυτά είναι που ως τις μέρες μας τραγουδιούνται και είναι υπέροχα.
Και κάτι τελευταίο: Το ότι κάποιος τραγουδά και ευχαριστιέται ένα  τραγούδι αυτού του είδους, δεν σημαίνει και καλά ότι ταυτίζεται με την θεματολογία του και βέβαια  κατ’ ανάγκην  με το «ποιόν», την …πολιτεία  του κάθε τραγουδοποιού. Σου αρέσει, σε ευχαριστεί αυτό που ακούς και  όχι η …φάτσα, τα ελαττώματα, το φέρσιμο, η εν γένει συμπεριφορά του κάθε δημιουργού. Για οποιοδήποτε αποτέλεσμα, προϊόν τέχνης, αυτό άλλωστε είναι παραδοχή. Αν κάτι, δεν το αποδέχεσαι, προσπέρασέ το, αγνόησέ  το,  μην το… τιμάς. Και πάντως μην το απαξιώνεις.


Επιμέλεια-Ανάρτηση: Τάκης Ευθυμίου

Δεν υπάρχουν σχόλια: