TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Δευτέρα, 28 Μαΐου 2018

Αλλοτινά χρόνια


ΑΛΛΟΤΙΝΑ  ΧΡΟΝΙΑ
Λαογραφήματα του Γιώργου Ζούγρου, δασκάλου
Επάνω στον Κασιδιάρη συνάζονταν τα τελευταία ανοιξιάτικα σύννεφα και συνεννοούνταν κατά πού να τραβήξουν. Και κίναγαν κατά τον Αρμυρό και το Αιγαίο πέλαγος. το βοριαδάκι που κατέβαινε γιομάτο μυρουδιές, ξεθύμαινε στα κήπια και τα περιβόλια. οι γειτόνισσες κουβέντιαζαν στους φράχτες, που χώριζαν τις αυλές, αλλά όχι τις καρδιές των ανθρώπων. Οι νιοί του χωριού, μ’ ανοιχτό πουκάμισο έτρεχαν καβάλα στ’ άλογα, αφήνοντας πίσω ένα σύννεφο σκόνης.
Το θεριστή σαν έκλεινε το δημοτικό σχολείο, εμείς συνεχίζαμε όλο το καλοκαίρι στο σχολείο της φύσης. Εκεί έβλεπες ολοζώντανα πώς αλλάζει το φιδοπουκάμισο η δεντρογαλιά και πώς το πλι σπάει τ’ αυγό και βγαίνει στον ήλιο. Τα τρύπια παπούτσια, μας πήγαιναν με σίγουρα βήματα παντού … στο παιγνίδι, στο χορό, στη χαρά. Ζηλεύαμε τα καλούδια που είχαν τα παιδιά της πόλης. Δεν ξέραμε τότε πως αυτά που είχαμε, ήταν σημαντικότερα απ’ αυτά που μας έλλειπαν.
Και η μάνα μου, να με φωνάζει: Να διαβάζεις, να μάθεις γράμματα κι ας υπόγραφε με σταυρό! Αυτοί που δεν ήξεραν γράμματα, τα είχαν σε μεγάλη εκτίμηση.
Στον εσπερινό με φώναζε ο παπα-Θανάσης, ένας άγιος άνθρωπος, με κάτασπρα γένια και μαλλιά, να διαβάζω στο ψαλτήρι κάτι παράξενα γράμματα! «Τι ανταπέδωκας λαέ μου, αντί του μάνα χολήν κι αντί του ύδατος όξος.»
Κάθε Κυριακή οι γέροντες του χωριού έφταναν στην εκκλησιά. Κρέμαγαν τις μαγκούρες στα κλαδιά του δέντρου, που ήταν στην αυλή, έβγαζαν την τραγιάσκα τους, σταυροκοπιόνταν κι έμπαιναν στο ναό. Σαν τέλειωνε η λειτουργία, έπαιρναν τ’ αντίδωρο με ευλάβεια και προσοχή μην πέσει κάτω κανένα ψίχουλο και κάθονταν στα πεζούλια κάνοντας γεροντοκούβεντο με τις ώρες.
Κι όντας κινούσαμε να πάμε στο ξωκλήσι τ’ Αη-Λια που γιόρταζε, η μάνα σαμάρωνε το γάιδαρό μας κι από πάνω έστρωνε ένα κιλιμάκι με κεντίδια και δαντέλα και με ανέβαζε στη ράχη του.
Τα μεσημέρια ανεβαίναμε για δροσιά στο βακούφικο δάσος τ’ Αη-Γιώργη. Πού και πού μας αλάφιαζε το σύρσιμο της χελώνας στα ξερά φρύγανα. Η βελανιδιά σιγοκουβένταζε με τη φλίκα και τα κλωνάρια της κοιτούσαν τον εγκρεμό. Η ρίζα της θληκωμένη με τη πέτρα. Ο κισσός αγκάλιαζε τους κορμούς και τα κλωνάρια των δέντρων κι αυτά τον καλοδέχονταν. Λίγο πιο κάτω ξεκομμένος ένας αιωνόβιος πλάτανος, που στον ίσκιο του θα μπορούσαν να σταλίσουν διακόσια πρόβατα, στέκεται περήφανος. Περνούσαμε απαραίτητα κι από τις αλεπότρυπες! Και ύστερα καθόμασταν σ’ ένα παχύ ίσκιο κι από κει αγναντεύαμε το κάμπο της Θεσσαλίας, τον καρβουνιάρη και την Πετρομαγούλα. Ένας θρύλος λέει πως μια μάνα είχε ένα γιο, που αρρώστησε βαριά. Κάποιος της είπε πως υπάρχει ένα βοτάνι, κάπου μακριά σ’ ένα βουνό. Πήγε στο βουνό έψαξε-έψαξε, αλλά δεν μπόρεσε να το βρει. Έκοψε λοιπόν το βουνό, το φορτώθηκε και πήρε το δρόμο του γυρισμού. Στη μέση του κάμπου, έμαθε το πικρό μαντάτο, πως πέθανε το παιδί της. Ξεφορτώθηκε το βουνό και τ’ άφησε εκεί κατακαμπίς, όπου βρίσκεται μέχρι σήμερα … η Πετρομαγούλα!
Μια ζεστή μέρα τ’ Αυγούστου, τραβήξαμε με την Αρετούλα για το ποτάμι. Καθίσαμε στον ίσκιο μιας φτελιάς και πετούσαμε πετραδάκια στο νερό, χωρίς να μιλάμε. Ξαφνικά η Αρετή όρμησε στο ποτάμι. Όταν βγήκε το φόρεμα είχε κολλήσει στο κορμί της. Κατάλαβα τότε πως τα κουρέλια δεν μπόδιζαν τα κορίτσια να μεγαλώνουν!
Τα τσάμπουρα που μέστωσαν κάτω απ’ τα κληματόφυλλα, τ’ αυγουστάπιδα που έκλεισαν μέσα τους τον ήλιο, μοσχοβολούν τώρα στην κανίστρα.
« … από σταφύλι άνυδρο πήρες τη νοστιμάδα … »
Η φύση ήταν απλόχερη φέτος σε κούμαρα, τσάπουρνα, κράνα και γκόρτσα. Εμείς προτιμούσαμε να κλέβουμε τον άγριο καρπό της βατομουργιάς, απ’ τα κοτσύφια και τους τρυποφράχτες!
Κάθε που χάραζε, οι ακτίνες του ήλιου, έλουζαν τις γιγάντιες πέτρες του κάστρου. Ένοιωθες ότι “πατάμε επί βημάτων άλλων”.
«Τούτο τον κόσμο τον καλό, άλλοι τον είχαν πρώτα.
Τούτο τον κόσμο τον καλό, άλλοι τον καρτεράνε.»
Πέρασαν από δω πλάσεις και πλάσεις, έλεγε η γιαγιά, κανένας δεν έμεινε για πάντα.
Ύστερα μου έδειχνε με το αδύναμο δάχτυλό της, πάνω στις παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες, πρόσωπα και τόπια, ξετυλίγοντας στη θύμησή της, ολάκερη ζωή γεμάτη στερήσεις, καημούς και αγωνίες.
Κοπανηθήκαμε όπως τ’ αλάτι στην τζιούμα, μουρμούριζε. Αυτές οι παλιές φωτογραφίες είναι οι ζωγραφιές του καθημερινού μόχθου, ενός λαού που ξέρει ν’ αγωνίζεται με καρτερικότητα, με φιλότιμο κι ανθρωπιά. Αυτά τα τόπια που καταδέχτηκαν τα βήματα των παλαιότερων, αυτή η γης που έθρεψε γενιές και γενιές, αυτή η γη δένει το σήμερα, το χτες και το αύριο.
Όσοι τέλειωναν το θέρισμα, βοήθαγαν και τους άλλους συγγενείς τους. Οι άνθρωποι είχαν μεγάλη φτώχεια και μεγάλη καρδιά. Είχαν αξόδευτη την αγάπη και την έδιναν απλόχερα.
Οι γυναίκες λίχνιζαν με το καρπολόι στ’ αλώνι τον χρυσαφένιο καρπό. Καρπό αντάξιο του μόχθου τους. Τα γεννήματα έμπαιναν στ’ αμπάρι, για να γίνουν αύριο ζεστό καρβέλι και πρόσφορο στην εκκλησιά. Να γίνουν η κλούρα, που έβαζε η μάνα την πρωτοχρονιά στο κέρατο του βοδιού, για τον τσοπάνη. Να γίνουν το στάρι που θα μοιραστεί για τις ψυχές το ψυχοσάββατο …
Πάντα τίμιο ήταν το ψωμί που φάγαμε και τα γράμματα που μάθαμε στο μαυροπίνακα του σχολείου, όλα για τον άνθρωπο μιλούσαν και την αγάπη.
Εκείνο το καλοκαίρι κάποιος σκότωσε ένα λύκο κι όπως ήταν συνήθειο, περιέφερε το κεφάλι και το δέρμα του στα γύρω χωριά. Στη θέα του ανοιχτού στόματος με τα κοφτερά δόντια, μας έπιανε σύγκρυο. Οι γυναίκες κάρφωναν στη μακριά γλώσσα του ένα βελόνι, βλαστημώντας “το ξεραμένο”, που έκανε τόσες ζημιές στα κοπάδια τους. Η λέξη “λύκος” ήταν απαγορευμένη στο σπίτι μας. Και αν τυχόν την ξεστομίζαμε, τότε μας μάλωναν.
«Μην τ’ αναφέρεις το ξεραμένο!»
Όταν είχαμε ζώα έξω τις νύχτες, συνήθως τα γελάδια μας, η μάνα έβαζε κοντά στη φωτιά στο τζάκι, ένα κουροψάλιδο κλειστό και με το στόμα κάτω. Κι όταν ρωτούσα γιατί το έκανε, σχεδόν νευρίαζε και με απόπαιρνε. Και λιγοστά ήταν τα λόγια που της έπαιρνες.
«Πράματα έχουμε έξω … », μουρμούριζε.
Την επόμενη μέρα, έκαιγαν στην πλατεία του χωριού «ως ακατάλληλα» τα καπνά. Κι έκλαιγαν οι γυναίκες για τα κόπια και τον ιδρώτα τους, που πήγαν στράφι, κοιτώντας το μαύρο πυκνό καπνό που ανέβαινε στον ουρανό. Πώς να χωρέσουν οι καρδιές τόσο φαρμάκι!
Από τότε κύλησαν τα χρόνια και μεις σκορπίσαμε σαν τα πουλιά, που μαζεύονταν στα τηλεγραφόξυλα, πριν φύγουν για τα μέρη της Αραπιάς!
Σήμερα τα εγκαταλειμμένα σπίτια προσπαθούν να σταθούν όρθια στη φθορά του χρόνου. Τα μισόκλειστα παντζούρια θυμούνται τ’ απογεύματα που πρόβαλε η κόρη να ποτίσει τα βασιλικά και τις μαντζουράνες. Τ’ αγκωνάρια διηγούνται τον αγώνα του νοικοκύρη να κατεβάσει με τα μουλάρια την πέτρα από το βουνό. Διηγούνται την υπομονή των μαστόρων να την πελεκήσουν. Τώρα πέτρωσε η σιωπή στο κατώφλι. Χορτάριασε ο τόπος. Παντού πλανιέται ερημιά.
Πού πήγε η νοικοκυροσύνη της μάνας και η αξιοσύνη της κόρης; Πού πήγαν τα γέλια και οι φωνές των παιδιών;
Τα κεραμίδια δεν αντέχουν το βάρος του χρόνου και το βαρύ χιόνι του Γενάρη. Εκεί είχε ανεβεί ο πρωτομάστορας, για να τραγουδήσουν τον τελειωμό του σπιτιού.
Πώς να ιστορήσει τώρα η μηλιά όλα όσα είδε … γι’ αυτούς που έφυγαν στην ξενιτιά, γι’ αυτούς που έφυγαν για πάντα …
Ζούγρος Γιώργος
Δάσκαλος-Λαογράφος

Επιμέλεια-Ανάρτηση: Τάκης Ευθυμίου



Δεν υπάρχουν σχόλια: