TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2011

Υδροκίνητα εργαστήρια

ΥΔΡΟΚΙΝΗΤΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ
Έρευνα: Αδάμης Θύμιος-Ευθυμίου Τάκης
Νερόμυλος στην Πιτσιωτά
Ότι έχει απομείνει σήμερα από τα υδροκίνητα παραδοσιακά εργαστήρια στα χωριά του Φθιωτικού Τυμφρηστού στέκονται αδιάψευστοι μάρτυρες της πλούσιας παράδοσης και του ιστορικού παρελθόντος της εποχής. Ας δούμε όμως αναλυτικά αυτές τις υδροκίνητες οικοτεχνικές μονάδες που παλιότερα διαδραμάτισαν σπουδαίο κοινωνικό και οικονομικό ρόλο στην περιοχή που αναφερόμαστε.

Νερόμυλοι: Δεκάδες υδροκίνητοι  νερόμυλοι λειτουργούσαν από ιδρύσεως των χωριών στην περιοχή του Φθιωτικού Τυμφρηστού, επειδή αφθονούσαν τα νερά του Σπερχειού και των χειμάρρων του για την κίνηση της φτερωτής του. Εκεί, αλέθονταν τα γεννήματα σιτάρια, κριθάρια και  καλαμπόκια για τις ανάγκες των νοικοκυριών. Όλοι οι νερόμυλοι ήταν λιθόκτιστοι, ισόγειοι, μονόχωροι και αταβάνωτοι. Στη μια άκρη λειτουργούσε ο μύλος με τα εξαρτήματά του και στην άλλη είχε ο μυλωνάς διαμορφωμένη την κατοικία του με τζάκι, που έκαιγε συνεχώς, το κρεβάτι του και τα υπόλοιπα χρειαζούμενα της, εκεί, διαβίωσής του.
      Η κάναλη, απ’ όπου διοχετευόταν από ψηλά το νερό για να κινεί τη φτερωτή με την υδροστατική πίεση, ήταν χτισμένη χαμηλά και ξύλινη στη συνέχεια. Το ζουριό, απ’ όπου έβγαινε αφρίζοντας το νερό, ήταν θολωτό κτίσμα. Η αυλή του μύλου συνήθως πλακοστρωνόταν για να διευκολύνει την πρόσβαση των υποζυγίων που μετέφεραν τ’ αλέσματα. Σήμερα, σώζονται ακόμα μερικοί. Μάλιστα, στο Δίκαστρο και στην Πτελέα ανακαινίσθηκαν ως διατηρητέα παραδοσιακά κτίσματα. Οι νερόμυλοι που υπήρχαν παλιά στα χωριά αριθμητικά είχαν ως εξής: Άγιος Γεώργιος 7, Βίτωλη 3, Δίκαστρο 3, Μεγάλη Κάψη 1, Μεσαία Κάψη 1, Μερκάδα 1, Νεοχώρι 3, Παλαιόκαστρο 3, Περίβλεπτο 1, Πιτσιωτά 3, Πτελέα 1, Τυμφρηστός 1, Χάνι Πανέτσου 1.
Ο νερόμυλος του Γόνη στον Άγιο Γεώργιο
Ο ανακαινισμένος νερόμυλος στην Πτελέα & ο μυλωνάς Γιώργος Παπάς
Μαντάνια, νεροτριβές: Ήταν υδροκίνητα συγκροτήματα που έπλεναν και επεξεργάζονταν τα μάλλινα υφάσματα. Τα χειρίζονταν ο μυλωνάς, αφού αποτε-λούσαν συχνά απαραίτητο οικοτεχνικό συμπλήρωμα του νερόμυλου. Το Μαντάνι  και η νεροτριβή χρησίμευαν για την επεξεργασία των μάλλινων υφαντών κατά το στάδιο της κατασκευής τους, για να αφρατέψουν και να δέσουν μεταξύ τους τα μάλλινα νήματα, να γίνουν κρουστά και να βγάλουν φλόκια, όπως εμφανίζονταν στην τελική τους επεξεργασία οι βελέντζες, οι φλοκάτες και οι κάπες. Επίσης, το μαντάνι χρησίμευε  και για το ετήσιο πλύσιμό τους. Η νεροτριβή ήταν ένας ξύλινος κάδος, μορφής ανεστραμμένου κόλουρου κώνου με το μεγαλύτερο τμήμα του χωμένο μέσα στο φυσικό ή τεχνητό από ξερολιθιά έδαφος, ώστε η πίεση του νερού να μη δημιουργεί κινδύνους ανοίγματος των τοιχωμάτων. Το μαντάνι χρησίμευε στην κατεργασία των μάλλινων υφασμάτων (σκουτιών), με χτυπήματα ώστε να γίνουν συνεκτικά και απαλά. Ήταν μια ξύλινη μηχανή, άλλοτε υπαίθρια και άλλοτε στεγασμένη. Από το πάνω μέρος του κρέμονταν τέσσερα κοπάνια, τα οποία κινούμενα παλινδρομικά χτυπούσα τα μουσκεμένα σκουτιά σε κοίλωμα, την κορίτα, σκαλισμένη σε χοντρό οριζόντια τοποθετημένο κορμό.
      Μαντάνια υπήρχαν 2 στην Πιτσιωτά κι 1 στο Δίκαστρο. Νεροτριβές λειτουρ-γούσαν 2 στην Πιτσιωτά, 1 στη Βίτωλη και 1 στο Δίκαστρο.

Νεροπρίονα: Ήταν υδροκίνητη μηχανή που χρησίμευε για την παραγωγή της εγχώριας πριονιστής οικοδομικής ξυλείας, από κορμούς μεγάλων δέντρων, κυρίως, ελάτων. Το νεροπρίονο το συναρμολογούσαν στο ύπαιθρο, κοντά στο σημείο όπου υλοτομούσαν κάθε φορά, μεταφέροντας τα εξαρτήματά του φτερωτή, πριόνι, στρόφαλο, βαγένια κλπ., κατασκευάζοντας κάθε φορά νέα ντάνα. Οι μηχανισμοί του ήταν δύο. Ο κινητός του πριονιού και ο προωθητικός του κορμού που θα σχιζόταν. Νεροπρίονα υπήρχαν 2 στον Τυμφρηστό, όπως προαναφέραμε και 2 στην Πιτσιωτά.

Μπαρουτόμυλοι: Από τότε που άρχισε να ξυπνάει ο πόθος των σκλαβωμένων ελλήνων για λευτεριά, στο Μαυρίλο λειτουργούσαν για διακόσια και πλέον χρόνια (1700-1914) 12 μπαρουτόμυλοι. Κατατοπιστικές πληροφορίες για την αρχιτεκτονική, εγκατάσταση και λειτουργία των μηχανισμών των μπαρουτόμυλων, δανειζόμαστε από το βιβλίο του Χαρίλαου Μιχιώτη, το «Εργαστήρι της φωτιάς», η μητέρα του οποίου καταγόταν από το Μαυρίλο,  γένους Κωνσταντίνου Τσιάκα και έχοντας δουλέψει μικρή στο μπαρουτόμυλο του πατέρα της, μετέφερε πρωτογενείς πληροφορίες στο συγγραφέα :
«Οι μπαρουτόμυλοι του Μαυρίλου βρίσκονταν όλοι στους όχτους της ρεματιάς που σχηματίζουν τα πλούσια νερά του κεφαλόβρυσου της Γκούρας. Άρχιζαν από πολύ κοντά στην πηγή κι ακολουθούσαν μια σειρά ως τη θέση Τούρνια. Πλάι σε μερικούς μπαρουτόμυλους λειτουργούσε, σε άλλο κτήριο και αλευρόμυλος ή και μαντάνι. Το κτήριο του μπαρουτόμυλου ήταν χτισμένο σε μια κατηφόρα, πλάι στο ρέμα, όπου το νερό μπορούσε να φτάνει με αρκετή υψομετρική διαφορά, κρέμαση, για να μπορεί έτσι ν’ αναπτύσσει μεγαλύτερη δύ­ναμη. Ήταν μακρύ 6 ώς 8 μέτρα περίπου, πλατύ 3 - 5 μέτρα και ψηλό ώς 3 μέτρα, σκεπασμένο με κεραμίδια τοπικής παραγωγής,  χωρίς τα­βάνι συνήθως, μ' ένα παράθυρο προς την κατηφόρα κι οπωσδήποτε χωρίς τζάκι. Η είσοδος ήταν προς τη μικρή πλευρά. Είχε μία ξύλινη πόρτα με ξύλινο σύρτη από μέσα, με μάνταλο και μια σιδερένια γύ­φτικη κλειδαριά που ασφάλιζε με χοντρό κλειδί. Λίγο πιο πέρα υπήρ­χε συνήθως μια αποθήκη για τα υλικά και, ίσως, κάποτε ένα μικρό σπι­τάκι με τζάκι για να ζεσταίνονται και να διανυκτερεύουν οι μπαρουτ'τσήδες.
Προς την όχθη της ρεματιάς μια όρθια μεγάλη φτερωτή, με πυκνά "χουλιάρια" (ή "στόματα"), ήταν στερεωμένη από το κέντρο της επάνω σ' ένα μακρύ οριζόντιο δοκάρι (άξονα) που το ονόμαζαν "αδράχτι". Αυ­τό τρυπούσε τον τοίχο της μικρής πλευράς του μπαρουτόμυλου, προ­χωρούσε στο εσωτερικό του και στερεωνόταν επάνω σε "οδηγούς" (κουζινέτα) στις στρογγυλεμένες του άκρες, ώστε να περιστρέφεται από τη φτερωτή. Είχε μάκρος 4-5 μέτρα ανάλογα με την κατασκευή του κτιρίου, πάχος 20-25 πόντους, ήταν από κορμό έλατου κι ήταν άλ­λοτε στρογγυλό κι άλλοτε πελεκητό τετράγωνο. Βρισκόταν 60-70 πό­ντους πάνω από το χωμάτινο δάπεδο του κτιρίου.
  Ένα αυλάκι οδηγούσε το νερό από το ρέμα σε μια "κάναλη" που το έριχνε μέσα σε μια "κάδη" ("βαένι") πλατύ επάνω, που στένευε προς τα κάτω και τελείωνε σ' ένα κωνικό προσθετό τρύπιο ξύλο, το "σφούνι" (σιφούνι). Το νερό ξεπετιόταν με ορμή από το σιφούνι της κάδης,  χτυ­πούσε και γέμιζε τα "χουλιάρια" της φτερωτής, που ήταν ακριβώς από κάτω, τα έσπρωχνε προς τα κάτω, κι εκείνη περιστρεφόταν με δύναμη και ταχύτητα. Αν ήθελαν να σταματήσουν την κίνηση, ή έκοβαν το νε­ρό έξω από τον κάδο ή τοποθετούσαν με μοχλό οριζόντια ανάμεσα στο σιφούνι και στη φτερωτή ένα ξύλινο εξάρτημα τη "σταματήρα", ξύ­λινη πλάκα, που εμπόδιζε το νερό να χτυπάει στη φτερωτή.
        Η περιστροφική κίνηση της φτερωτής μεταφερόταν, όπως είπαμε, στο αδράχτι, που γύριζε κι αυτό στο ρυθμό της φτερωτής, αφού ξεκι­νούσε από τον άξονα της. Στο μάκρος του αδραχτιού και γύρω - γύρω σε αποστάσεις περίπου 80 πόντους ήταν στερεωμένα (μπηγμένα) 5-6 έκκεντρα ξύλα, που είχαν μάκρος περίπου 30 πόντους και τελείωναν σε μονόπλευρα πελεκημένη σφήνα στην επάνω πλευρά, που τα ονό­μαζαν "απαλαΐστρες".
Πίσω από το αδράχτι και απέναντι ακριβώς από κάθε έκκεντρο ("α­παλαίστρα") υψωνόταν κατακόρυφα, προσαρμοσμένο σε δοκάρι της στέγης, ανά ένα μακρόστενο ξύλο το "παλληκάρι". Είχε μάκρος γύρω στα 2 μέτρα και τετράγωνη διατομή 10X10 πόντους περίπου. Ήταν κα­μωμένο από βαρύ σκληρό ξύλο, συνήθως βελανιδιά (δέντρο, δρυ) και στο κάτω μέρος τελείωνε σε σχήμα σφαιρικό. Ένας δακτύλιος (θηλειά) μεταλλικός (από λαμαρίνα) ή ξύλινος, προσαρμοσμένος σε ορι­ζόντιο δοκάρι της στέγης, κι ένας άλλος προσαρμοσμένος σε άλλο ο­ριζόντιο επίσης δοκάρι επέτρεπαν στο "παλληκάρι" να κρατιέται με σταθερή κατεύθυνση κίνησης επάνω - κάτω.
Στο ύψος που βρισκόταν το κάθε έκκεντρο ("απαλαίστρα") του α­δραχτιού είχε και το παλληκάρι ένα δικό του όμοιο έκκεντρο το "τουμάκι", που συναντιόταν με το άλλο έκκεντρο με σφηνοειδές άκρο στο σημείο που υπήρχαν οι αντίστοιχες σφηνοειδείς απολήξεις. Όταν πε­ριστρεφόταν ο κεντρικός άξονας ("αδράχτι"), το δικό του έκκεντρο ("απαλαίστρα") χτυπούσε επάνω στο "τουμάκι" από τα κάτω, το ανέβα­ζε επάνω και με τη συνέχιση της περιστροφής του το άφηνε να πέσει προς τα κάτω. Στο σημείο που τελείωναν τα παλληκάρια υπήρχαν οι α­ντίστοιχες "τσούμες" ("γούβες" ή "χαβάνια", ή "κρηνιά"), χωμένα στο δάπεδο. Ήταν ξύλινα ή, κάποτε, πέτρινα ή και μαρμάρινα, με βάθος 20-30 πόντους και διάμετρο εσωτερικά περίπου όμοια. Σαν ένα μεγάλο γουδοχέρι (ύπερος ή κόπανος ή πιστόνι όπως θα λέγαμε σήμερα), χτυπούσε το κάθε παλληκάρι στη δική του "τσούμα" (γουδί), θρυμμάτι­ζε κι ανακάτωνε τα υλικά της μπαρούτης».
Οι 12 μπαρουτόμυλοι που λειτουργούσαν στο Μαυρίλο, παρήγαγαν συνολικά 7.200 οκάδες μπαρούτη το χρόνο και τροφοδοτούσαν με εκρηκτική ύλη ολόκληρη την περιοχή καθώς και τα επαναστατικά στρατεύματα του 1821, σύμφωνα με επιστολή του εθνομάρτυρα Αθανασίου Διάκου.
Πρόσφατα κατασκευάστηκε από την Τοπική Αυτοδιοίκηση στο Μαυρίλο
 ο εικονιζόμενος  μπαρουτόμυλος, στα πρότυπα των παλιών που
λειτουργούσαν εκεί, για ιστορικούς και τουριστικούς λόγους


Δεν υπάρχουν σχόλια: