TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Πέμπτη, 7 Δεκεμβρίου 2017

Επαγγέλματα πλανόδιων



Επαγγέλματα πλανόδιων στην παιδική του γειτονιά…
[Από τις ιστορίες του Νικόλα]

Ο Νικόλας θυμάται επαγγέλματα πλανόδιων της παιδικής του γειτονιάς…
Ο γιαουρτάς
Γιαουρτάδες και γαλατάδες υπήρχαν σε μαγαζάκια στις τότε γειτονιές. Γελάει και σήμερα μη ξεχνώντας Ρουμελιώτη γιαουρτά-γαλατά που μπαίνοντας στο γαλατάδικό του, το πρώτο που έβλεπες ήταν προειδοποιητική ταμπέλα στην εποχή της ανέχειας:
ΣΗΜΕΡΑ ΒΕΡΕΣΕ ΔΕΝ ΕΧΕΙ
ΑΥΡΙΟ ΈΧΕΙ
που βρισκόταν διαρκώς κρεμασμένη στη θέση της..
Υπήρχαν όμως και οι πλανόδιοι γιαουρτάδες..
- Γιαούρτι πρόβιο!...., ή κάποιοι,
- Σηλυβριανό γιαούρτι!..,
ήταν το κάλεσμα του αντίστοιχου καταγωγής ρουμελιώτικης, πρόσφυγα Θρακιώτη από τη Σηλυβρία του δεύτερου.
Περασμένο πάνω από τους ώμους του, πίσω από το σβέρκο του, οριζόντιο, ένα γερό κοντάρι που το κρατούσε στη θέση του με τα δυο χέρια. Από τις άκρες κρέμονταν, αριστερά- δεξιά με από τέσσερα- πέντε σχοινιά δυο ταψιά. Μέσα τους από μια τεράστια τσανάκα γιαούρτι.
Οι νοικοκυρές πήγαιναν ένα μεγάλο πιάτο που ζύγιζε ο γιαουρτάς. Μετά έβαζε γιαούρτι με μια πλατειά κουτάλα και ξαναζύγιζε να βρει το βάρος.
Ο τρόπος αυτός πώλησης του χύμα γιαουρτιού στη γειτονιά κράτησε μέχρι το1950 περίπου. Άλλαξε με τη πώληση από γυρολόγους γιαουρτάδες κεσέδων γιαούρτι βαλμένους σε τσίγκινα φορητά ντουλαπάκια. Αυτό τους έδινε την ευχέρεια να κρατούν στο ένα χέρι το ντουλαπάκι και στο άλλο τσίγκινο δοχείο για να πωλούν και γάλα. Τότε εμφανίστηκαν κι΄ οι ΕΒΓΕΣ που πουλούσαν γαλακτοκομικά, οπότε χάθηκε το επάγγελμα.

Οι …Μύλουες
Νήπιο ο Νικόλας και στα προσχολικά του χρόνια, όταν άκουγε τις πρωινές ώρες μια μακρινή φωνή που όλο και πλησίαζε:
- Μύλουες!...,
έτσι τουλάχιστον την άκουγε, τον έπιανε τρόμος.
Έτρεχε και χωνόταν στα φουστάνια της Δέσπως, λέγοντάς της ότι έρχονται οι μύλουες να τον πάρουν.
Αυτή τον καθησύχαζε λέγοντάς του ότι δεν είναι να φοβάται.
Ποιες ήσαν τελικά αυτές οι ..Μύλουες;
Ήσαν τσιγγάνες με τα χαρακτηριστικά τους ρούχα, βρώμικες. Επισκεύαζαν ..μύλους του καφέ, πολύτιμο οικιακό σκεύος κάθε σπιτιού τότε, για ν΄ αλέθει καφέ ή ρεβίθι. Γι΄ αυτό διαλαλούσαν με δυνατή, χαρακτηριστική φωνή ν΄ ακουστούν. Δεν υπήρχαν μεγάφωνα:
- Μύλους!..
Τις είχε ιδεί, είχε ακούσει εκείνα τα φοβιστικά ότι «παίρνουν μικρά παιδιά όταν γυρνούν μόνα τους έξω απ’ το σπίτι», με αποτέλεσμα να γίνουν οι «μπαμπούλες» του.
Ο ακονιστής τροχός
Για χρόνια, πιθανά μέχρι το 1955, ακουγόταν συχνά η φωνή:
- Ακονιστής τροχός!...
Ήταν αυτός που ακόνιζε ότι ήθελε ακόνισμα των σπιτιών.
Παιδιά,τον παρακολουθούσαν στη δουλειά του: Ένας τροχός ποδηλάτου,χωρίς λάστιχο,που γύριζε με κίνηση του ποδιού του σε έκκεντρο και μεταφορά της κίνησης στο τροχό με ιμάντα ή σχοινί.Η κίνηση μεταδινόταν σε σμυριδοτροχό. Τα μαχαίρια ακονίζοντάς τα δημιουργούσαν δέσμη σπινθήρων.
Ο γανωματής
Επάγγελμα που εξέλειψε ήταν του καλαϊτζή, γανωματή.
Η φωνή περνώντας απ΄ την γειτονιά ήταν χαρακτηριστική:
- Ο γανωματής!..
Περνούσε για να γανώσει κουτάλια, πηρούνια, κύπελλα, τεντζερέδες, ταψιά, ότι κουζινικό κατασκευασμένο, τα περισσότερα τότε, από ορείχαλκο.
Μόλις τον έπαιρνε χαμπάρι η μαρίδα,έπιανε θέση.
Άναβε μια φουφού με κάρβουνα που φύσαγε για ν’ ανεβάσει θερμοκρασία. Μέσα της είχε τοποθετημένα ένα κύπελλο πυρίμαχο, όπου προσέθετε καλάι. Όταν το καλάι έλειωνε, βουτούσε μέσα του το σκεύος για γαλβάνισμα.
Ο ψαράς
Περνούσε με το πανέρι του γεμάτο ψάρια κρατώντας το στο κεφάλι με το ένα χέρι. Στο άλλο, μια ζυγαριά κι’ ένας κουβά νερό να καταβρέχει το εμπόρευμά του…
Ο μανάβης
Περνούσε με το εμπόρευμά σε παλιά καφάσια.Ντομάτες, αγγούρια,μελιτζάνες τσακώνικες μόνο,πεπόνια αργείτικα, καρπούζια στρογγυλά,μικρά,χωρίς λιπάσματα,ελληνικής ποικιλίας,που πολλές φορές ήσαν άγλυκα και κάτασπρα.Τα μεγάλα,«αμερικάνικα»,καλλιέργησαν αργότερα.Λάχανα, μαρούλια και κουνουπίδια, κλπ, όλα πάνω στη «σούστα», το χαμηλό πλατύ κάρο με τις σχετικά μικρές ξύλινες ρόδες, που έσερνε ένα γαϊδουράκι ή κάποιο αλογάκι.Κάποτε του φορούσαν ένα ψαθάκι στο κεφάλι για να τα προστατεύει απ’ τον καλοκαιρινό ήλιο.
Ο εμποράκος- δοσάς
Με σούστα περιέφερε το ποικίλο εμπόρευμα του.«Είδη προικός»,κάλτσες,υφάσματα,κομπινεζόν,κυλόττες, σώβρακα, σεντόνια,υφάσματα.Οτιδήποτε χρειαζόταν ένα σπιτικό.Όλα με δόσεις.Τα τεφτέρια στο φόρτε τους.
Με τις ώρες οι γειτόνισσες μέσα στο δρόμο,γύρο από τη σταματημένη σούστα,ότι κάνουν οι γυναίκες σήμερα στα μαγαζιά,ψαχούλευαν,εξέταζαν,απόρριπταν, επέλεγαν.
Ο τσαγκάρης- υποδηματοποιός
Για πολλά χρόνια,ίσως μέχρι το 1955, δεν θυμάται ο Νικόλας να του είχαν αγοράσει παπούτσια έτοιμα.Η μητέρα του ειδοποιούσε τον τσαγκάρη, επάγγελμα που σήμερα έχει ελαχιστοποιηθεί,έναν Πόντιο,που ερχόταν στο σπίτι.Τον έβαζε και πατούσε με γυμνό πόδι σ’ ένα χασαπόχαρτο και έπαιρνε το σχήμα του πέλματός του με μολύβι.«Του έπαιρνε τα μέτρα». Με το σχήμα αυτό έφτιαχνε το ζευγάρι των παπουτσιών του, έτοιμα μετά λίγες ημέρες.Χοντρές σόλες, ραφτά και καρφωτά, με ένα μικρό πέταλο μπροστά κι’ ένα μεγάλο πίσω στο τακούνι για ν’ αντέχουν περισσότερο.
Όταν με την συνεχή χρήση τρυπούσαν τα πήγαινε ο ίδιος φορώντας τα στο τσαγκάρικό του για «μπάλωμα». Τοποθετούσε μπάλωμα και έκλεινε τη τρύπα. Έτσι την έβγαζε για κάποιο σημαντικό διάστημα. Όταν η φθορά προχωρούσε περισσότερο και το απλό μπάλωμα δεν έκανε τίποτε, χρειαζόταν «σόλιασμα». Τότε ο τσαγκάρης έκανε μια.. ανακατασκευή των παπουτσιών. Έβγαζε και πέταγε τις τρύπιες σόλες, έβαζε καινούργιες, χονδρές, ανθεκτικές, έραβε ξανά και κάρφωνε τα «βάρδουλα», τα έβαφε και τα παρέδιδε σαν καινούργια.
Τα παπούτσια τέλειωναν με καταστραμμένα βάρδουλα.
Η ευχαρίστησή του Νικόλα να παρακολουθεί τον τσαγκάρη στη δουλειά του ήταν αφάνταστη. Του άρεσε που έβλεπε αυτόν και τον παραγιό του να κόβουν καινούργια δέρματα με τη «φαλτσέτα», να βάζουν τα παπούτσια για κάρφωμα πάνω στο μεταλλικό καλαπόδι και να τα καρφώνουν παίρνοντας ένα- ένα τα καρφάκια από το στόμα τους που τα είχαν τοποθετήσει για ευκολία, να τρυπούν με το σουβλί τα χοντρά δέρματα για να μπορούν μετά με τις χοντρές βελόνες και τους σπάγκους να ράψουν τα βάρδουλα, να λειαίνουν με τη λίμα το χοντρό σολόδερμα ώστε να γίνει λείο στο γύρο- γύρο του παπουτσιού. Αξέχαστες κι΄ οι μυρωδιές στο τσαγκαράδικο. Η μυρωδιά των φρέσκων δερμάτων, του λούστρου, των χρωμάτων.
Ο λούστρος
Με τα «κασελάκια» τους, τους θυμάται παρατεταγμένους, πέντε δεξιά, πέντε αριστερά στη πλατεία του Αγίου Νικολάου της Νικαίας,στα σκαλάκια από τη Π. Τσαλδάρη. Κάποιοι, σπάνια, περνούσαν από τη γειτονιά φορτωμένοι το κασελάκι να κρέμεται με δερμάτινο ιμάντα από τον ώμο.
Κασελάκι και περιεχόμενό του ήταν το μαγαζί τους. Το είχαν περιποιημένο, στολισμένο με γυαλισμένους μπρούτζους, τοποθετούσαν θήκες με πολύχρωμα μπουκαλάκια με χρώματα, γυαλιστικά, βούρτσες.
Το επάγγελμα είχε εξαφανιστεί. Σήμερα με τη Κρίση βλέπεις αρκετούς.
(Στις φωτό μπαλωματής κι΄ ακονιστής τροχός. Φωτό μορφοποιημένες από Internet)
Νίκος Δημητρίου Παπαδιονυσίου
Επιμέλεια-Ανάρτηση: Τάκης Ευθυμίου

Δεν υπάρχουν σχόλια: