TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2016

Μνήμες Λέλου απ' την Κατοχή

Μνήμες του Λέλου (Λεωνίδα Πάνου) απ’ τη Γερμανική Κατοχή
Νίκος Δημητρίου Παπαδιονυσίου

Ο Νικόλας δεν λησμόνησε τις μνήμες του Λέλου από την Κατοχή, αυτές που ζήτησε και του διηγήθηκε το 1978-79. Πατέρας της συντρόφου του, παλιοκοκκινιώτης, αξιόπιστη μαρτυρία, θα ήταν κρίμα να ξεχαστούν καθώς έφυγε απ’ την ζωή.  Άλλωστε του το είχε υποσχεθεί ότι θα προσπαθούσε να τις κρατήσει και κοινοποιήσει με οποιονδήποτε δυνατό του τρόπο καθώς αποτελούν κομμάτι της Ιστορίας από τον Πόλεμο και την Γερμανική Κατοχή, ειδικά της περιοχής της κοινής τους γειτονιάς, του Καραβά και της Παλιάς Κοκκινιάς. Γι΄ αυτό και κράτησε από το 1980 τις σημειώσεις του.. Τις ρετουσάρισε και τις διηγείται βάζοντας τον ίδιο αφηγητή, χωρίς να παραλείψει ή να προσθέσει τίποτε παραπάνω απ΄ όσα του είπε, εκτός από κάποιες σχετικές φωτογραφίες που βρήκε ψάχνοντας στο Internet:  
Γερμανικά στούκας πάνω από την Αθήνα 
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
«Με την εισβολή των Γερμανών και Ιταλών ήμουν στα 17.
Με τον πρώτο ήδη χρόνο της Κατοχής η πείνα ήταν φρικτή σ’ όλη την Ελλάδα, ειδικά στη Παλιά Κοκκινιά, εργατική προσφυγική συνοικία ανθρώπων, σμυρνιών, χωρίς συγγενείς σε αγροτικές περιοχές που κάτι θα μπορούσαν να προσφέρουν για τη διατροφή του, εκτός από τους Ποντίους που είχαν συγγενείς σε όλες τις αγροτικές περιοχές της Ελλάδας. Συνομήλικοί μου πέθαιναν από την πείνα. Κάποιοι, σε πρώτη φάση, έβγαζαν άσπρα χνούδια, σαν γένια, άλλοι έβγαζαν πολλά μεγάλα σπυριά από την αβιταμίνωση. Όταν τους βλέπαμε, καταλαβαίναμε ότι δεν θα ζούσαν για πολύ. Ακόμα κ’ η λαχανίδα ήταν δυσεύρετη. Πολλοί έψαχναν σε τενεκέδες σκουπιδιών να βρουν κάτι, έστω λεμονόκουπες.
Εγώ εξασφάλιζα λίγες θερμίδες από δυο μεγάλα κοφίνια μαύρη συμπιεσμένη σταφίδα που κάπου είχε ο θείος μου, ανακατεμένη με χώματα, μάλλον ήταν ζωοτροφή. Την καθαρίζαμε, όσο γινόταν, και την τρώγαμε».
Μεταφορά πτωμάτων στον μεγάλο λιμό του 1941- 42. 
Φωτό παλιού αρχείου μου άγνωστου φωτογράφου
  
Ο «Μπακαλιάρος»
«Αυτό ήταν το παρατσούκλι ενός συνομήλικου φίλου μου. Από κανέναν δεν περίμενε να του δώσει να φάει κάτι. Απέμεναν μόνο οι σκουπιδοτενεκέδες.
Κάποια ημέρα, ψόφιος από τη πείνα, μου λέει:
-          Έλα ρε Λέλο να πάμε στη Λεύκα. Κάτι θα βρούμε εκεί να φάμε.
Πήγαμε...
Στη Λεύκα του Πειραιά, γνωστή στους κατοίκους των συνοικιών, στο δεξί μέρος των γραμμών του τραίνου των τότε Σ.Ε.Κ, πηγαίνοντας για Πειραιά, 
 Ψάχνοντας σκουπιδοτενεκέδες για τροφή. Φωτό άγνωστου φωτογράφου από αρχείο μου

υπήρχε στην Κατοχή η αποθήκη ανεφοδιασμού των γερμανικών υποβρυχίων με τρόφιμα. Είχαν «του πουλιού το γάλα». Στα βαρέλια- σκουπιδοτενεκέδες, έξω από το κτήριο, πετούσαν αποφάγια και οτιδήποτε σάπιο.
Φθάνοντας, ο Μπακαλιάρος όρμησε στους σκουπιδοτενεκέδες τρελός από τη πείνα. Εγώ έμεινα πίσω. Σαν κάτι είχε αλλάξει με την αυστηρότητα της φύλαξης από την συνήθως ανεκτική Γερμανική φρουρά:
- Raus, raus !, του φωνάζει ο Γερμανός φρουρός.
Πού ν’ ακούσει ο Μπακαλιάρος!. Μισοβυθισμένος στον σκουπιδοτενεκέ, ευτυχισμένος απ’ τα ευρήματά του, δεν άκουγε τίποτε.  Πάλευε να κορέσει την πείνα του .
-Raus, raus, του ξαναφωνάζει σκοπεύοντάς τον φρουρός.
Τίποτε ο Μπακαλιάρος!.
- Μπαμ, μπαμ, δυο πυροβολισμοί, και ο Μπακαλιάρος έμεινε ο μισός μέσα και ο μισός έξω από το βαρέλι.»

Η ομάδας επιβίωσης
«Η πείνα ώθησε παλιοκοκκινιωτάκια της ηλικίας μου πάνω- κάτω να οργανωθούμε σε μια ομάδα επιβίωσης. Αποστολή μας ήταν ν’ αρπάζουμε  οποιοδήποτε υλικό με εμπορική αξία από τις κοντινές καλά φρουρούμενες εγκαταστάσεις των Σ.Ε.Κ στον Άη Γιάννη τον Ρέντη, που ήσαν υπό τον έλεγχο των Γερμανών. Κάτι λιγότερο από τους σαλταδόρους(1) που ακολουθούσαν τα γερμανικά καμιόνια. Πηδούσε ένας χωρίς να γίνει αντιληπτός στην καρότσα τους και άρπαζε ότι μπορούσε πετώντας το έξω για να το μαζέψουν οι υπόλοιποι που ακολουθούσαν. Όχι όμως τόσο σαν αυτούς  ριψοκίνδυνοι.
Εκτός από  μένα, συμμετείχαν:
Ο Μπαξεβάνης, πραγματικό επίθετο, είχε τον ηγετικό ρόλο. Εργαζόταν στις εγκαταστάσεις και γνώριζε από μέσα την κατάσταση.
Ο Νικολάκης το Κούτσουρο, παρατσούκλι. Δεν θυμάμαι επίθετο. Τα παρατσούκλια των μικρασιατικής καταγωγής ήσαν κάτι το συνηθισμένο. Τους έδιναν ένα παρατσούκλι ανάλογα με κάποιο ελάττωμά τους ή τη δουλειά τους. Τα περισσότερα επίθετα  ειδικά των σμυρνιών προέρχονται από παρατσούκλια. Π.χ κάποιο θείο μου, μεγάλο τεμπέλη, αγράμματο, ανθρωπάκι του μεζέ, του ούζου και του καρσιλαμά, τον είχαν «βαφτίσει» ..Κολέτζιο, από τη λέξη κολέγιο, πριν ακόμα φύγει από τη Σμύρνη το 22,  ευφημισμός λόγω της αγραμματοσύνης αλλά και των πραγματικά καλών του τρόπων, σαν να είχε δηλαδή τελειώσει ..το κολέγιο, ανθρωπάκι του Θεού όμως.
Ο Λαιμουδιάρης, παρατσούκλι για τον ψηλό του λαιμό. Όνομα : Βαγγέλης.
Ο Χαρίσης ο Γρουσούζης, παρομοίως. Όνομα και πράμα. Δειλό παιδί που αποδείχθηκε και γρουσούζης, όπως ακριβώς τον είχαν βαφτίσει..
Χρησιμοποιούσαμε σαν μεταφορικό μέσο ένα ξύλινο καρότσι, δική μας κατασκευή, που το τραβούσαμε από τα τιμόνια μπροστά. Οι συνοδοί, αν υπήρχαν, πήγαιναν από πίσω και βοηθούσαν σπρώχνοντας, ειδικά αν το φορτίο ήταν βαρύ. Συνήθως ότι αρπάζαμε το είχε εντοπίσει ο Μπαξεβάνης την ώρα της δουλειάς του εκεί και το είχε μεταφέρει με τρόπο πολύ κοντά στη συρματοπλεγμένη περίφραξη, ώστε να το πάρουμε το βράδυ, μπαίνοντας μέσα με μεγάλο ρίσκο. Γύρω από την περίφραξη που φυλασσόταν από γερμανικά περίπολα, υπήρχαν καλαμιές, λάσπες και χωράφια με λαχανίδες. Αρπάζαμε παλιές ξύλινες τραβέρσες, κατάλληλες για ξυλοκατασκευές και τσόκαρα, έστω και σαν καύσιμη ύλη, καινούργιες τραβέρσες που το ξύλο τους ήταν κατάλληλο για κατασκευή αργαλειών και οτιδήποτε μέταλλο παλιό ή καινούργιο».
 Κατοχικό καροτσάκι σε ρόλο ..ταξί σε μεταφορά γηραιάς κυρίας. Συνήθως δεν υπήρχε
μπροστινός τροχός.(Φωτό Βούλας Παπαϊωάννου)Τα δυο τιμόνια συνέδεε σχοινί ώστε
ο χειριστής ανάμενά τους να το τραβά με χέρια και σώμα όταν ήταν βαρυφορτωμένο

Ακούσιοι σαμποτέρ
«Κάποιο βράδυ πήγαμε χωρίς να έχουμε κάτι συγκεκριμένο ν’ αρπάξουμε. Σταματήσαμε μεσ’ τις λάσπες απ’ έξω. Ο Μπαξεβάνης μας  λέει: 
- Θα μπω και θα πάρω ότι βρω.
Σύρθηκε, μπήκε μέσα αποφεύγοντας προβολείς και περίπολα, και πλησιάζει μια σταθμευμένη Γερμανική αμαξοστοιχία, γεμάτη όπως μάθαμε την άλλη ημέρα, με  τραυματίες από το Μέτωπο του Ρόμελ στην Αφρική.
Μη βρίσκοντας τι να κλέψει ο Μπαξεβάνης, καλυμμένος κάτω από την αμαξοστοιχία, σκέφτηκε τους λαστιχένιους σωλήνες που πάνε ατμό από την ατμομηχανή και από βαγόνι σε βαγόνι. Λάστιχα κατάλληλα για σόλες παπουτσιών. Θα έπιαναν καλή τιμή. Έκοψε όλα σχεδόν τα λάστιχα αγνοώντας ότι εκείνη την ώρα έκανε ένα από τα σοβαρότερα σαμποτάζ κατά του Γερμανικού Στρατού.
 Τα συνδετήρια λάστιχα ατμού από βαγόνι σε βαγόνι

Η αμαξοστοιχία δεν μπορούσε να φύγει για Γερμανία. Το πληροφορηθήκαμε την άλλη ημέρα μαζί με την «είδηση» που κυκλοφόρησε ότι το σαμποτάζ έγινε από τον «Πολωνό», γνωστό Ελληνοπολωνό σαμποτέρ που δρούσε στην Ελλάδα. Τη δόξα τη πήρε εκείνος».
………………………………………..
Ο «Πολωνός» ήταν ο Ιβανώφ, ιστορικό πρόσωπο, σαμποτέρ, που έζησε κι΄ έδρασε σε όλη την Ελλάδα και ειδικά στη Σαλονίκη. Το Ιβανώφειο στάδιο της πόλης πήρε το δικό του όνομα για να τον τιμήσει.

Ο Γρουσούζης
«Όλοι με τη σειρά μας, σπάνια δυο μαζί, μπαίναμε μέσα ν’ αρπάξουν κάτι. Ο μόνος που δεν είχε μπει από φόβο ήταν ο Γρουσούζης. Κάποτε τον ζορίσαμε:
- Άντε κι εσύ μια φορά... Δεν μπορείς να τα περιμένεις όλα από μας πάντα!.
Ο καημένος ο Χαρίσης έκανε την ανάγκη φιλοτιμία, φοβήθηκε ταυτόχρονα μήπως τον  διώξουμε από την ομάδα. Αποφάσισε κάποιο βράδυ να μπει.
Με το που περπάτησε μέσα στο χώρο μερικά μέτρα προσπαθώντας να κρύβεται, πέφτει πάνω στο περίπολο:
- Αλτ, αλτ!!.
Από τον φόβο του χέστηκε!. Κατεβάζει τα πανταλόνια του και άρχισε να τα κάνει ενώ ταυτόχρονα έπεσε πάνω του ο τεράστιος φακός της περιπόλου.
Κλαίγοντας εξηγούσε σε γερμανοϊταλοελληνικά, όπως τα’ χαν μάθει όλοι της πιάτσας τότε:
- Μalado καμαράντ, malado!!.
Αυτό τον έσωσε!.
Ο Γερμανός όμως σαν γερμανός, δεν μπορούσε να τον αφήσει να φύγει έτσι ..ατιμώρητος. Του κάνει νόημα να βγάλει τον μπερέ του, ο Χαρίσης φορούσε μπερέ, να τον γεμίσει με τα χέρια μ’ ότι είχε αφοδεύσει και να τον ξαναφορέσει μ’ όλο το περιεχόμενο!. Όπως και έγινε.
- Μας γύρισε βρωμοκοπώντας με τα σκατά να τρέχουν στα μούτρα του, αλλά ζωντανός!» τέλειωσε ο Λέλος.

Ο Μπαξεβάνης
«Οι μετακινήσεις μας με καρότσι φορτωμένο αργά βράδυ ήσαν επικίνδυνες, γι’ αυτό πηγαίναμε μόνο από δρομάκια κάνοντας ζιγκ- ζαγκ ώστε ν’ αποφεύγουμε τα μπλόκα. Το πιο επικίνδυνο μέρος ήταν όταν έπρεπε να  διασχίσουμε κάθετα τη Θηβών, τμήμα της τότε Εθνικής Οδού.
Κάποιο βράδυ αντιληφθήκαμε το μπλόκο από Ιταλούς γιατί οι στρατιώτες κρυμμένοι στο σκοτάδι ..ψιλοτραγουδούσαν για να περάσει η ώρα. Μόλις τους ακούσαμε  εξαφανιστήκαμε μαζί με το καρότσι μας.
Κάποιο άλλο βράδυ, με τις οδηγίες του Μπαξεβάνη, μπήκαμε στις εγκαταστάσεις του Ρουφ και πάλι και κλέψαμε τυποποιημένα κομμάτια από ικριώματα κατασκευής γεφυρών όπως αποδείχθηκε. Τα νομίσαμε απλά σίδερα. Τα φορτώσαμε, βαριά όπως ήσαν, στο καρότσι. Μπροστά στα τιμόνια ο Μπαξεβάνης. Οι άλλοι από πίσω σπρώχναμε το καρότσι, δυσκίνητο από το βάρος. Στη Θηβών, ξαφνικά το σκοτάδι γίνεται μέρα από τους προβολείς γερμανικού μπλόκου που παραμόνευε σε απόλυτη σιγή.
- Αλτ !!.
Με το αλτ, όλοι οι πίσω χωθήκαμε στα σοκάκια πανικόβλητοι. Εξαφανιστήκαμε. Γίναμε ένα με το σκοτάδι. Ο κακομοίρης Μπαξεβάνης, μπροστά με τα τιμόνια στα χέρια, φωτισμένος απ’ τους προβολείς, με τους πεταλάδες της Γκεστάπο να τον σκοπεύουν, έμεινε ακίνητος σηκώνοντας τα χέρια. Τον πλησιάζουν. Ο διερμηνέας τον ρωτά:
- Τι έχεις στο καρότσι;.
Ο Μπαξεβάνης πήρε το πιο κακομοίρικο ύφος του:
- Παλιοσίδερα, παλιοσίδερα. Παλιατζής είμαι καμαράντ!!.
Οι Γερμανοί ελέγχουν το υλικό διαπιστώνοντας το είδος. Τα ικριώματα είχαν  χαραγμένο τον αγκυλωτό σταυρό και γερμανικά στοιχεία τυποποίησης. Δεν ήθελαν πολύ.
Τον συνέλαβαν, τον βασάνισαν, δεν πρόδωσε. Ανέλαβε όλη την ευθύνη.
Η δίκη του για σαμποτάζ έγινε στο κτίριο του «Παρνασσού». Κανείς δεν πήγε για μάρτυρας. Που να τολμήσουμε, σύντροφοι, συγγενείς και φίλοι!. Μόνη η χήρα μάνα του έκλαψε μπροστά στους Γερμανούς στρατοδίκες:
- Είναι ο μοναχογιός μου. Δεν έχω τίποτε και κανέναν στον κόσμο. Μωράκι τον έφερα από την Μικρά Ασία το εικοσιδυό. Λυπηθείτε με !.
Ό εισαγγελέας, Αυστριακός, κοίταξε τον Μπαξεβάνη, κοίταξε τη μάνα του και  είπε:
   - Είναι νεαρός και γερός. Νεκρός θα είναι άχρηστος. Το Ράιχ χρειάζεται χέρια.
Έτσι σώθηκε ο Μπαξεβάνης.
Τον έστειλαν σε αλατωρυχεία της Αλσατίας όπου δούλεψε σκληρά στα υπόγεια μέχρι το τέλος του Πολέμου. Όταν γύρισε, τον μόνο που βρήκε από την ομάδα ήμουν εγώ. Όλοι οι άλλοι είχαν πεθάνει από την πείνα». 

Ο Γιώργος Οικονομίδης, η Ρένα Ντορ και «τα Κοκκινιωτάκια»   
«Φλεβάρη του 1944, 21 χρόνων τότε, κάποιο απόγευμα, είχα ραντεβού με φίλους για να πάμε στο θέατρο να δούμε την παράσταση «Το Τζιώτικο ραβαΐσι» με τον Γιώργο Οικονομίδη και τη Ρένα Ντορ. Τόπος του ραντεβού ήταν ο Φυσιολατρικός Σύλλογος της Κοκκινιάς. Είχαν μαζευτεί οι φίλοι και ήμασταν έτοιμοι να φύγουμε, όταν εισέβαλαν τα ΕΣ- ΕΣ, με την πληροφορία ότι ο σύλλογος ήταν κομμουνιστικός με έντονη αντιστασιακή δράση.
Μας συνέλαβαν όλους, μέλη και μη, και με κλωτσιές και κτυπήματα με τον υποκόπανο των όπλων μας φόρτωσαν σε φορτηγά και μας μετέφεραν στα  κρατητήρια της οδού Μέρλιν στην Αθήνα.
Μπαίνοντας μέσα με μισοσκόταδο ήταν ένας διάδρομος μεγάλος. Τρεις- τέσσερις είχαν γυρισμένοι τη πλάτη κοιτώντας προς τον τοίχο. Νομίσαμε ότι κατουρούσαν. Κατουριόμασταν από το φόβο και το κρύο, γι’ αυτό πλησιάσαμε δυο- τρεις και αρχίσαμε να κατουράμε. Με το που αρχίσαμε, το τι ξύλο φάγαμε ήταν το κάτι άλλο!.
Το block 15, τόπος μαρτυρίου, σήμερα. Φωτό από ιστοσελίδα του Δήμου Χαϊδαρίου

Βρεγμένοι και δαρμένοι ανεβήκαμε λίγα σκαλοπάτια.  Μπήκαμε στα κρατητήρια. Μας έδεσαν από κάτι χειροπέδες από το τοίχο με χέρια ψηλά.
Πριν ξημερώσει μας φόρτωσαν και μας πήγαν στο Χαϊδάρι, στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, στο κτήριο 15 (block 15), όπου γίνονταν και οι ανακρίσεις.
Τι να πούμε;. Εμείς δεν ξέραμε τίποτε για κομμουνιστικό σύλλογο με δράση.
Το ίδιο βράδυ έφεραν και τον Γιώργο Οικονομίδη με τη Ρένα Ντορ. Τα ΕΣ- ΕΣ είχαν εισβάλει στο θέατρό τους την ώρα της παράστασης, έδιωξαν κακήν- κακώς τον κόσμο και τους συνέλαβαν επειδή κάποιοι τους είχαν πληροφορήσει ότι τα κείμενα περιείχαν αντιφασισικά υπονοούμενα.
Ο Οικονομίδης  που τον γνωρίσαμε,  μας αποκαλούσε «τα Κοκκινιωτάκια».
 
 Ο Λέλος το 1944 σε γιορτούλα στον Φυσιολατρικό Σύλλογο της Κοκκινιάς…

Μας άφησαν 45 ημέρες μετά, αφού κι’ εμείς κι’ οι συγγενείς μας είχαμε πανικοβληθεί. Οι δικοί μας «φίλησαν κατουρημένες ποδιές» και τα χέρια διαφόρων δεξιών για να μεσολαβήσουν να μας αφήσουν.
Το χειρότερο απ’ όλα ήταν ότι όταν βγήκαμε μας αποφεύγανε όλοι!. Οι δεξιοί γιατί σκέφτονταν ότι για να μας συλλάβουν οι Γερμανοί ήμασταν αριστεροί. Οι αριστεροί γιατί σκέφτονταν ότι για να τη γλιτώσουμε αποδείχτηκε ότι ήμασταν δεξιοί ή ότι κάποιους καρφώσαμε για να μας βγάλουν!.
Εγώ ήμουν σίγουρος πως όλη η υπόθεση στήθηκε από αριστερούς σε μια από τις προσπάθειές τους να δημιουργήσουν θύματα, όχι από τους δικούς τους προς το παρόν, έγινε κι’ αυτό, αλλά από το χώρο των αδιάφορων ή συμπαθούντων ή και των δεξιών. Αυτό για να οξύνουν τα πάθη και να δημιουργήσουν μίση προς τη δεξιά.
Ο σύλλογος που προανέφερα αποδείχθηκε αργότερα πραγματικά αριστερός και μάλιστα βρέθηκαν σ’ αυτόν προκηρύξεις, ακόμη και οπλισμός.
Κάποτε σε μια ..αριστερή μου στροφή, που ήταν συχνές για όλους τότε και ειδικά τους νεώτερους, συνέβηκε κάποιος ινστρούχτορας που μας είχε μαζέψει, να μας δώσει εντολή να κάνουμε μια διαδήλωση- πορεία την άλλη ημέρα από κάποιο δρόμο όπου υπήρχε ιταλικό φυλάκιο. Εγώ, γνωρίζοντας καλά τη διαδρομή, ζήτησα το λόγο. Τους είπα ότι σίγουρα θα μας πιάνανε οι Ιταλοί, αν δεν συνέβαινε τίποτε χειρότερο.
Ο ινστρούχτορας με διέκοψε λέγοντας ότι «το Κόμμα ξέρει τι κάνει».
Όταν φεύγαμε με σταμάτησε να μείνω για λίγο. Μου είπε κοφτά:
- Εμείς δεν έχουμε καμιά πρωτοβουλία. Ακολουθούμε χωρίς κανένα σχόλιο τη γραμμή του Κόμματος.
Η διαδήλωση έγινε την άλλη ημέρα όπως σχεδιάστηκε. Οι Ιταλοί μας συνέλαβαν αλλά μας συμπεριφέρθηκαν πολύ καλά. Μάλιστα μας έδωσαν και κάτι γλυκίσματα. Κάποιοι έφεραν και ένα μαντολίνο και όλοι μαζί το ρίξαμε στο τραγούδι. Την άλλη ημέρα μας άφησαν ελεύθερους αφού πληρώσαμε ..πρόστιμο».

Οι Εβραίοι κρατούμενοι στο Χαϊδάρι
«Στο Χαϊδάρι μας δίνανε και τρώγαμε μια πολύ αραιή σούπα με λίγες πατάτες και κάτι ζυμαρικά. Για την εποχή αυτή της πείνας ήταν ένα υπέροχο φαγητό!. Στεκόμασταν στην ουρά και περνάγαμε από το καζάνι, όπου μας γέμιζαν την καστανιά.
Δίπλα μας ήταν μια δεύτερη ουρά. Ήσαν όλοι εβραίοι. Περίμεναν και αυτοί υπομονετικά, φοβισμένοι, πεινασμένοι, σκυμμένοι, μήπως πάρουν λίγη σούπα, μετά από μας τους .. χριστιανούς!.
Εμείς όμως, πολύ μαγκάκια, πιτσιρικάδες όπως ήμασταν, αφού παίρναμε την πρώτη φορά και τρώγαμε στα γρήγορα, ξαναμπαίναμε στην ουρά και παίρναμε και για δεύτερη, κάποτε και για τρίτη φορά. Μας έδιναν παρόλο που μας έβλεπαν, σίγουρα για να βασανίσουν τους εβραίους, που έβλεπαν το καζάνι να τελειώνει, τη σειρά τους να μην έρχεται και την αδικία που τους γινόταν, μη γνωρίζοντας τι άλλο τους περιμένει σύντομα..
Αυτό το έκανα μια- δυο μέρες. Την τρίτη ημέρα πήρα πάλι για δεύτερη φορά, παρόλο φαγωμένος. Φεύγοντας να πάω πιο πέρα να ξαναφάω, το μάτι μου πέφτει σ’ ένα γεροντάκι εβραίο. Χωμένος σ’ ένα παλτό μ’ ανεβασμένους τους γιακάδες, τουρτουρίζοντας, αδύνατος, χλωμός, σκυμμένος, κοντούλης, έτοιμος να πέσει από πείνα και ταλαιπωρία, περίμενε καρτερικά στο τέρμα της ουράς τους κρατώντας τη καστανιά του. Μου κόπηκε η όρεξη.
Τον πλησίασα, σήκωσα το χεράκι του με την καστανιά του και του άδειασα μέσα τη γεμάτη δικιά μου.
Έχουν περάσει 55 χρόνια!. Αυτό το βλέμμα του, όταν σήκωσε τα μάτια του να με κοιτάξει, δεν πρόκειται να το ξεχάσω ποτέ!. Δεν ήταν ευγνωμοσύνη για τη τροφή. Ήταν περισσότερο για το ότι κάποιος νέος άνθρωπος τον συμπόνεσε και δε δίστασε παρά τα κακόβουλα μάτια που παρακολουθούσαν, να  δείξει άφοβα τα αισθήματά του, αισθήματα και για όλους τους ομόθρησκούς του.»

Το  ...«Τσατσωλό» στο Μπλόκο της Κοκκινιάς!
«Μεταξύ αυτών στο Μπλόκο της Κοκκινιάς που οδήγησαν στη Μάντρα της Οσίας Ξένης για εκτέλεση ήταν και «το Τσατσωλό». Παρόλο που εγώ τον ..βάφτισα μ’ αυτό το παρατσούκλι, πράγμα συνηθισμένο για τους σμυρνιούς, δεν θυμάμαι γιατί τον είπα έτσι και τι σημαίνει.
Η υπόδειξή του από τον κουκουλοφόρο σαν κομμουνιστή, ήταν ψεύτικη. Δεν ήταν αριστερός. Ήταν θύμα του Μπατράνη πρώην  μεγαλαριστερού που έκανε πλήρη μεταστροφή. Για να φανεί αρεστός στους Γερμανούς, ανάλαβε να υποδείξει ανθρώπους για εκτέλεση.
Την ώρα που οι όμηροι έμπαιναν στην Μάντρα, το Τσατσωλό,  άνθρωπος της πιάτσας, γυρνά και λέει με τρόπο στον φρουρό ταγματασφαλίτη που τον έπιασε να βλέπει θαμπωμένος το τεράστιο χρυσό δακτυλίδι που φορούσε:
-          Άμα με γλιτώσεις, το δακτυλίδι δικό σου και πενήντα χρυσές.
Όταν άκουσε την προσφορά ο ταγματασφαλίτης, χωρίς να πει λέξη,  άρχισε να δέρνει αλύπητα τον κακομοίρη Τσατσωλό. Ξύλο φοβερό. Ταυτόχρονα με κάθε μπουνιά ή κλωτσιά που του έριχνε, τον έσπρωχνε και λίγο πιο πέρα, και πιο πέρα, μακριά από τους για εκτέλεση, βρίζοντάς τον με ότι χειρότερο.
Χτυπώντας, βρίζοντας και σπρώχνοντας, τον πήγε στο σπίτι του, στη Παλιά Κοκκινιά. Μπαίνοντας μέσα, το Τσατσωλό έβγαλε και του έδωσε το δακτυλίδι και αμέσως μετά, σηκώνει ένα στρώμα, παίρνει και του δίνει το κομπόδεμά του: πενήντα χρυσές λίρες Αγγλίας».
Ο Νικόλας γνώρισε το Τσατσωλό το 1976-77, γέροντα, στο σπίτι του Λέλου.
Ιστορικός πίνακας από το Μπλόκο τς Κοκκινιάς. Οι υποδείξεις από κουκουλοφόρους και ταγματασφαλίτες στην πλατεία της Οσίας Ξένης. Φωτό σε πολλά άρθρα στο Internet της οποίας δεν μπόρεσα να βρώ τον ζωγράφο…

…………………………………………………………….
Ο Νικόλας αναφέρεται εδώ σε ιστορία του Λέλου που δεν την άκουσε απ΄ τον ίδιο. Την άκουσε από την κόρη του Λέλου και την εγγόνα του που δεν θυμούνταν ονόματα.
Φίλο του Παλιοκοκκινιώτη, μικρασιάτη, στέλεχος της Ε. Α, συνέλαβαν οι Γερμανοί για άγνωστη, μικρής σπουδαιότητας ενέργειά του για την οποία μετά την ανάκρισή του θα αφηνόταν ελεύθερος. Όταν τον συνέλαβαν παρουσίασε ψεύτικο ονοματεπώνυμο. Με το δικό του ήταν καταζητούμενος από την Γκεστάπο.
Ημέρες μετά πήγε να τον δει η μάνα του. Όταν ρώτησαν οι φρουροί ποιον θέλει, η αφελής γυναίκα έδωσε το πραγματικό του όνομα. Σε μερικές ημέρες τον εκτέλεσαν.
«Φανταστείτε  την κακομοίρα μάνα που τρελάθηκε από τον πόνο», τέλειωσε ο Λέλος.

Οι σαλταδόροι
Όλοι έχουμε ακούσει για τους ηρωικούς σαλταδόρους, παιδιά, έφηβους και νέους της Κατοχής και της Πείνας που αποτολμούσαν με κίνδυνο της ζωής τους και θύματα τα πλέον ριψοκίνδυνα για ν΄ αρπάξουν κάτι από τ΄ αυτοκίνητα των Γερμανών και συνοδοιπόρων τους. Παιδιά της πιάτσας από τις φτωχότερες συνοικίες Αθήνας, Πειραιά, Σαλονίκης, μηχανεύονταν τρόπους πως ν΄ αρπάξουν από εχθρικά. Επωφελούνταν την όποια ελάττωση της προσοχής των φρουρών, την ελάττωση της ταχύτητας των αυτοκινήτων σε κλειστές στροφές των δρόμων, απασχολούσαν τους φρουρούς με σκηνοθετημένα επεισόδια.
Στην ταινία του 1953 του Γκρεγκ Τάλλας (Γρηγόρη Θαλασσινού)Το Ξυπόλητο Τάγμα που βασίζεται σε αληθινή ιστορία, μεγάλη βραβευμένη παγκόσμια επιτυχία, με σενάριο του Νίκου Κατσιώτη, βασισμένο σε ιδέα των Γκρεγκ Τάλλας και Νίκου Κατσιώτη, μουσική του Μίκη Θεοδωράκη, εκτέλεση μουσικής από την Συμφωνική Ορχήστρα Αθηνών υπό τον συνθέτη, οπερατέρ τον Μιχαήλ Γαζιάδη, παραγωγή του Πέτρου Μπουντούρη, ερμηνείες των Νίκου Φέρμα, Μαρίας Κωστή και Αντώνη Βούλγαρη αλλά ουσιαστικούς ηθοποιούς περίπου 60 παιδιά ορφανοτροφείου, εικονίζεται η δράση σαλταδόρων.
 
Σκηνή από το Ξυπόλητο Τάγμα του Γκρεγκ Τάλλας

Πολλά λαϊκά τραγούδια γι΄ αυτούς γράφτηκαν και τραγουδήθηκαν στην εποχή τους και αμέσως μετά. Σπουδαιότερο αυτό του Μιχάλη Γενίτσαρη, ο σαλταδόρος, https://youtu.be/6q80akU9F-g :

Ζηλεύουνε δε θέλουνε ντυμένο να με δούνε
μπατίρη θέλουν να με δούν για να φχαριστηθούνε
Θα σαλτάρω θα σαλτάρω, τη ρεζέρβα να τους πάρω
Μα εγώ πάντα βολεύομαι γιατί την εσαλτάρω
σε κανα αμάξι Γερμανού και πάντα τη ρεφάρω
Θα σαλτάρω θα σαλτάρω, τη ρεζέρβα να τους πάρω
Βενζίνες και πετρέλαια εμείς τα κυνηγάμε
γιατί έχουνε πολλά λεφτά και μόρτικα γλεντάμε
Σάλτα ρίξε τη ρεζέρβα γίνε ντου και σήκω φεύγα
Οι Γερμανοί μας κυνηγούν μα εμείς δεν τους ακούμε
εμείς θα τη σαλτάρουμε ώσπου να σκοτωθούμε
Θα σαλτάρω θα σαλτάρω, τη ρεζέρβα να τους πάρω
Αντίθετα, οι αισχροί και στυγνοί μαυραγορίτες
και οι λαδάδες άρπαξαν περιουσίες για ένα μπουκάλι λάδι,
αλλά κοίτα πως γίνεται, αυτοί βρέθηκαν φτιαγμένοι μετά το πόλεμο.
Όσοι πουλάνε ακριβά, οι παλιομασκαράδες,
θα τους κρεμάσουνε κι αυτούς, όπως τους δυο λαδάδες.
Που τους κρέμασαν και τους δυο ψηλά σε μια κολόνα
κι όσοι πέρναγαν από κει τους έφτυναν το πτώμα.
Προσέχτε οι υπόλοιποι, μην το περνάτ’ αστεία, 
γιατί θα σας κρεμάσουνε στην ίδια την πλατεία»

Λαϊκός πίνακας ενδεικτικός της δράσης των σαλταδόρων. Ένας απασχολεί τον μοτοσικλετιστή Γερμανό προσποιούμενος ότι ανάβει τσιγάρο από τον προβολέα ενώ οι άλλοι αρπάζουν λάστιχα. Φωτό από Ιντερνετ, ο ζωγράφος, άγνωστός μου, υπογράφει κάτω δεξιά

Νίκος Δημητρίου Παπαδιονυσίου
10 Σεπτέμβρη 2016

Επιμέλεια-Ανάρτηση: Τάκης Ευθυμίου

Δεν υπάρχουν σχόλια: